Κυριακή 11 Αυγούστου 2013

O ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ , ΚΕΦΑΛΑΙΑ 51-69

51

  ‘Όταν άρχισαν οι φασαρίες , ο εφεντι ήρθε σπιτι και έδωσε εντολή να πάρουμε , λίγα ρούχα και φαγητό και να τον ακολουθήσουμε σε ένα μεγάλο κάρο , που περίμενε στην είσοδο. Δεξιά και αριστερά του κάρου ήταν 3-4 οπλισμένοι άνδρες με σκληρά χαρακτηριστικά, άνθρωποι , που έδειχναν , πραγματικά επικίνδυνοι. Όση ώρα φορτώναμε το κάρο με τα πράγματα μας , δεν πήραν τα μάτια τους πάνω από μένα και την Μαρία και σαν να μην έφτανε αυτή η ανήκουστη συμπεριφορά τους , στα αυτιά μας έφταναν οι πρόστυχες παρατηρήσεις τους ,όταν ο εφεντι βρισκόταν αρκετα μακριά , για να τους ακούσει.  Ο εμίρης κάθισε δίπλα στο οδηγό του κάρου και κατευθυνθήκαμε προς το λιμάνι.
  Εκει μια μικρή βάρκα μετέφερε ανθρώπους και πράγματα σε ένα πλοιάριο  με μεγάλο τριγωνικό ιστίο στο μοναδικό του κατάρτι. Στο κατάστρωμα ήταν τουλάχιστον 10 με 12 αγριάνθρωποι , μαζι με τους συνοδούς μας. Ανάμεσα τους ένας μεσόκοπος με γκρίζα γένια, που στο  μοναδικό του μάτι , διάβαζες  την λαγνεία , κάθε φορά που στρεφόταν προς έμενα ή την Μαρία. Συστήθηκε σαν καπεταν Μπασίιρ , καλωσορίζοντας μας στο πλοίο του, «χαμάμα», δηλαδή περιστέρι
  Μας οδήγησαν στο αμπάρι , καθώς σκοτείνιαζε και οι πρώτες φωτιές από τις ταραχές τρεμόπαιζαν , φωτίζοντας τον ουρανό ,στο βάθος , πάνω από την πολη. Ο μοναδικός άνδρας ανάμεσα μας ήταν ο εμίρης , αν εξαιρέσεις τον μικρό Σαντίκ και τον ογδοντάχρονο κηπουρό και αγωγιάτη , Αμπεντ.
  Ο εφέντι , μας ενημέρωσε , ότι θα μέναμε στο πλοίο , μέχρι να τελειώσουν οι ταραχές και μόνο τότε θα επιστρέφαμε στο σπιτι.
  Σε περίπτωση που τα πράγματα χειροτέρευαν, το νταου , θα μας μετέφερε στην Αίγυπτο. Δεν ειχε προλάβει να τελειώσει τα λόγια του , όταν το πλοίο άρχισε να κινείται , ανήσυχος ο εμίρης ανέβηκε στο κατάστρωμα να συναντήσει τον καπετάνιο Μπασίιρ.΄
  Ακούστηκε μια κραυγή πόνου , προτού ο εμίρης κουτρουβαλήσει τα σκαλιά , δεχόμενος κλωτσιές και χτυπήματα από 4-5 άνδρες με τον Μπασίιρ να ακολουθεί. Η κυρά μας έσκυψε να βοηθήσει τον εφεντι , που ήταν ξαπλωμένος και βογκούσε μπροστα μας . κάποιος την τράβηξε από τα μαλλιά και την έριξε στην αγκαλιά του Μπασίιρ. Αυτος την αγκάλιασε ενώ το χέρι του έσφιγγε το ένα από τα στήθη της με δύναμη , τόσο που η κυρά ούρλιαξε από τον πόνο και τον φόβο.
  ‘Ακούστε καλά , τώρα είσαστε δικοί μου και μέχρι να μου φέρουν 1000 χρυσές λίρες , θα σας κάνω ότι θέλω. Αν δεν πληρωθώ , θα σας πνίξω στην θάλασσα έναν έναν, εκτός από τις γυναίκες , που θα τις χαρίσω στους άνδρες μου , για να τις βιάσουν , προτού τις σκοτώσω και αυτές’.
  Ο εφεντι τότε , με όση δύναμη του έδινε η απελπισία της αδυναμίας του, να αντιδράσει στην φρίκη , που μας περίμενε , ανασηκώθηκε και κοιτώντας θαρραλέα τον απαγωγέα μας, του απευθύνθηκε περιφρονητικά, ‘κράτα έμενα κάθαρμα και θα σου δώσω 2000 χρυσές λίρες, αρκεί να αφήσεις την οικογένεια και τους υπηρέτες μου να φύγουν σώοι και αβλαβείς’.
  Ο Μπασίιρ γέλασε και τον έσπρωξε με το πόδι του , ρίχνοντας τον πάλι κάτω , για να του απαντήσει , ‘ αν έχεις τόσα πολλά λεφτά , τα πράγματα αλλάζουν’. Το γερό του μάτι έλαμψε από την απληστία, ενώ η ελπίδα μας χαμογέλασε , μέχρι να ολοκληρώσει την φράση του και μας ξαναβουλιάξει στην φρικη , ‘αφου λοιπον εισαι τοσο πλουσιος , θελω 3000 λιρες , τωρα’. Το σατανικο χαμογελο του δεν θα σβυσει ποτε από την μνημη μου αφέντη Ελάχμαρ’ ήταν τα όσα αφηγήθηκε η κοπέλα , προτού ο κόκκινος τη διακόψει. ‘Είναι καλά η Μαρία;; πως βρέθηκες εδώ;; το έσκασες;; ή σε άφησαν να φύγεις;;’ ρωτούσε ταραγμένος από όσα ειχε ακούσει μέχρι στιγμής ο νέος.
 Η Φατίμα του ζήτησε να δώσει λίγο χρόνο στην κοπέλα , να συνέλθει από την ταραχή και την κούραση της, προτού τελειώσει την ιστορία της.
52

  Αφου οι φροντίδες της Φατίμα και ένας ολιγόωρος ύπνος ξεκούρασαν την μικρή μαύρη , συνέχισε την διήγηση της.
  ‘Μετά από λίγη ώρα , χωρίς να ξέρουμε , που βρισκόμαστε,  το πλοίο  σταμάτησε και ο καπετάνιος μαζι με δυο δικούς του κατέβηκαν και μας έδεσαν όλους με σχοινιά. Μόνο εμένα και τον εφεντι πήραν στο κατάστρωμα , ενώ τα χέρια των απαγωγέων , με θώπευαν παντού. Τα δάκρυα και τα παρακάλια μου , να με αφήσουν ήσυχη , δεν τους συγκίνησαν , καθόλου’, λυγμοί της τάραξαν το κορμί και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της , όσο θυμόταν την σκηνή. Η Φατιμα την αγκάλιασε σαν στοργική μητέρα και την παρηγόρησε , δίνοντας της, με την στοργή της, το κουράγιο να συνεχίσει.
  ‘Τον εμίρη τον πήραν στο πίσω μέρος του πλεούμενου , ενώ τον άκουσα να ουρλιάζει και σε λίγο τον πέρασαν από μπροστα μου σχεδόν λιπόθυμο . Με κατέβασαν σε μια μικρή βάρκα , που έσερνε το νταου , πίσω του και με την συνοδεία του καπετάνιου και δυο κωπηλατών, κατευθύνθηκαν μεσα στο σκοτάδι προς μια ακτή , που ισα που διακρινόταν , κάτω από το φως του φεγγαριού.
  Σε όλη την διάρκεια της σύντομης διαδρομής , ο Μπασίιρ , δεν σταμάτησε να τσιμπά τα οπίσθια της κοπέλας και να χαϊδεύει τα στήθη της , πάνω από το φόρεμα.
  ‘Δυστυχώς , μικρή μου της ψιθύρισε, με την ψυχρή, σαν το αίμα του φιδιού, φωνή του, η διασκέδαση θα πρέπει να περιμένει . προέχει η δουλεία’. Γέλασε δυνατά και κατόπιν , με σοβαρό τόνο , της εξήγησε τι έπρεπε να κάνει.
 Μόλις έβγαινε στην ακτή θα έπρεπε να κατευθυνθεί προς την Λεμεσό, αριστερά , όπως βλέπουμε την ακτογραμμή της εξήγησε.
  Στην Λεμεσό την άλλη μέρα το πρωί , που θα έφτανε , θα εύρισκε τον συμβολαιογράφο , κύριο Χριστοδούλου.  Θα του εξηγούσε , πως ειχε η κατάσταση , δείχνοντας του αυτό. Και της έδωσε κάτι διπλωμένο σε ένα κομμάτι πανί. ‘Σε περίπτωση που δεν σε πιστέψει, σου δίνω  το χρυσό δακτυλίδι ,  μαζι με το δάκτυλο του εμίρη, μιας και δεν ήταν καθόλου , μα καθόλου συνεργάσιμος’, κάνοντας την κοπέλα να λιποθυμήσει σχεδόν από τον τρόμο ενώ τα καθάρματα γύρω της ξεσπούσαν σε δυνατά γέλια.
  Την ξεφόρτωσαν , σαν σακί στην παραλία , δείχνοντας της προς τα πού θα βαδίσει , μέχρι να βγει στο κεντρικό δρομο προς την Λεμεσό.
  Το πάνινο δεματάκι με το φρικτό περιεχόμενο , της έκαιγε το δέρμα του δεξιού της χεριού , που το κρατούσε. Το ένοιωθε σχεδόν να σπαρταρά και από τον τρόμο της φανταζόταν ότι ήταν ακόμη ζωντανό.
  Με τον Ήλιο να έχει ήδη σκαρφαλώσει στο ένα τρίτο του ορίζοντα, η κοπέλα μπήκε στην πολη και ρωτώντας έφτασε
στο γραφείο του Χριστοδούλου.
  Αυτος ακούγοντας το όνομα του Μπεν Αγά , την δέχτηκε αμέσως στο γραφείο του. Με φρικη άκουσε την ιστορία της και με γουρλωμένα από την τρομάρα μάτια αντίκρισε την απόδειξη της απαγωγής. Το κομμένο δάκτυλο του εμίρη , με το χρυσό ματωμένο δακτυλίδι βρέθηκαν πάνω στο γραφείο του. πήρε την κοπέλα μαζι του και την παράδωσε στον πρώτο τούρκο αξιωματικό που βρήκε , μπροστα του. υποσχέθηκε στην κοπέλα πως θα εκανε ότι μπορούσε να μαζέψει τα χρήματα και την συμβούλεψε να ζητήσει την βοήθεια των αρχών.
  Έτσι βρέθηκε με τον Ελάχμαρ.
  ‘ ο Μπασίιρ  μου έχει δώσει οδηγίες , που θα τον βρείτε , για να δώσετε τα λύτρα και να απελευθερώσει τους απαχθέντες ‘. Είπε στον κόκκινο.
53

 ‘ Για τις επόμενες πέντε μέρες , θα περιμένει τα λύτρα στον κάβο (ακρωτήριο) Γκρέκο , μετά την Άγια Νάπα.’ Πρόσθεσε η Ανγκάνι ενώ ο κόκκινος στράφηκε προς το μέρος της με τα μάτια του να λάμπουν.
 ‘ Το μέρος , μου είπε ότι είναι γεμάτο θαλάσσιες σπηλιές. Θα βρίσκεται στην σπήλια του κύκλωπα , κάτω ακριβώς από το βράχο , που δεσπόζει στο κάβο Γκρέκο , επιτρέποντας του να ελέγχει την θάλασσα μίλια μακριά, προς  όλες τις μεριές του ορίζοντα. Αν δει οτιδήποτε πέρα από μια βάρκα με δυο τρία άτομα , που θα του φέρνουν τα λεφτά , θα τους σφάξει όλους’.
 Τελείωσε με κλάματα η κοπέλα.
  ‘Σώπασε καλή μου’, την παρηγόρησε η Φατίμα, απολαμβάνοντας τον ρόλο της μάμας.
  ‘ ο Ελάχμαρ στάθηκε από πάνω της σαν πύργος και με ατσαλένια φωνή την διαβεβαίωσε, ‘ μην ανησυχείς καλή μου Ανγκάνι , όλοι θα σωθούν και αυτός ο αγύρτης και τα παλιόσκυλα του θα βρουν τον θάνατο που τους αξίζει’.
  Ο κόκκινος ξεκίνησε να σχεδιάζει την απελευθέρωση των ομήρων , αρχίζοντας τις ερωτήσεις για την μορφολογία του κάβου , και της θάλασσας γύρω από την σπηλιά του κύκλωπα.
Ήταν μια σπηλιά 10 μέτρα ψηλή και αρκετα μεγάλη σαν παλάτι. Στην είσοδο της ,χαραγή σίγουρα το πλοίο του Μπασίιρ και έχοντας στο βάθος της σπηλιάς φρουρούμενους από μερικούς άνδρες του , τους ομήρους, θα ειχε όλο τον καιρό να τους σφάξει με την ησυχία του ,αν δεχόταν μια επίθεση, εκτός και αν κατάφερνε να τους αιφνιδιάσει. Αποφάσισε να νοικιάσει μια βάρκα τοπικών ψαράδων από την Λάρνακα και να ντύσει τους δυο άνδρες του με κυπριακά ρούχα.
  Θα παρίσταναν τους ψαράδες και ο κύριος Χριστοδούλου θα βρισκόταν μπροστα κρατώντας μια άσπρη σημαία.
  Ο κόκκινος θα αναλάμβανε τον αιφνιδιασμό , άλλα αυτό θα το μάθουμε τότε.
  Οι αρχές βοήθησαν όσο μπορούσαν , άλλα ο Ελάχμαρ τους ζήτησε να μην ανακατευτούν , πάρα μόνο αν δεν τα καταφέρει. Τότε , και μόνο τότε θα περίμενε από τους τούρκους ,να καταδιώξουν τον Μπεσίιρ και την συμμορία του , μέχρι να εκδικηθούν τον χαμό τους.
  Τους πήρε σχεδόν μια μέρα για να φτάσουν μεσημέρι σχεδόν στα ανοιχτά του κάβου. Ο κόκκινος ήταν κρυμμένος στην πρύμνη , περιμένοντας να βρει την ευκαιρία , όταν ο βράχος μπροστα του , θα έκρυβε για λίγο την βάρκα. Τότε ο νέος πήδηξε ανάλαφρα στο νερό , σέρνοντας πίσω του πάνω σε ένα κομμάτι ξύλου , διπλωμένα , μεσα σε ένα δερμάτινο σάκο τα δυο δίκαννα και αρκετα φυσίγγια , ενώ στην μέση του έφερε το γιαταγάνι και ένα δαμάσκηνο  μαχαίρι. Με  γρήγορες απλωτές , βγήκε στην ακτή , κάτω από την κάλυψη μεγάλων βράχων.
Πέρασε προσεκτικά στη άλλη ακρη  του βράχου , που του έκρυβε την σπηλιά του κύκλωπα και με το κιάλι του κοίταξε προς την μεριά της. Στην είσοδο , υπήρχε το νταου με τρεις  από δαύτους να το φρουρούν.
  Το μικρό βαρκάκι με τους δικούς του και τον Χριστοδούλου, να κουνά το άσπρο πανί είχαν σχεδόν φτάσει στα βράχια της εισόδου.
  Ο Μπασίιρ εκανε την εμφάνιση του κρατώντας από τους ώμους ένα μικρό αγόρι .πίσω του εμφανιστήκαν και οι άλλοι άνδρες του κρατώντας από έναν όμηρο σπρώχνοντας τους προς το νταου με  γιαταγάνια η μαχαιριά.
  Όλοι είχαν δεμένα τα χέρια και ο κόκκινος ένοιωσε την καρδία του να σταματά , καθώς αντίκρισε την Μαρία .
  Ποσό όμορφη έδειχνε !!! ‘είθε ο μεγαλοδύναμος Αλλάχ να μου δώσει το κουράγιο να την σώσω’, σκέφτηκε. 
54

Το ποσό των 3.000 χρυσών λιρών , ήταν τεράστιο, για να μπορέσει να μαζευτεί σε λίγες ώρες. Τα λεφτά του κόκκινου , μαζι με αυτά που φύλαγε, για την Μαρία , με το ζόρι πλησίαζαν τις 800 .
  Ο συμβολαιογράφος Χριστοδούλου , ήταν ο διαχειριστής της περιούσιας του εμίρη. Υπεύθυνος για την αξιοποίηση της κινητής και ακίνητης περιούσιας του. Όμως το μόνο που μπόρεσε να συγκεντρώσει , μαζι με τις δίκες του οικονομίες , δεν ξεπερνούσε τις 450-460 λιρες.
  Ο Ελάχμαρ πρότεινε σε ένα μικρό σεντούκι  να μπουν στο κάτω μέρος απλά νομίσματα και από πάνω όλες οι χρυσές λιρες που έχανε συγκεντρώσει. Αν μη τι άλλο , μέχρι να το ανακαλύψει ο Μπασίιρ και η συμμορία του , μπορεί να είχαν αφήσει ελεύθερους τους ομήρους και να μην χρειαζόταν να δοθεί μάχη για την απελευθέρωση τους. Βεβαία ο κόκκινος , φρόντισε να μην μάθει ο συμβολαιογράφος για το σχέδιο του , γιατί διαφορετικά η ταραχή και ο φόβος του θα  πρόδιδαν στους απαγωγείς, ότι κάτι συμβαίνει.
  Ο κόκκινος σύρθηκε αθόρυβα σχεδόν στα τριάντα μέτρα από την είσοδο της σπηλιάς , φροντίζοντας να έχει όλους , απαγωγείς, απαχθέντες και τους δικούς του , μεσα στο οπτικό του πεδίο άλλα και στο στόχαστρο των δυο δίκαννων που ειχε μαζι του.
  Ο Χριστοδούλου βγήκε από την βάρκα και με την βοήθεια του Φαρούκ έφερε το σεντούκι , μπροστα στον Μπασίιρ. ‘ όλα είναι εδώ καπετάνιε’, είπε με σταθερή φωνή , εκπλήσσοντας τον κόκκινο με την ψυχραιμία του.
  Ο μονόφθαλμος εκανε νόημα και δυο από τα σκυλια του , πήδηξαν από το νταου και παίρνοντας το σεντούκι από τα χέρια του Χριστοδούλου και του Φαρούκ , το απόθεσαν πάνω σε ένα βράχο μπροστα του . Ο Μπασίιρ άνοιξε το σεντούκι και το χρυσαφί που αντίκρισε εκανε το πρόσωπο του να λάμψει από την απληστία.
  ‘Εισαι σίγουρος είναι όλα εδώ , άπιστε ;;’ , ρώτησε τον κύπριο.
‘Όχι τίποτε άλλο, αλλά που να μέτρα τωρα’. Γέλασε με το σαν ύαινας τρελό του γέλιο. Όλο του το ασκέρι τον μιμήθηκε και ξέσπασε σε γέλια και κραυγές χαράς. Τωρα όλοι τους ήταν πλούσιοι.
  ‘ επειδή ήσουν εντάξει μαζι μου και εγώ θα αφήσω ελεύθερους τα παιδια και την κυρία του εμίρη , όπως και τους δυο υπηρέτες , άλλα θα κρατήσω τον εμίρη , για την περίπτωση , που μόλις ανοιχτώ στο πέλαγος , με περιμένει κάποιο πολεμικό πλοίο , για να με καταδιώξει’. Όταν θα πιάσω ξηρά θα τον αφήσω να φύγει. Έχεις τον λόγο μου σαν έντιμου λωποδύτη’, είπε γελώντας πάλι ο Μπασίιρ.
  Ο Χριστοδούλου τον διαβεβαίωσε , ότι δεν τους ειχε ακολουθήσει κανένας , άλλα και ότι κανένα πλοίο δεν τους περίμενε στο ανοικτό πέλαγος.
 ‘ Σε παρακαλώ καπετάνιε , στο όνομα του προφήτη , άφησε τον Μπεν Αγά να έρθει μαζι μας. Δείχνει πολύ άρρωστος και το χέρι του συνέχεια αιμορραγεί’.
  ‘ ΟΧΙ’ , βρυχήθηκε σαν λιοντάρι ο Μπασίιρ. ‘ Θα γίνει όπως λέω εγώ και μην τολμήσεις να πιάσεις ξανά τον προφήτη στο στόμα σου , άπιστο σκυλί ,γιατί δεν θα διστάσω να σου πάρω το κεφάλι’.
  Ο Χριστοδούλου σταμάτησε να διαμαρτύρεται και παραμέρισε για να περάσουν τα δίδυμα , που με την βοήθεια των ανδρών του κόκκινου επιβιβάστηκαν στην βάρκα, ακολουθούμενοι από την Γιουνάχ και την Μαρία. Ο γέρο κηπουρός , ο Αμπεντ, δεν ήθελε να αποχωριστεί τον αφέντη του και παρακάλεσε να μείνει κοντά του για να τον φροντίζει , όσο θα ήταν με τους κακούργους.
‘Ας είναι . τότε, μείνε μαζι του, σκλάβε’, συμφώνησε ο Μπασίιρ.
  Η Γιουνάχ , κλαίγοντας αποχαιρέτησε τον άνδρα της και με την βοήθεια της Μαρίας και του Χριστοδούλου κάθισε διπλά στα δίδυμα. Ο Φαρούκ και ο Χουρσίτ τους στρίμωξαν όλους στην πρύμνη και τους έβαλαν να κάτσουν κάτω.
  Την ιδία στιγμή ο Μπασίιρ έχωνε το χέρι του βαθειά στο σεντούκι , ανακατεύοντας τα νομίσματα και βλέποντας ξαφνικά τις πανέμορφες χρυσές του λιρες να μπερδεύονται με βρωμερά, τιποτένια γρόσια. 
  Η κραυγή που έβγαλε πολλαπλασιασμένη από τον αντίλαλο του της σπηλιάς , ακούστηκε σαν μουγκρητό άγριου θηρίου ,     ‘ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ , ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ , ΜΑΣ ΚΟΡΟΙΔΕΨΑΝ , ΣΦΑΞΤΕ ΤΟΥΣ ΟΛΟΥΣ’.




55

  Ακόμα και στην στάση μας σε ένα καφέ στο λιμάνι του Ναυπλίου , ο γέρος δεν σταμάτησε στιγμή να διηγείται  την ιστορία του προγόνου του.
Ένα μικρό διάλειμμα μέχρι να ταχτοποιήσει τις δουλειές του και να κάνει κάποια αναγκαία ψώνια , μου έδωσε την ευκαιρία να τηλεφωνήσω στα γραφεία του περιοδικού , οπού ο Παπαϊωάννου ήταν για άλλη μια φορά απών. Η γραμματέας του με διαβεβαίωσε ότι ειχε λάβει τα e-mail μου και θα μου απαντούσε , μόλις γυρνούσε στην Αθήνα.
  Είχα ήδη παραβιάσει το χρονικό όριο που μου ειχε δώσει κατά μισή μέρα και λογικά θα ήθελε να με πνίξει . Έπρεπε να κάνω υπομονή μέχρι να δω τι σκαφτόταν.
  Μέχρι να ξαναρχίσει την διήγηση του ο γεροθεραπευτης , καθόμουν σε αναμμένα κάρβουνα από την αγωνία μου να ακούσω την συνέχεια .
  Όταν τελικά ξεκινήσαμε για το ταξίδι της επιστροφής , δε μου ζήτησε το μαγνητοφωνάκι , άλλα έκατσε σιωπηλός διπλά μου κοιτώντας έξω από το παράθυρο τον αργολικό κάμπο.
  ‘είσαστε καλά;;’ , ρώτησα .
  ‘ Απλώς νοιώθω απογοητευμένος αγαπητέ και κουρασμένος συνάμα’. Απάντησε
  ‘ μπορώ να μάθω γιατί;;’ είπα.
  ‘ ο κόσμος , δυστυχώς δεν καταλαβαίνει ότι ο θάνατος είναι η φυσική κατάληξη της ανθρώπινης ζωής . Εγώ σαν θεραπευτής , μπορώ να τον καθυστερήσω , ξεγελάσω μερικές φορές θα τολμούσα να πω, αλλά δεν μπορώ να τον νικήσω. Πάντα στο τέλος θα πάρει αυτό, που θέλει , όσο και αν το αναβάλλουμε. Ο άρρωστος που φροντίζω είναι στα τελευταία του πια , όμως δεν μπορεί να το δεχτεί. Έχει μάθει στην ζωή του όλα να υποχωρούν μπροστα του , αλλά τωρα πρέπει να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι ΑΥΤΟ  το εμπόδιο δεν γίνεται ούτε να το παραμερίσει , ούτε να το υπερπηδήσει. Μου ζητά το αδύνατο και αυτή η ξεροκεφαλιά , που δυστυχώς δεν την συναντώ , για πρώτη φορά , με κάνει να νοιώθω τοσο απογοητευμένος και κουρασμένος από τους ανθρώπους’.
  Δεν μου ερχόταν να πω τίποτα. Έτσι τον άφησα να χαζεύει το τοπίο και συγκεντρώθηκα στην οδήγηση.  Ήταν αργά το μεσημέρι, όταν σταματήσαμε στην Αχλαδιά, για να φάμε κάτι.
  Στην χασαποταβέρνα του χωριού, αφου είχαμε μοιραστεί μερικά αρνίσια παϊδάκια με σαλάτα και είχαμε πιει και τα κρασάκια μας, μου ζήτησε να του δώσω πίσω το μαγνητόφωνο. Ήταν πάλι σε θέση να συνεχίσει την ιστορία του Ελάχμαρ. Τσέκαρα πρώτα τα ηλεκτρονικά μου μηνύματα , τίποτα σπουδαίο και καμία είδηση από τον εκδότη μου. Βυθίστηκα μετά, για άλλη μια φορά , στο όνειρο ……………………………………………………………………………
56

    Οι δίδυμοι πυροβολισμοί από τα δυο δίκαννα του Ελάχμαρ ακουστήκαν σαν κανονιές και η είσοδος της σπηλιάς γέμισε από σκάγια ,που μπηγόντουσαν στα κορμιά των ανδρών του Μπασίιρ. Αιφνιδιασμένοι από το θανατικό, που έπεσε επάνω τους , σταμάτησαν εκεί που βρίσκονταν , αποτελώντας εύκολο στόχο για τις πιστόλες του Φαρούκ και το μουσκέτο του Χουρσίτ , που εμφανιστήκαν από το πουθενά στα χέρια τους. Τουλάχιστον οι μισοί από τους απαγωγείς είχαν εξουδετερωθεί , προτού ο κόκκινος και οι δυο του άνδρες ορμήσουν με τα γιαταγάνια προτεταμένα προς τους υπολοίπους. Ο Μπασίιρ , βρίσκοντας πιο γρήγορα την ψυχραιμία του άρπαξε τον εμίρη και κρατώντας τον σαν ασπίδα , τράβηξε μια πιστόλα και τον σημάδεψε στο κεφάλι. Μέχρι να γίνουν όλα αυτά άλλοι δυο άνδρες του κείτονταν νεκροί από τα σπαθιά των αιγυπτίων.   Πλέον μόνο ο καπετάνιος και ένας από το πλήρωμα έστεκαν όρθιοι.
 ‘ πετάξτε τα όπλα σας τωρα , αλλιώς θα του κόψω το λαρύγγι’.
Φώναξε προς τον κόκκινο , άλλα προτού προλάβει να συνεχίσει , ο ξεχασμένος Αμπεντ χτυπώντας τον με όλη του την δύναμη, του τσάκισε τα δάκτυλα του δεξιού ποδιού, με μια πέτρα. Ο Μπασίιρ ούρλιαξε και κατεβάζοντας την πιστόλα τον πυροβόλησε στο κεφάλι. Ο γέρος πέθανε ακαριαία , όπως και ο Μπασίιρ . που χωρίς κεφάλι γλίστρησε στο έδαφος της σπηλιάς , μπροστα στον εμίρη , που έμεινε αποσβολωμένος να κοίτα τον κόκκινο και το ματωμένο γιαταγάνι του. το κεφάλι του αγύρτη , κύλησε στα ποδια του μόνου που έμενε ζωντανός από τους άνδρες του . από τον φόβο του , αυτός πέταξε το μαχαίρι , που κρατούσε και γονάτισε μπροστα στον Ελάχμαρ ,παρακαλώντας για την ζωή του.
  Ξαφνικά από την βάρκα ακούστηκε ένα πυροβολισμός και μια κραυγή τον ακολούθησε από την άλλη ακρη της παράλιας. Ο κόκκινος είδε την Μαρία όρθια, με μια πιστόλα και κοιτώντας προς την μεριά της κραυγής διέκρινε έναν άνδρα να κράτα το στήθος του, ενώ η κελεμπία του βαφόταν κόκκινη, από το αίμα του. Ο παρατηρητής πάνω στον βράχο , σκέφτηκε ο κόκκινος. Τον ειχε ξεχάσει , κανονικά θα’ πρεπε να υπήρχε και άλλος . Έδωσε εντολή στον Χουρσίτ να ανεβεί στον βράχο και να ελέγξει αν υπήρχε άλλος κακούργος.
  Στηρίζοντας τον εμίρη , για να προχωρήσει προς την βάρκα, ένοιωσε ένα βλέμμα να τον κοιτάζει επίμονα και γυρίζοντας είδε την Μαρία να τον κοιτάζει από την βάρκα. Με γρήγορα βήματα βρέθηκε κοντά της και την πήρε αγκαλιά. Η κύπελλα κούρνιασε στο στήθος του σαν πουλάκι . ενώ ο κόκκινος της χάιδευε τα μαλλιά. Λυγμοί χαράς και ανακούφισης, τράνταζαν το σώμα της , ενώ τα δάκρυα της μούσκευαν το στήθος του νέου κάτω από το βαμβακερό ύφασμα της πουκαμισάς του.
  Επιβιβάστηκαν όλοι στο νταου , δένοντας την βάρκα πίσω του , ενώ όλοι βοηθούσαν να ανοίξει το πανί. Ο αιχμάλωτος ανέλαβε την οδήγηση , ενώ ο κόκκινος , έσκυψε πάνω από τον εξουθενωμένο εμίρη, που δεν ειχε σταματήσει λεπτό να ευχαριστεί τον κοκκινομάλλη σωτήρα του. ο Χουρσίτ γύρισε , λέγοντας του ότι κατά πάσα πιθανότητα ο άλλος παρατηρητής το ειχε βάλει στα ποδια. Ο Χριστοδούλου μάζεψε το σεντούκι και άρχισε να ξεχωρίζει τα λεφτά του κόκκινου. Η Μαρία βοήθησε τα μικρά και την κυρία της να βολευτούν , προτού έρθει στο πλάι του Ελάχμαρ και τον βοηθήσει καθαρίζοντας την πληγή στο κομμένο δάκτυλο του Μπεν Αγά., μαζι είχαν και δυο ελαφρά τραυματίες από το ασκέρι των απαγωγέων , δεμένους χειροπόδαρα και με τις πληγές τους φροντισμένες από τον κόκκινο.
  Με το σούρουπο ήταν πια στην Λάρνακα και ο Χριστοδούλου , τους βρήκε ένα καθαρό και ήσυχο χάνι για να μείνουν.
57

 Το επόμενο πρωινό , του Γενάρη του 1842 , ο κόκκινος και η Μαρία , δεν έχαναν ευκαιρία να βρεθούν μαζι, αγγίζοντας ο ένας τον άλλον , χαμογελώντας και συζητώντας , τις εμπειρίες τους μέχρι τότε. Η κοπέλα έδειξε πραγματική στενοχώρια για την απώλεια του Γιουσούφ , μην ξέροντας τον ρολό του στην απαγωγή της από τον Αζίρ.
  Ο κόκκινος της διηγήθηκε μια διασκευή της ιστορίας , διατηρώντας τον μακαρίτη «μπάμπα» του, στο απυρόβλητο. Κάποια μέρα , υποσχέθηκε στον εαυτό του, θα της έλεγε την αλήθεια. Την δεύτερη μέρα παραμονής τους στην Λάρνακα , οι δυο νέοι πήγαν μια μακρινή βόλτα με μια μικρή βάρκα , που ο κόκκινος κατεύθυνε με τα κουπιά σε ένα μικρό έρημο όρμο. Βγήκαν στην αμμουδερή παράλια και έστρωσαν μια κουβέρτα , όπου απέθεσαν τα φαγώσιμα που είχαν πάρει μαζί τους.  
  Οι δυο νέοι έφαγαν τα εδέσματα και μετά το φρούτο , ο κόκκινος της έπιασε το χέρι και κοιτώντας την στα μάτια ,της εξομολογήθηκε τα αισθήματα του. Πόσο πολύ του ειχε λείψει , την ανάγκη να είναι δίπλα της συνέχεια , να ακούει το γέλιο της , να βλέπει τα όμορφα της μάτια και να ξεχνιέται ακούγοντας την φωνή της.
  Η Μαρία σφίγγοντας του το χέρι , του χαμογέλασε και του είπε , ότι και αυτή ένοιωθε το ίδιο. Στιγμή δεν ειχε πάψη να τον σκάφτεται, από τότε που χάθηκαν, ότι πάντα τον περίμενε να έρθει να την σώσει , αλλά αυτός ήταν ελεύθερος και αιγύπτιος μουσουλμάνος και αυτή μια άπιστη ελληνίδα σκλάβα.
  Μόνο σαν παλλακίδα του μπορούσε να την δεχτεί η κοινωνία.
  Ο κόκκινος την άφησε να τελειώσει και υστέρα , αφου της έδειξε το έγγραφο του μουφτή , που την ονόμαζε σαν ελεύθερη, της ανακοινώσε , ότι και αυτός ήταν Έλληνας σκλαβωμένος από τους αιγύπτιους , που τα κόκκινα μαλλιά του , τον έσωσαν από την σκλαβιά. ‘μαζι θα γυρίσουμε στην πατρίδα μας, Μαρία’, της υποσχέθηκε πλησιάζοντας το πρόσωπο του στο δικό της.
  Η Μαρία ένοιωσε την ανάσα της να κόβεται και την καρδιά της να κτυπάει σαν ταμπούρλο.
  Τα χείλη τους συναντήθηκαν και το πρώτο τους φιλί έφερε  ρίγη στην σπονδυλική στήλη του νέου και φτερουγίσματα στο στομάχι της Μαρίας.  Οι δυο νέοι συμπληρώσαν την απειρία τους με το παθός και την αγάπη τους. Γρήγορα βρέθηκαν γυμνοί στην άμμο με τον Ελάχμαρ από πάνω της με τον ανδρισμό του βαθειά μεσα της. Ο αρχικός πόνος της Μαρίας , ειχε μετατραπεί σε απέραντη ηδονή , ενώ τα χείλια του καλού της , όργωναν τα στήθη της και γέμιζαν με χιλιάδες φιλία το πρόσωπο της.
  Όταν πήρε τις ρώγες της , μια , μια στο στόμα του , ρουφώντας και δαγκώνοντας τες ελαφριά , η Μαρία ένοιωσε τον οργασμό της σαν μια εσωτερική έκρηξη ηφαιστείου με την λαβα καυτή να τινάζεται από μεσα της. Τρέμοντας από την ένταση του οργασμού αισθάνθηκε τα τινάγματα του κόκκινου , καθώς τέλειωνε , μεσα της . Τον έσφιξε επάνω της , κρατώντας τον αγκαλιά για πολύ ώρα , μέχρι που ο νέος ήταν έτοιμος για να της κάνει ερώτα για άλλη μια φορά.
  Ειχε νυχτώσει όταν γύρισαν στην πολη . η Μαρία πήγε να πλυθεί και να πέσει για ύπνο , ενώ ο κόκκινος επισκέφτηκε το δωμάτιο του εμίρη.
  ‘ καλώς όρισες , σωτήρα μου , Ελάχμαρ’, ήταν τα λογία του εμίρη , που γονάτισε , μπροστα του , κάνοντας τον νέο να νοιώσει αμήχανα.
  ‘ κάθισε παιδί μου’ πρόσθεσε η Γιουνάχ
  Ο κόκκινος αφου περίμενε να σηκωθεί ο Μπεν Αγά από το πάτωμα , κάθισε στον χαμηλό οντά και άπλωσε προς το μέρος του το χαρτί της απελευθέρωσης της Μαρίας . διηγήθηκε τα βασικά της ιστορίας και ζήτησε από τον εμίρη , να αφήσει την κοπέλα ελεύθερη , μιας και δεν ίσχυε η αγοραπωλησία της σαν σκλάβας.
  Ο εμίρης δεν έφερε καμιά αντίρρηση και μάλιστα προθυμοποιήθηκε να της πληρώσει και ένα σημαντικό ποσό σαν μισθούς ενός ολόκληρου χρόνου.
58

  Η Μαρία δεν ήθελε να δεχτεί τα χρήματα , που της ειχε μαζέψει ο κόκκινος. Του ζήτησε να τα κρατήσει και να τα ξοδέψει , με όποιον τρόπο έκρινε καλύτερο. Επίσης του ζήτησε να εξαγοράσει την ελευθέρια της Ανγκάνι , μόλις βρισκόντουσαν στην Λεμεσό. Ήδη ο νέος ειχε συζητήσει το θέμα με τον αφέντη της και ειχε συμφωνήσει σε ένα συμβολικό ποσό , όπως και ένα συμφωνητικό παραχώρησης της ελευθερίας της , που θα έφτιαχνε ο συμβολαιογράφος Χριστοδούλου.
  Η Μαρία τον γέμισε φιλιά , μόλις τις ανέφερε τις ενέργειες του πάνω σε αυτό το θέμα. Οι διαχύσεις και οι ερωτικές τους συνευρέσεις , ήταν πολύ διακριτικές , μιας και η εποχή , άλλα και η ηθική , μουσουλμανική και χριστιανική , δεν ενέκριναν τις προγαμιαίες σχέσεις και πολύ περισσότερο ανάμεσα σε αλλόθρησκους .
  Αυτό και αν ήταν τρελό , σκεφτήκαν οι δυο νέοι , σαν σκλάβα η χριστιανή Μαρία , μπορούσε να ήταν η ερωτική σύντροφος του μουσουλμάνου Ελάχμαρ, σαν παλλακίδα του βέβαια, αλλά σαν ελεύθεροι και οι δυο, δεν δικαιούνταν να χαρούν τον ερώτα τους.
    Την επόμενη μέρα , γύρισαν στην Λεμεσό , για να χαθούν κάτω από τις αγκαλιές των δυο μαύρων γυναικών.  Το θέμα συζητήθηκε διεξοδικά με την παρέμβαση των δυο ενηλίκων γυναικών , της Φατίμα και της Γιουνάχ . Έπρεπε να έχουν την ίδια θρησκεία και να παντρευτούν το γρηγορότερο δυνατό , ενόψει και του ταξιδιού τους στην Ελλάδα.  Όσο μυστικά γινόταν ο Ελάχμαρ βαφτίστηκε χριστιανός σε ένα εκκλησάκι έξω από την Λεμεσό , με την βοήθεια του Χριστοδούλου που ήταν και ο νουνός του. Η Φατίμα του έδωσε το όνομα του πίσω πάλι, Θρασύβουλος. Πάρα τα χρόνια, που είχαν περάσει η μάμα του κόκκινου θυμόταν το όνομα , που ειχε ξεστομίσει ο μικρούλης τότε Ελάχμαρ στην ακρόαση του Ιμπραήμ πάσα.
  Αυτος που σκέφτεται τολμηρά , του είπε την ερμηνεία του ονόματος του στα ελληνικά ο Χριστοδούλου.
  ‘Και η Μαρία τι σημαίνει στα ελληνικά;;’, θέλησε να μάθει ο νέος. Ο Χριστοδούλου του εξήγησε, ότι ήταν το όνομα της μητέρας του χριστού και στα εβραϊκά , όχι στα ελληνικά , σήμαινε  η θαλασσινή.
  Ακολούθησε η γαμήλια τελετή , με την παρουσία όλων και με την Φατίμα να πλαντάζει στο κλάμα και την Ανγκάνι να τους τρελαίνει στα φιλιά.
  Μια εβδομάδα στην Πάφο και σε σπιτι που ανήκε στον εμίρη , ήταν το γαμήλιο ταξίδι τους. Κλεισμένοι στο σπιτι, δεν χόρταιναν ο ένας το κορμί του άλλου , τοσο που ξεχνούσαν να φάνε ολόκληρη την μέρα. Βόλτες και ιππασία στην πανέμορφη έξοχη , όποτε ο γλυκός , κυπριακός χειμώνας , τους το επέτρεπε.
   Οι μέρες πέρασαν γρήγορα και ο κόκκινος έπρεπε να ετοιμάσει το ταξίδι για την Ελλάδα. Να φροντίσει όλα να γίνουν σωστά. Να ταχτοποιήσει τους ανθρώπους του , Φατίμα, Ανγκάνι και τους δυο πιστούς του άνδρες.
59


  Ένα ιταλικό εμπορικό ατμόπλοιο , έφευγε από το λιμάνι της Λεμεσού και θα έπιανε Πειραιά μεσα στην επόμενη εβδομάδα.
  Ο Χριστοδούλου ανέλαβε να τους κλείσει μια καμπίνα και να πουλήσει όλα τα πράγματα και τα ζώα του κόκκινου. Κατάφεραν μόνο να φορτωθεί στο πλοίο μαζι με τις αποσκευές τους η Χάλιμα, ένα από τα πουλάρια για την Μαρία  και το μουλάρι, μαζι με αρκετή ζωοτροφή και ένα βαρέλι νερό. Ο Χριστοδούλου τους ενημέρωσε ότι υπήρχε μεγάλη έλλειψη υποζυγίων , όπως και άλλων ζώων στην Ελλάδα.
 Ένας λόγος παραπάνω για να δικαιολογήσει την απόφαση να πάρει την φοράδα μαζι του ο Ελάχμαρ.
 Οι δυο πιστοί του σύντροφοι τον τελευταίο καιρό , πήραν ένα δώρο 25 λιρών ο καθένας και αποχαιρετίστηκαν , μιας και βρήκαν γρήγορα δρομολόγιο για Αλεξάνδρεια.
  Η γριά Φατίμα , δέχτηκε την πρόταση του εμίρη , να μείνει σαν νταντά και μαγείρισσα στην θέση της  Μαρίας και μιας και η ελεύθερη τωρα Ανγκάνι ειχε δεχτεί να συνεχίσει, με μισθό πια, να παρέχει τις υπηρεσίες της στην οικογένεια του Μπεν Αγά , θα ειχε η μια την άλλη.
  ‘ συγγνώμη παιδί μου’, αποχαιρέτησε τον κόκκινο , ‘αλλά , τωρα πια έφτιαξες την δική σου οικογένεια και γυρνάς πάλι στην πατρίδα σου. Σε αφήνω στα αξία χέρια της Μαρίας και έτσι δεν ανησυχώ. θα μείνω με την μικρή μου Ανγκάνι , που με έχει τοσο ανάγκη. Θα έχω και τα δίδυμα να ασχολούμαι , όσο νάνε , καλύτερα μόνοι σας. Αν κάνετε παιδί και χρειαστείτε νταντά, μην διστάσετε να με φωνάξετε. Πήρε και τους δυο νέους αγκαλιά και με δάκρυα στα μάτια , έμεινε στον προβλήτα μέχρι το πλοίο να βγει από το λιμάνι. Διπλά της η Ανγκάνι , που λίγο πριν έκλαιγε για τον αποχωρισμό της από την Μαρία, μετά από τόσα , που είχαν περάσει μαζι.
  Ο Χριστοδούλου , έδωσε οδηγίες στον κόκκινο, ‘ μην κρατήσεις τα λεφτά μαζι σου. Μόλις φτάσεις στην Αθήνα θα ρωτήσεις, για την καινούργια τράπεζα , που άνοιξαν έλληνες τραπεζίτες του εξωτερικού. Εκει θα ζητήσεις τον κύριο Διαμαντόπουλο. Σπουδάσαμε μαζι στο Λονδίνο και έχω απέραντη εμπιστοσύνη στην τιμιότητα του. αυτός θα σε βοηθήσει να αποταμιεύσεις τα χρήματα σου ή αν θες θα σε συμβουλέψει να τα επενδύσεις σωστά. Το όνομα της τράπεζας είναι ΕΘΝΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ. Κάλο σας ταξίδι και εύχομαι όλα να πάνε καλά.’ Αποχαιρέτησε τους δυο νέους , προτού την σκυτάλη παρουν το ζεύγος Μπεν Αγά, μετά των δίδυμων τους.
  Τα δυο παιδια ,δεν ξεκολλούσαν από την αγκαλιά της Μαρίας , όσο οι γονείς τους με ευγνωμοσύνη ευχαριστούσαν, για άλλη μια φορά τον Θρασύβουλο για όσα ειχε κάνει.
  Με κόκκινο, από την αμηχανία και την ντροπή του, πρόσωπο ο νέος , δέχτηκε τα φιλιά της Γιουνάχ και τις χειραψίες του Μπεν Αγά.
  Ανεβήκαν λοιπον στο πλοίο ,ο νέος με ένα τουρμπάνι στα μαλλιά και η κυρία του με εκείνο το κόκκινο μαντήλι , που της ειχε αγοράσει, σε κάποια προηγούμενη ζωή , ο «αδελφός» της Αχμέτ.
  Τωρα στο κιγκλίδωμα του καταστρώματος , χαιρετούσαν τους φίλους τους και μαζι και όλη την προηγούμενη ζωή τους , κατευθυνόμενοι προς τη πατρίδα τους  και την καινούργια τους ζωή. Στην ΕΛΛΑΔΑ λοιπον.
ΤΕΛΟΣ 2ου ΜΕΡΟΥΣ
ΜΕΡΟΣ 3ο
60
  Το ταξίδι διαρκείας δυο ημερών , τους έφερε στο λιμάνι του Πειραιά, επίνειο της Αθήνας ,νέας πρωτεύουσας του ελληνικού βασιλείου , πλέον.
  Οποία απογοήτευση για τους δυο νέους. Μια μόνο αποβάθρα με λασπερούς δρόμους και χαμηλά καλοδιατηρημένα κτίρια. Συνηθισμένοι από την κοσμοπολιτική Αλεξάνδρεια και το μεγάλο της λιμάνι, η μικρή πολη , τι πολη δηλαδή , χωριό 2,500 κατοίκων , φάνταζε πολύ φτωχική και …………….βρώμικη στα μάτια τους.
  Η απελευθέρωση στοίχισε πολλά και στον Πειραιά , όπως και σε όλη την Ελλάδα. Τα εννέα χρονιά πολέμου με τους τούρκους και τους συμμάχους τους , είχαν καταστρέψει τον ιστό της οικονομίας και οι φιλότιμες προσπάθειες του πρώτου κυβερνήτη , Ιωάννη Καποδίστρια, διακόπηκαν με την δολοφονία του.
 Ο βασιλιάς Οθωνας και οι βαυαροί σύμβουλοι του , δεν ήταν δυνατόν να κατανοήσουν την ψυχοσύνθεση των ελλήνων , κάνοντας το ένα λάθος πάνω στο άλλο ,μάλλον κακό έκαναν στην Ελλάδα παρά καλό.
  Όταν πάτησαν για τα καλά στην στεριά και τα πράγματα τους ξεφορτώθηκαν μαζι με τα ζώα τους , ο κόκκινος με την βοήθεια της Μαρίας , που μιλούσε την γλώσσα , έψαξε για οδηγό , που να μπορούσε να τους οδηγήσει στην Αθήνα και στην Εθνική Ελληνική Τράπεζα .
  Έπρεπε να ασφαλίσει τις χρυσές λιρες , που ειχε πάντα στην ειδική ζώνη στην μέση του.  Στο καράβι , η αγαπημένη κουβέντα όλων , ελλήνων και ξένων ήταν η αχαλίνωτη δράση των ληστών στην ελληνική επαρχία. Παρόλες τις προσπάθειες του κράτους , οι συμμορίες έμοιαζαν με τα κεφάλια της λερναίας Ύδρας. Μια εξολόθρευε ο στρατός και η χωροφυλακή , δυο γεννιόντουσαν την επόμενη κιόλας μέρα.
  Βασική τους ασχολία οι κλοπές των διερχομένων ταξιδευτών και οι απαγωγές.
Όσο περίμεναν τα λύτρα , οι όμηροι δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο και τους φερόντουσαν , βασιλικά.  Όταν όμως δεν πληρωνόντουσαν , η τους στρίμωχναν οι δυνάμεις ασφαλείας , τότε δεν δίσταζαν να ξεφορτωθούν τους «καλεσμένους» τους, στο πρώτο γκρεμό , η απλά κόβοντας τους το λαρύγγι.
  Ξέροντας τους κίνδυνους ο Ελάχμαρ , ή μήπως πρέπει να τον λέω Θρασύβουλο τωρα πια;; έχοντας την Μαρία κοντά του και ένα ταξίδι στον μόρια να κάνει, έπρεπε να ασφαλίσει τα χρήματα του.
  Ένας νεαρός Έλληνας , ο Γιώργος , προσφέρθηκε να τους κάνει τον οδηγό , μέχρι την Αθήνα και την τράπεζα.
  Εξέπεμπε , μια φυσική καλοσύνη και το πλατύ του χαμόγελο κέρδισε τον κόκκινο και την Μαρία.  Γρήγορα με την Μαρία καβάλα στο πουλάρι και τον κόκκινο να περπάτα , δίπλα στην βαρυφορτωμένη Χάλιμα και το μουλάρι βρέθηκαν σε μια ώρα στο κέντρο της Αθήνας. Ταλαιπωρημένη η πολη άλλα κάτι καινούργια κτίρια είχαν αρχίσει να κτίζονται από τον βασιλιά και τους συνεργάτες του.
  Φτάνοντας στην τράπεζα , ο κόκκινος με την Μαρία μπήκαν μεσα, αναζητώντας τον κύριο Διαμαντόπουλο . Άφησε τον Γιώργο να φυλά
τα  ζώα με τις αποσκευές τους.
  Ο κύριος Διαμαντόπουλος ακούγοντας το όνομα του Χριστοδούλου , τους δέχτηκε αμέσως στο γραφείο του , προσφέροντας τους καφέ η πορτοκαλάδα. Ήθελε να μάθει όλα τα νέα του παλιού του φίλου και συμμαθητή. Ο κόκκινος του έδειξε μια επιστολή , που ειχε συντάξει ο συμβολαιογράφος , όπου ανέφερε την οικονομική κατάσταση του Θρασύβουλου και την ανάγκη να διαχειριστεί τα χρήματα του , κάποιος άνθρωπος εμπιστοσύνης , όπως ο ίδιος.
  Ο Διαμαντόπουλος εξήγησε στον κόκκινο , ότι μπορούσε να του προτείνει ένα συνδυασμό επενδύσεων , που θα αυγάτιζαν τα λεφτά του και θα ειχε σίγουρο κέρδος και σχετικά σύντομα. Προς το παρόν, μπορούσε να καταθέσει τα χρήματα του σε ένα λογαριασμό και να είναι σίγουρος , ότι μπορούσε να τα πάρει όποτε θέλει. Επειδή η συζήτηση για την επένδυση τους ήταν μια μακριά και επίπονη διαδικασία, τους πρότεινε να καταθέσουν τα χρήματα τωρα και το επόμενο πρωί να βρεθούν για τα περαιτέρω.  Πήραν ένα χαρτί στην θέση των 812 λιρών , απόδειξη κατάθεσης , την είπε ο Διαμαντόπουλος.
  Ακολουθώντας τις οδηγίες του , βρέθηκαν σε ένα χάνι , που μπορούσε να δεχτεί στον μεγάλο στάβλο του τα ζώα , ενώ οι αποσκευές μεταφέρθηκαν στο δωμάτιο τους.
  Εκει πέρασαν το πρώτο τους βράδυ στην πατρίδα , οι δυο νέοι. Στην αγκαλιά ο ένας του άλλου.
61

  Tο πρωί, ο Γιώργος τους πήγε μια βόλτα στα μόλις ανεγερθέντα, βασιλικά ανάκτορα, αρκετα μακριά από το κέντρο της Αθήνας, που τότε ήταν απλωμένη γύρω από τον βράχο της ακρόπολης. Εκει, ήπιαν το καφέ τους στην πλατεία ανακτόρων , αυτή που σήμερα αποκαλείται Πλατεία Συντάγματος , κάτω από τον ίσκιο μεγάλων πεύκων.
  Το κτίριο των ανακτόρων , ένα κυβικό τριώροφο με είσοδο γεμάτη δωρικές κολώνες , θύμισε στον κόκκινο, με την λιτότητα και τον όγκο του , στρατώνα.
  Αντιθέτως η λιτότητα στην κατασκευή του και η απλότητα στη εμφάνιση του , άρεσαν στην πάντα πρακτική Μαρία.
  Πάντως μετά την απογοήτευση του Πειραιά και η Αθήνα τους απογοήτευσε εξίσου , αν όχι περισσότερο . Μιλάμε για μια πολη 9-9500 χιλιάδων κάτοικων με 1600 κτίρια , σύμφωνα με την απογραφή του 1839. Το Κάιρο αν θυμάστε ειχε το 1829, 300.000 κάτοικους.
   Με τέτοιες εικόνες στο μυαλό τους, η συγκρίσεις ήταν φυσικό να προξενούν την απογοήτευση.
  Γύρισαν στο ξενοδοχείο , και αφου έδωσαν τις οδηγίες στον οδηγό τους , πήγαν στην προγραμματισμένη, για λίγο πριν την μεσημβρία,
 συνάντηση με τον Διαμαντόπουλο.
  Αυτός τους περίμενε στο γραφείο του, έχοντας ετοιμάσει όλες τις εναλλακτικές προτάσεις  επενδύσεων, για τα  χρήματα των δυο νέων. 
  Οι δυο τους είχαν αποφασίσει για κάποια πράγματα, που θα ήθελαν , πριν ακούσουν τις προτάσεις του οικονομικού τους σύμβουλου.
  Του ζήτησαν να τους βρει ένα σπιτι , εδώ στην Αθήνα . Ο Διαμαντόπουλος , που υπολόγιζε στην ανάπτυξη, της πρωτεύουσας με ιλιγγιώδεις ρυθμούς , μεσα στα επόμενα χρόνια , φυσικά και συμφώνησε μαζι τους. Το ζεύγος , ειχε σκεφτεί την περίπτωση εγκατάστασης τους στην Αθήνα, αν ο Μοριάς απεδεικνύετο αφιλόξενος, για αυτούς.
  Η τράπεζα ήδη ειχε αγοράσει κάποια σπίτια τούρκων , που δεν σκεφτόντουσαν την επιστροφή τους στην Ελλάδα και πουλούσαν τα ακίνητα τους σε εξευτελιστικές τιμές  μεν, άλλα πάλι πολύ υψηλές για τους εξωθενουμένους έλληνες , έκτος ολίγων εξαιρέσεων. Η τράπεζα λοιπον με το που ιδρύθηκε και άρχισε την λειτουργία της , αγόρασε αρκετα τέτοια ακίνητα σ όλη την επικράτεια του μικρού βασιλείου , θεωρώντας την μια πολύ καλή επένδυση , που με την ανάπτυξη της οικονομίας , θα απέφεραν μεγάλα κέρδη .
  Αφου λοιπον κατέληξαν στην επενδυτική πρόταση που συνιστούσε ο Διαμαντόπουλος και περιελάμβανε αγορά μετοχών της τράπεζας , όπως και ξένων μεγάλων οίκων , συμμετοχή σε ναυτιλιακή εταιρεία , ελληνικών συμφερόντων κλπ. Κατάθεση ενός μικρού μέρους σε λογαριασμό με μικρό επιτόκιο τον χρόνο , ξεκίνησαν με μια άμαξα να κάνουν ένα μικρό γύρο , βλέποντας μερικά από τα σπίτια , που ειχε η τράπεζα στην κατοχή της, στην Αθήνα. Η Μαρία κάτι ψιθύρισε στο αυτί του Θρασύβουλου και αυτός ζήτησε από τον Διαμαντόπουλο , να τους δείξει σπίτια έξω από την Αθήνα , σε κάποιο ίσως κοντινό χωριό.
  Η Μαρία ήθελε να έχουν ζώα , πρόβατα ή κατσίκες για το φρέσκο γάλα των παιδιών τους , λαχανόκηπο και  δικά τους άλογα. Έψαχναν λοιπον για αγροικία , αλλά μιας και κόντευε να  νυχτώσει ,  η αναζήτηση  , θ’ έπρεπε να αναβληθεί , για την άλλη μέρα. Υπήρχαν δυο σπίτια , ένα στο Σούνιο , νοτιοανατολικά της Αθήνας και παραθαλάσσια , και ένα στους λόφους των Αχαρνών στα βόρεια της Αθήνας.
  Δυο μέρες τους πήρε , μέχρι να αποφασίσουν να αγοράσουν το μεγάλο πέτρινο κτίριο με τα 15 στρέμματα γης, που το περιτριγύριζαν στην κορυφή ενός λόφου των Αχαρνών.
   Υπέγραψαν τα χαρτιά και αφου προσέλαβαν τον έμπιστο τους Γιώργο , επί μονίμου βάσεως σαν επιστάτη , του ανέθεσαν τις εργασίες επιδιόρθωσης του κτισμένου στα τέλη του 18ου αιώνα κτιρίου . την ανέγερση ενός στάβλου σε κοντινή απόσταση και την εκ νέου περίφραξη του κτήματος , μιας και η παλιά ειχε καταπατηθεί από τους βοσκούς της περιοχής.
  Ο κόκκινος με την σύζυγο του , αφου εφοδιαστήκαν με ότι χρειαζόντουσαν , μερικές μέρες αργότερα , αναχώρησαν με ένα εμπορικό καραβάνι που κατευθυνόταν προς την Βοστίτσα (Αίγιο), ακολουθώντας τον παλιό παραλιακό δρομο της ακτής του κορινθιακού. Λόγω των ληστών , οπλισμένοι νέοι άνδρες , σαν τον Ελάχμαρ , ήταν πάντα ευπρόσδεκτοι από τους υπευθύνους των καραβανιών.
  Έτσι κοντά στα τέλη Φεβρουαρίου του 1842 , οι δυο νέοι κατευθύνονταν προς τον γενέθλιο τους τόπο , ψάχνοντας τις ρίζες τους.
62






   Τους πήρε δυο μέρες να φτάσουν στην Κόρινθο. Ο δρόμος που πήραν ακολουθούσε την παραλία βασικά και ήταν σε κάκιστη κατάσταση.
  Φαινόταν σαν οι τελευταίοι συντηρητές να ήταν οι βυζαντινοί κατασκευαστές του , εκατοντάδες  χρόνια πριν. Στις πρώτες λεύγες από την Αθηνά , συνεργεία έφτιαχναν τον καρόδρομο , κλείνοντας τις λακκούβες και στρώνοντας καινούργια πέτρα . άλλα μετά από την Ελευσίνα , δεν ξαναείδαν εργάτες.
  Η Κόρινθος καμάρι κάποτε της περιοχής , έδειχνε να μην ειχε συνέλθει 12 χρόνια μετά την απελευθέρωση της . περισσότερα ήταν τα μισογκρεμισμένα σπίτια από τα όρθια. Τα χωράφια πριν από την πόλη και τον ισθμό , αυτή την στενή λουρίδα γης , που  έδενε  τον Μοριά με την στερεά Ελλάδα  , αφαιρώντας του την δυνατότητα να είναι ένα πραγματικό νησί, ήταν χέρσα  , απεριποίητα και παρατημένα .
  Η ίδια η πόλη που μεσουρανούσε επί τουρκοκρατίας , πάσχιζε να σηκώσει κεφάλι . Μια  καλλιέργεια ειχε αρχίσει να κερδίζει έδαφος μετά την επανάσταση . Πριν από αυτήν , στην βορειοδυτική Πελοπόννησο καλλιεργείτο μαζι με τα κρασάμπελα και η μαύρη σταφίδα , αυτή που ο αποξηραμένος της καρπός , χρησιμοποιείτο ευρέως στην ζαχαροπλαστική άλλα και σαν βασικό νηστήσιμο έδεσμα. Στον Μοριά ,  ο πόλεμος και οι καταστροφές ανέστειλαν την παραγωγή της . Αμέσως μετά το τέλος του αγώνα , για την απελευθέρωση της πατρίδας , τα αμπέλια  ξανακαλλιεργηθηκαν με σταφιδάμπελα , παρά με κρασάμπελα. Ο λόγος;  η αποκλειστική και μονοπωλιακή εκμετάλλευση της παραγωγής από τους άγγλους. Τα κέικ και οι πουτίγκες του , χρειαζόντουσαν τον μαύρο  καρπό.
  Ο κόκκινος, που τα ελληνικά του τις τελευταίες εβδομάδες, με την βοήθεια και της Μαρίας , είχαν βελτιωθεί αρκετα , άκουγε τις συζητήσεις των εμπόρων του καραβανιού , με συνεχώς αυξανόμενο ενδιαφέρον.
  Ήταν σίγουρος πια ότι η νέα του πατρίδα έβριθε ευκαιριών. Απλώς έπρεπε να αρπάξει την καλύτερη από τα μαλλιά , την κατάλληλη στιγμή. Άρχισε να ερωτάει για τιμές καλλιεργήσιμης γης , από την Κόρινθο ως την Πάτρα. Χρόνια αναμονής έως ότου η νέα καλλιέργεια  αποδώσει , τρόπους πληρωμής, εξεύρεση σπόρων κλπ. Δεν άργησε στο ταξίδι των λίγων ημερών μέχρι την Βοστίτσα , να γίνει εξπέρ στα θέματα καλλιέργειας της μαύρης σταφίδας. Οι έμποροι , διαμαρτυρηθήκαν , γκρινιάζοντας για τις μικρές και χαμηλής ποιότητας σταφίδες , που αφήναν οι άγγλοι πίσω τους . Ήταν οι μόνες ποσότητες, που τους επιτρέπονταν να εμπορευτούν.
  Το μονοπώλιο των άγγλων καλά κρατούσε και θα κρατούσε για μισό ακόμα αιώνα , κάνοντας τις περιοχές της βόρειο-βορειοδυτικης Πελοποννήσου τις πιο πλούσιες της Ελλάδας και τα λιμάνια της περιοχής , Πάτρα, Βοστίτσα και Κόρινθο τα μεγαλύτερα εξαγωγικά  κέντρα της χώρας.
 Όταν βρέθηκαν στο Αίγιο, η Μαρία άρχισε να ερωτάει για τους δικούς της. Σύμφωνα με την Αργυρώ την ελληνίδα σκλάβα , που την ανέθρεψε στο σπιτι του μουφτή , η μικρή θυμόταν αρκετα χαρακτηριστικά του τόπου της , για να καταλάβει ότι μιλούσε για την Βοστίτσα. Η πιο σίγουρη απόδειξη , η θύμηση της Μαρίας από τις κυριακάτικες λειτουργίες στην μονή με την εικόνα της σπηλιάς. Σημάδι ότι μιλούσε για την μονή της πανάγιας της τρυπητής.
  Μια βόλτα στην περιοχή , έφερε κάποιες αναμνήσεις στην κοπέλα , άλλα πολύ αχνές για να βοηθήσουν.
  Χωρίς κάποια ονόματα ή περισσότερα στοιχεία , κάθε προσπάθεια να βρει τους δικούς της , ήταν μάταιη. Βέβαια ο κόκκινος ποτε δεν της φανέρωσε τους φόβους του, ότι για να την έχουν πάρει σκλάβα οι αιγύπτιοι του Ιμπραήμ , την ίδια τύχη , θα είχαν κατά πάσα πιθανότητα και οι δικοί της και αυτό στην καλύτερη των περιπτώσεων , γιατί πιο πιθανόν  ήταν να είχαν πεθάνει , μετά από τόσα χρόνια.
  Υπήρχε μια ομάδα γάλλων στρατιωτικών και γιατρών , που εύρισκε χαμένους συγγενείς και επανένωνε οικογένειες. Αυτοί ήταν και η τελευταία της ευκαιρία.

63




 Στο παλιό αρχοντικό στο κέντρο του Αίγιου , τα σημάδια της φωτιάς , από τους αλλεπάλληλους εμπρησμούς της πόλης κατά την διάρκεια της επανάστασης , ήταν ακόμα έντονα στο εξωτερικό του κτιρίου . Μεσα η κατάσταση ήταν κάπως καλύτερη . Περασμένοι με άσπρο ασβέστη , οι πρώην μαύροι τοίχοι έδειχναν  καθαροί , όπως και όλος ο χώρος , που φιλοξενούσε την γαλλική αποστολή.
  Ο κόκκινος , είδε πάλι τις γνώριμες γαλλικές στολές και άκουσε την γλώσσα που γνώριζε πολύ καλά από το σχολείο ακόμα.
  Με άπταιστα γαλλικά , ζήτησε τον επικεφαλής , ταγματάρχη  Ζαν Αρνί Γκαμπόν.
  Ο ταγματάρχης τους υποδέχτηκε στο γραφείο του , που έβλεπε , στο λιμάνι του Αιγίου. Αφου συστηθήκαν και ο κόκκινος ανέφερε όλα τα στοιχεία , που ειχε στην διάθεση της , η Μαρία , ο Γκαμπόν , τους πρόσφερε ένα γαλλικό μπράντι και τους ζήτησε να του δώσουν δυο μέρες καιρό , να δει αν έχει κάποια στοιχεία για οικογένειες , που έχουν χάσει παιδια την εποχή , της αιχμαλωσίας της κοπέλας.
  Μετά θα τους έφερνε σε επαφή , με επιζώντα μέλη των οικογενειών , να δουν αν μπορούν να θυμηθούν την κοπέλα , η εκείνη τους συγγενείς της. Μέχρι να έχουν νεωτέρα , ο κόκκινος θα έβαζε εμπρός την έρευνα για τα επιχειρηματικά του σχέδια. Αυτά , που είχαν σχέση με την καλλιέργεια της μαύρης σταφίδας.
  Του σύστησαν να επισκεφτεί το γραφείο της εγγλέζικης   BRITISH GREEK CURRANT AGENCY απέναντι από το τελωνείο του λιμανιού. Τον υποδέθηκε ένας ξερακιανός , ημικαραφλός , μεσήλικας ,πανύψηλος Άγγλος , που μιλούσε σπαστά ελληνικά και υποφερτά γαλλικά. Ο κόκκινος μπήκε γρήγορα στο θέμα. Αν μπορούσε η εταιρεία να του βρει τα αμπέλια που θα χρειαζόταν , για να ξεκινήσει καλλιέργεια σταφίδας σε δική του γη.
  «για πόση γη μιλάτε , αγαπητέ;» θέλησε να μάθει ο μίστερ Brown. «Εχετε υπόψη σας , ότι το κάθε στρέμμα, ανάλογα με την ηλικία των φυτών , την περιοχή , την ποικιλία των αμπελιών κλπ , αποδίδει από 200 έως 400 κιλά αποξηραμένης σταφίδας.
 Η κουβέντα γινόταν στα γαλλικά .
  « Σκέπτομαι να αρχίσω με μια έκταση 1000 στρεμμάτων και ανάλογα να επεκταθώ μελλοντικά». Εξήγησε τα σχέδια του ο κόκκινος, «γι’ αυτό και θελω να ξέρω αν θα έχω την αγαστή και συνεχή συνεργασία σας».
 «υποθέτω , ότι την έκταση που αναφέρεται , την έχετε ήδη στην κατοχή σας. Ρωτώ για να ξέρω τι να σας απαντήσω στην πρόταση σας». Ήταν η απάντηση του Άγγλου.
  «Έχω τα χρήματα και θα αγοράσω όση γη θα χρειαστεί, σας διαβεβαιώνω». Είπε ο νέος και συνέχισε,
  «έχω μαζι μου έγγραφα , που αποδεικνύουν την οικονομική μου ευμάρεια . Τα χρήματα μου είναι κατατεθειμένα στην εθνική ελληνική τράπεζα των Αθηνών».
  «Δυστυχώς αγαπητέ μου , δεν είναι θέμα χρημάτων , αλλά έλλειψης διαθέσιμης γης , προς αγορά. Ειδικά στην έκταση που αναζητάτε. Εκτός και αν νοικιάσετε κτήματα της εκκλησίας , που διαχειρίζονται μονές της περιοχής».
  Έτσι οι πλάγιες δυο γειτονικών λόφων , πάνω από την πολη του Αιγίου , νοικιάστηκαν από τον κόκκινο έναντι τιμήματος που αντιστοιχούσε στο 1/10 της ετησίας παράγωγης σταφίδας.
 Εργάτες προσελήφθησαν αμέσως , γιατί η φύτευση των αμπελιών δεν σήκωνε αναβολή. Σε δυο χρονιά ο ΄Αχμαρ θα ειχε την σταφιδοπαραγωγή του. όλον αυτόν τον καιρό , έμενε με την Μαρία σε ένα χάνι έξω από το λιμάνι του Αιγίου.
  Μετακόμισαν σε ένα μικρό σπιτι στο λόφους πάνω από το λιμάνι. Εκει το πρώτο βράδυ στο κρεβάτι τους , αφου έκαναν έρωτα , η Μαρία του είπε ότι θα γινόταν σύντομα πατέρας. Ο κόκκινος τότε της πρόσφερε και το δικό του δώρο. Ο ταγματάρχης Γκαμπόν τον ειχε ειδοποιήσει , ότι ήταν έτοιμος να φέρει την Μαρία σε επαφή με κάποιους , που έμοιαζε πολύ πιθανόν να είναι η οικογένεια της.
64

Το επόμενο πρωινό , μέσα Απρίλιου πια του 1842 , το νεαρό ζευγάρι βρισκόταν , για μια ακόμα φορά στα γραφεία της Γαλλικής αποστολής και για να κυριολεκτούμε, στο γραφείο του ταγματάρχη Γκαμπόν.
  «καλώς τους» τους υποδέχτηκε με χαμόγελο ο γάλλος. «καθίστε παιδιά» , τους πρότεινε δυο μικρές πολυθρόνες από σκαλιστό ξύλο, με ανάγλυφο βελούδινο ύφασμα.
  Ο κόκκινος κρατώντας το χέρι της Μαρίας σφικτά, έκατσε δίπλα της, περιμένοντας και οι δυο τον γάλλο, να τους παρουσιάσει τα στοιχεία, που βρήκε.
  Με το χαμόγελο ακόμα στο φρεσκοξυρισμένο του πρόσωπο ο Γκαμπόν πήρε μια στοίβα χαρτιά από την αριστερή πλευρά του γραφείου και φέρνοντας τα μπροστά του , στερέωσε στην μύτη του ένα ζευγάρι γυαλιά οράσεως κα άρχισε να διαβάζει.
  Ο κόκκινος μετέφραζε από τα γαλλικά στα ελληνικά για την Μαρία. 
  «Στα αρχεία μας υπήρχαν 37 Μαρίες . από αυτές μονό 12 είχαν σκλαβωθεί-απαχθεί το 1828. Μονό τέσσερις  ήταν μεταξύ 5 και 7 ετών, όπως υπολογίζουμε την ηλικία σας, καλή μου κυρία , εκείνη την εποχή. Έτσι καλέσαμε τους ζώντες συγγενείς αυτών των τεσσάρων κοριτσιών , για να συναντηθείτε και να δούμε». Άρχισε την παρουσίαση ο ταγματάρχης.
  «είναι μια γηραιά κυρία , που θα δείτε πρώτη , θεία της απαχθείσας και η μόνη εν ζωή συγγενής της. Ένα ζευγάρι κατόπιν , μια γιαγιά και ένας παππούς , που έχουν χάσει όλη τους την οικογένεια και εύχονται η Μαρία να είναι η εγγονούλα τους . Την τρίτη στην σειρά , μια ορφανή κύπελλα , που ψάχνει την χαμένη αδελφή της και τελευταίος ένας κύριος , εκτελωνιστής στο λιμάνι του Ξυλόκαστρου , που δεν του έχει μείνει άλλος ζωντανός , εκτός από την ελπίδα να εισαι η κόρη του».
  «Θρασύβουλε» , είπε στον κόκκινο η Μαρία , «εξήγησε του, ότι αδελφή δεν θυμάμαι να είχα, άρα τζάμπα θα δώσουμε ελπίδες στο κορίτσι».
  Η θεια δεν θύμισε τίποτα στην Μαρία , όπως και η Μαρία σε αυτήν.
  Οι δυο συμπαθητικοί παππούδες , της έκλεψαν την καρδιά , όταν   έκλαψε μαζι τους , ακούγοντας τις λεπτομέρειες του χαμού της οικογένειας τους , όμως ούτε αυτοί ήταν οι δικοί της.
  Τελευταία  ελπίδα της ο εκτελωνιστής. Όταν μπήκε στο δωμάτιο , ο καραφλός κοντός κύριος άρχισε να κλαίει με μαύρο δάκρυ.
  Οι λυγμοί του έκαναν την  Μαρία να τον αγκαλιάσει από τους ώμους και να τον βάλει να καθίσει σε μια καρεκλά. «Θεέ μου, πόσο μοιάζεις στην συγχωρεμένη την μάνα σου κοριτσάκι μου». ήταν το πρώτο , που μπόρεσε να ψελλίσει , αφού σταμάτησε να κλαίει.
  «Να’ ξερες Μαράκι μου πόσες φορές ονειρεύτηκα αυτήν την στιγμή». Της είπε με μάτια δακρυσμένα και την συγκίνηση να του ραγίζει την φωνή. « Αφ’  ότου γύρισα στο χωριό από τον κάμπο εκείνη την μέρα και το βρήκα καμένο και ρημαγμένο , με εσένα να λείπεις και την μητέρα σου να κείτεται σφαγμένη από τα άπιστα σκυλια στην αυλή , ένα πράγμα σκεπτόμουνα , την ώρα , που θα σε ξαναδώ και θα σε σφίξω στην αγκαλιά μου».
  Η κοπέλα έμεινε άφωνη , συγκλονισμένη από την αγάπη του άγνωστου άνδρα για αυτήν. Μακάρι να είναι ο πατέρας μου σκέφτηκε , αλλά πως θα είμαι σίγουρη;;
65

  Ο κύριος Παύλος όπως συστήθηκε , δεν ειχε αποδείξεις να της προσφέρει. Το σπιτι τους στο Αίγιο ειχε καεί και τωρα έμενε σε ένα άλλο στο Ξυλόκαστρο στην μέση σχεδόν της διαδρομής προς την Κόρινθο. Ασχολιόταν με εκτελωνισμούς σταφίδας και το μονό που ειχε , ήταν η μνημη του για να περιγράψει την κυρία Παναγιώτα , την νεκρή μητέρα της Μαρίας.
 «σου έχω φέρει κάτι , που μπορεί να θυμάσαι γλυκεία μου» και από το καλαμένιο κοφίνι του έβγαλε μια λερωμένη πάνινη αυτοσχέδια κούκλα. Δυο ματιά και ένα χαμογελο ήταν ζωγραφισμένα με κάρβουνο πάνω στο «πρόσωπο» της.
  «Κερένια μου» , ψιθύρισε η Μαρία , «γλυκιά μου κερένια» και έπεσε με λυγμούς χαράς στην αγκαλιά του πατέρα της. Ο κόκκινος συγκινημένος αποτραβήχτηκε στην ακρη του , αφήνοντας τους να απολαύσουν την στιγμή.
 «κάθε μέρα σχεδόν , ζωγράφιζα αυτά τα ματιά και το χαμογελο , όπως ήταν όταν την βρήκα πετάμενη ανάμεσα στις φλόγες , που κατέτρωγαν το σπιτικό μας. Ορκίστηκα πάνω από το νεκρό κορμί της μάνας σου να την κρατήσω μέχρι να πεθάνω ,ή μέχρι να σε βρω».
 «Πατερούλη μου γλυκέ μου πατερούλη, είμαι εδώ τωρα κοντά σου και δεν θα με ξαναχύσεις ποτε».
  Εκανε νόημα στον Θρασύβουλο να πλησιάσει.
 Ο νέος στάθηκε δίπλα της ενώ η Μαρία τον σύστηνε στον πατέρα της. γρήγορα είχαν γίνει όλοι ένα κουβάρι και ευρισκόντουσαν πάλι στο γραφείο του ταγματάρχη. Έδειχνε και αυτός συγκινημένος , ενώ έφτιαχνε τα χαρτιά , που ήταν η επίσημη πράξη αναγνώρισης της Μαρίας από τον πατέρα της και επίσης , η αποδοχή του οικογενειακού επίθετου της, Δημόπουλου.
  Τωρα πια τα χαρτιά της θα είχαν και το πατρικό της όνομα , όχι μόνο του άνδρα της.
 Ο κόκκινος όταν έφτασε στην Ελλάδα και δηλώθηκε σαν επαναπατρισμένος από υποχρεωτική μετανάστευση, έπρεπε να διαλέξει και επίθετο , πέρα από το βεβαιωμένο από την βάφτιση όνομα του. το πρώτο που του ήρθε , ήταν το κόκκινος και έτσι το πλήρες όνομα του στην Ελλάδα, ήταν Θρασύβουλος Κόκκινος και της Μαρίας πια Μαρία Κόκκινου το γένος Δημόπουλου.
  Ο κυρ Παύλος τα μάζεψε και ήρθε στο Αίγιο δίπλα στα παιδια του. Η Μαρία ειχε τον πατέρα της πάλι και ο Θρασύβουλος έναν άνθρωπο να τον βοηθά στα της φυτείας.  Κοντά στα μεσα Νοεμβρίου ο μικρός διάδοχος γεννήθηκε , με τον κόκκινο σε ρόλο μαμής και τον κυρ Παύλο να αγωνιά ιδρωμένος , μέχρι , που αντιλήφτηκε τις ιατρικές γνώσεις του γαμπρού του.
  Ο μικρός γεννήθηκε με τα κόκκινα μαλλιά του μπαμπά του και κατόπιν  της επίμονης της Μαρίας , του δόθηκε το όνομα Ιωσήφ , προς χάριν του πατριού του Θρασύβουλου , Γιουσούφ.
  Με μισή καρδία το δέχτηκε ο κόκκινος , ξερώντας ότι αν το δεχτεί , ποτε δεν θα μπορέσει να της μιλήσει για το κακό που της ειχε κάνει ο πάτριος του. έτσι θα υπήρχε πάντα ένα μυστικό ανάμεσα τους. Το σκέφτηκε αρκετα και αποφάσισε να της μιλήσει .
  Όμως ακόμα και όταν έμαθε το ρόλο του Γιουσούφ, στην πώληση της σαν σκλάβα, η κοπέλα δεν έδειξε να διστάζει, «όχι αγαπημένε μου, ότι εκανε το εκανε νομίζοντας ότι είναι για το καλό σου και άλλωστε χωρίς την μετάνοια, για την πράξη του , δεν θα ήμασταν μαζι τωρα. Του αξίζει να του δώσουμε το όνομα του γιου μας  γιατί σου στάθηκε σαν πραγματικός πατέρας μέχρι το τέλος.»
 Ιωσήφ λοιπον  , Ιωσήφ Κόκκινος.
66

  «Κύριε Τάκη , κύριε Τάκη», η βραχνή φωνή του θεραπευτή με επανέφερε στο σήμερα.
  «Σε λίγο νυχτώνει φίλε μου , είναι νομίζω ώρα να γυρίσετε στο χωρίο και αύριο να τα ξαναπούμε».
  Ήμουν ήδη αρκετά έξω από το χρονοδιάγραμμα έκδοσης του περιοδικού και ο γέρος ειχε και άλλα να μου πει;; άντε τωρα να εξηγήσεις στο αφεντικό όλα αυτά , χωρίς να κινδυνεύεις να σε φάει ζωντανό.
 Χαιρέτησα τον Θρασύβουλο και τράβηξα γραμμή για το χωριό. Στα μεσα της διαδρομής το κινητό μου βρίσκοντας σήμα άρχισε να κτυπάει , προειδοποιώντας για «χαμένες» κλήσεις και εισερχόμενα μηνύματα.  Σταμάτησα στην ακρη του δρομου και διαπίστωσα , ότι όλα ήταν η από το περιοδικό , ή από τον Παπαϊωάννου.
  Χώθηκα στο δωμάτιο μου και αμέσως ενώθηκα στο ιντερνέτ , βρίσκοντας δώδεκα μηνύματα στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο , όλα με έναν αποστολέα και όλα με το ίδιο, πάνω κάτω , περιεχόμενο. «θα βάλουμε  ρε βλήμα, ότι έχεις στείλει μέχρι τωρα και βάζουμε τα υπόλοιπα , αφου έχουμε τοσο υλικό, στο επόμενο τεύχος . τελείωσε και γυρνά το γρηγορότερο. Η ιστορία είναι σουπερ. Παπαϊωάννου».
  Ανακουφισμένος από την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα , κοιμήθηκα σαν πουλάκι, ξυπνώντας γύρω στις εννέα το πρωί , πρώτη φόρα , τις τελευταίες μέρες, χωρίς άγχος .  Έφαγα ένα πλούσιο πρωινό και κατόπιν ξεκίνησα με απίστευτο κέφι για το βουνήσιο καταφύγιο του γέρο θεραπευτή.
  Τον βρήκα να ετοιμάζει το γεύμα του και δικό μου φαντάζομαι. Έβραζε χόρτα και βλέποντας με , ένα πλατύ χαμογελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του.
  «Καθίστε αγαπητέ μου . Να φτιάξω , τσάι ;;» με ρώτησε.
 «Βεβαίως , ένα τσανάκι θα ήταν ότι πρέπει κύριε Θρασύβουλε», συμφώνησα , αλλά μήπως μπορείτε να μου λύσετε κάποιες απορίες;»
  « Ρωτήστε με ότι θέλετε , αν ξέρω θα σας απαντήσω». Με διαβεβαίωσε , καθώς έβαζε  μια κούπα με αχνιστό τσάι μπροστα μου
  «Αφου ο πρώτος Κόκκινος , ασχολήθηκε με την σταφίδα και τις καλλιέργειες, πως γίνατε κατόπιν οι επόμενες γενιές θεραπευτές;; κάτι δεν μου κολλά εδώ. Επίσης όλη αυτή η τεράστια περιούσια , που υποψιάζομαι ο προ προ πάππους σας θα την αυγάτισε και άλλο αφου μόνο από την σταφίδα θα έβγαλε χιλιάδες λιρες , τι απέγινε και σεις τωρα ζείτε στερημένα και χωρίς τις σύγχρονες ανέσεις στο τέρμα θεού;;» είπα και περίμενα την απάντηση του , πίνοντας το τσάι μου με μικρές γουλιές.
  « Όταν θα σας τελειώσω την ιστορία του πρώτου θεραπευτή , τότε θα καταλάβετε πολλά και αρκετές από τις απορίες σας θα λυθούν. Όσο για τον τρόπο ζωής μου , αυτός μου αρέσει και με αυτόν πορεύομαι. Δεν μου λείπει τίποτα . έχω από όλα , ίσως να εννοείται , τεχνολογικές ανέσεις, τηλεοράσεις , τηλέφωνα , ηλεκτρικό ρεύμα , ψυγείο κλπ. Μου είναι παντελώς αχρείαστα αγαπητέ. Έπρεπε ήδη να το έχετε καταλάβει , τόσες μέρες μαζι μου εδώ. Ότι χρειάζομαι , μου το παρέχει η φύση . δεν το βλέπετε;;. φάγατε , ήπιατε εδώ , πράγματα που καλλιεργώ η κυνηγώ μόνος μου. Ποτε δεν φτιάχνω , κάτι παραπάνω από όσο χρειάζομαι. Αφου δεν έχω ψυγείο , θα αναγκαστώ ειδικά το καλοκαίρι να το πετάξω. Έτσι μαγειρεύω όσο ακριβώς τρώει ένας άνθρωπος σε δυο γεύματα. Όταν έχω φιλοξενούμενο , όπως στην περίπτωση σας , για τέσσερα γεύματα.
 Δεν πετώ τίποτε , δεν παράγω σκουπίδια. Δεν ξοδεύω τα πλούτη της γης για περιττά πράγματα. Είμαι θα έλεγα κατά κάποιον τρόπο ο οικολογικός άνθρωπος , ο βιολογικά ζων». Τελείωσε με ένα χαμογελο από το ένα αυτί μέχρι το άλλο. «ας γυρίσουμε τωρα στην ιστορία μας. Ανοίξτε το μαγνητοφωνάκι σας αγαπητέ.
67

  Όταν μπήκε το καλοκαίρι του 1843 , τα φυτά στηριχτήκαν σε ειδικές κατασκευές για να αρχίσουν να ωριμάζουν τα πρώτα τσαμπιά. Ένας χρόνος απείχε για την πρώτη σοδειά του Θρασύβουλου , που επέβλεπε τις εργασίες στον αμπελώνα του με τον μικρό κρεμασμένο σε ειδικό σάκο μπροστα του , πάνω στην καλή του Χάλιμα. Μαζι τους και το μικρό μερικών μηνών πουλαράκι της , καρπός της συνεύρεσης της φοράδας με το πουλάρι της Μαρίας.
  Ο ίδιος ο Θρασύβουλος , ξεπέζευε συχνά και με τα χέρια του ξερίζωνε ότι ζιζάνια φύτρωναν ανάμεσα στα πολύτιμα κλήματα του. Όλη την ώρα τραγουδούσε στον μικρό Ιωσήφ , και του μιλούσε για την Αίγυπτο και την σύρια, για τον Νείλο και την έρημο της Νουβίας.
  Που και που η Μαρία ερχόταν μαζι τους και έφερνε το φαγητό , να το φάνε εκεί έξω , κάτω από τον ίσκιο των πλατανιών , δίπλα στην πηγή, που ανέβλυζε στους πρόποδες του λόφου.
  Άλλες φορές ο χαζοπαππούς Παύλος κράταγε τον μικρό στο σπιτι και οι δυο νέοι έβρισκαν την ευκαιρία να κάνουν μακρινές βόλτες στους λόφους γύρω από το Αίγιο , ή κατά μήκος της παραλίας.
  Οι βόλτες τους, συνήθως, κατέληγαν σε ερημικές τοποθεσίες , που φιλοξενούσαν τις ερωτικές τους περιπτύξεις.
  Οι φασαρίες τον Σεπτέμβριο στην Αθήνα και η απαίτηση να χορηγηθεί σύνταγμα από τον βασιλιά , λίγο τους απασχόλησε. Η πρωτεύουσα έμοιαζε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά . παρόλο που ο Θρασύβουλος αλληλογραφούσε σε τακτική βάση με τον οικονομικό του σύμβουλο και φίλο πλέον, κο  Διαμαντόπουλο στην ελληνική εθνική τράπεζα.
   Προτού το καταλάβουν έφτασε ο Αύγουστος του 1844 και η ώρα για τον πρώτο τρύγο της σταφίδας τους. Σχεδόν 25 τόνοι μετά την ξήρανση του καρπού, ενώ ο κος Brown αγόραζε τον αρίστης ποιότητας καρπό , στην προσυμφωνημένη τιμή , με το αντίτιμο να κατατίθεται στον λογαριασμό της τράπεζας , μέσω περίπλοκων τραπεζικών κινήσεων , που και να ήθελε να μάθει ο Θρασύβουλος , δύσκολα θα καταλάβαινε.
  Ο λογαριασμός του στην ελλ. Εθνική ειχε πλέον αποκτήσει σεβαστές διαστάσεις , τέτοιες που σε μερικές μέρες ανακοίνωνε στην Μαρία, οδηγώντας την σε ένα ύψωμα έξω από το Αίγιο με φοβερή θεά σχεδόν μέχρι την Ιτέα από την μια πλευρά και την Ναύπακτο από την άλλη. « Εδώ θα αρχίσουμε σε λίγες μέρες να κτίζουμε το σπιτι μας γλυκιά μου. Ο αρχιτέκτονας είναι γερμανός και αύριο θα βρίσκεται εδώ , για να μελετήσουμε τα σχέδια.  Εννοείται , πως θα γίνουν όλα όπως τα θες». Η Μαρία βουρκωμένη έγειρε στην αγκαλιά του και αρχισε να του λέει , για τον κήπο με τα μεγάλα δένδρα και το τρεχούμενο νερό , που θα ήθελε στην εσωτερική αυλή, για το παιδικό δωμάτιο , με το μεγάλο παράθυρο , που θα έβλεπε στην θάλασσα , την κουζίνα με …….κλπ κλπ.
  Όλα έδειχνα να πηγαίνουν τοσο καλά για το νεαρό ζευγάρι. Όλες οι ταλαιπωρίες και τα βάσανα, που είχαν περάσει , φαίνονταν τοσο μακρινά , σαν να τα είχαν ζήσει κάποιοι άλλοι σε μια προηγούμενη ζωή.
68

  Τι είναι αυτό , που κάνει την ζωή να μας φθονεί, , που μας δοκιμάζει με συμφορές ανείπωτες, που καταστρέφει την ευτυχία μας;;
 Το λενε μοίρα και μας ανατρέπει τα όνειρα , μας αποχωρίζει από τους αγαπημένους μας , μας γκρεμίζει τα κάστρα μας.
 Το πρωινό εκείνου του Σεπτεμβρίου και ενώ όλα έδειχναν ευλογημένα για το νεαρό ζευγάρι και την οικογένεια τους  , ο εγκέλαδος , παλιός γνώριμος της περιοχής από τα αρχαία χρόνια , θυμήθηκε να ξυπνήσει και να δώσει έναν σεισμό όχι πολύ δυνατό αλλά αρκετό , να παρασύρει , όλη την πλαγιά , που βρισκόταν το σπιτι του κόκκινου. Ο Θρασύβουλος έλειπε στο λιμάνι , συζητώντας με τον κύριο Brown. Η δόνηση ήταν αρκετα αισθητή και εκεί , άλλα κανένας δεν περίμενε ένας συνηθισμένος για την περιοχή σεισμός , να εχει τοσο τραγικά αποτελέσματα. Ο κόκκινος ειδοποιήθηκε να τρέξει γρήγορα στο σπιτι του. έφτασε με την καρδία του να κτυπάει δυνατά από την αγωνία , για να αντικρύσει το σπιτι εξαφανισμένο και την μισή πλαγιά να λείπει. Στην ακρη του καινούργιου γκρεμού , στάθηκε και κοίταξε προς τα κάτω. Στα 200 μέτρα είδε τα χαλάσματα του σπιτιού , σκορπισμένα στους πρόποδες της πλαγιάς. Φωνάζοντας δυνατά το όνομα της Μαρίας, κουτρουβάλησε μέχρι τα ερείπια. Την βρήκε με τσακισμένα τα άκρα και με μια μεγάλη πληγή στο κεφάλι της, αλλά ακόμα ζωντανή,  με τον μικρό Ιωσήφ στην αγκαλιά της , σαν από θαύμα ζωντανό και ήσυχο, λες και δεν  ειχε κυλίσει 200 μέτρα από την κορυφή  , πριν από λίγο.
  Την μετέφεραν προσεκτικά στο ιατρείο της πόλης και ο γιατρός  Ανδριανόπουλος, μαζι με τις δυο αδελφές νοσοκόμες, έκαναν ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για να την σώσουν.
  «Εχει πολλαπλά κατάγματα στα ποδια και σπασμένα και τα δυο της χέρια. Το κτύπημα στο κεφάλι με ανησυχεί , γιατί δεν ξέρω τι ζημιά εχει κάνει στο βάθος. Ακόμα και αν γλυτώσει δεν θα ξαναπερπατήσει κανονικά .  επίσης εχει έναν ελαφρύ πυρετό , που δεν μπορώ να βρω από τι είναι». Ήταν τα λόγια του , όταν ο κόκκινος θέλησε να μάθει ποσό σοβαρή είναι η κατάσταση της.
  Καλπάζοντας στην ράχη της Χαλιμά έφερε από τα χαλάσματα του σπιτιού ότι βότανα βρήκε στα άθικτα από την καταστροφή , μπαούλα του «πατερά» του .
  «Αυτό , το χορτάρι άμα το βράσετε και της το δώσετε , ρίχνει το πυρετό αμέσως», προσπάθησε να πείσει τον γιατρό , όμως αυτός δεν δεχόταν κόλπα «κομπογιαννίτικα» , καθώς τάπε.
  Μια λίρα, σε μια από τις νοσοκόμες έλυσε το πρόβλημα προς το παρόν , άλλα ενώ στην αρχη ο πυρετός έπεσε , το πρωί βρήκε την Μαρία να ψήνεται.
  Ο Θρασύβουλος έχοντας αναθέσει την περιποίηση του μικρού του γιου στο παππού Παύλο, πέρασε όλη την νύχτα στο πλευρό της , ζώντας τους πόνους της και την προσπάθεια της να ζήσει. 
  Καινούργιες προσπάθειες του έπεισαν τον γιατρό να δοκιμάσει τα «κομπογιαννίτικα» , όπως τύλιγε , ανάμεσα σε αυτά και παυσίπονα βότανα, δοκιμασμένα από τον Γιουσούφ σε πάμπολλες περιπτώσεις. Αυτά έδειξαν να επιδρούν στην τραυματία και σύντομα , κοιμήθηκε .
  Ο κόκκινος δεν σταματησε ούτε τότε να στέκεται πάνω από το κεφάλι της , έχοντας συμπληρώσει ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο άυπνος και νηστικός . με χίλια ζόρια πείστηκε να κοιμηθεί στρωματσάδα διπλά της για λίγη ώρα.
 Η φωνή της , που ψιθύριζε το όνομα του, τον ξύπνησε κάποια στιγμή και ενώ ειχε ξημερώσει καινούργια μέρα.
69

  «Θρασύβουλε» , η γλυκιά της φωνή , μουσική στα αυτιά του , έστω και σαν ένας τοσο σιγανός ψίθυρος.
  Πετάχτηκε όρθιος ευθύς και βρέθηκε πάνω από το κεφάλι της. Στο φως μιας λάμπας πετρελαίου, όσα από τα χαρακτηριστικά της άφηνε ο επίδεσμος , που τύλιγε το τραύμα του κεφαλιού της , ήταν χλωμά και ταλαιπωρημένα από τους πόνους , άλλα τα φωτεινά της μάτια ήταν στραμμένα προς το πρόσωπο του και θεέ μου , πόση αγάπη είχαν αυτά τα δυο μάτια , όλη την αγάπη του κόσμου και αποδέκτης ήταν αυτός. Δάκρυα έτρεχαν στα μαγουλά του , όσο οι λυγμοί τράνταζαν το κορμί του. «Μην κλαις αγάπη μου , ζήσαμε τόσα μαζι , που φεύγω γεμάτη από αυτόν τον κόσμο» . με δυσκολία είπε η Μαρία.
  «Όχι αγαπημένη , δεν θα φύγεις , θα γίνεις καλά και θα κτίσουμε το καινούργιο μας σπιτι. Όπως τα έχουμε κανονίσει». Απάντησε ο κόκκινος , σκουπίζοντας με το ανάποδο της παλάμης του τα δάκρυα του.
  «πεθαίνω κάλε μου , το ξέρω , κάτι μεσα μου με καίει και με πονάει απίστευτα. Δεν μπορείς να κανείς τίποτα , για αυτό αγάπη μου . Υποσχέσου μου μόνο ότι θα γίνεις αυτό, που ήθελες όταν ερχόσουν στην πατρίδα. Θεραπευτής, Ελάχμαρ , θυμάσαι;; το όνειρο σου να κάνεις καλά τους ανθρώπους;; να μεγαλώσεις το παιδί μας σωστά καρδιά μου και να του μιλάς για την μητέρα του . Να του λες πόσο τον αγαπούσα , πόσο σας αγαπούσα και να μου παρηγορήσεις τον μπάμπα Παύλο μου . δεν προλάβαμε να χαρούμε ο ένας τον άλλο».
  «μη μιλάς έτσι Μαρία μου, εσύ θα τα πεις στον Ιωσήφ και θα ζήσεις πολλά πολλά ευτυχισμένα χρόνια μαζί μας και με τον πατερά σου. Σύντομα θα γίνεις καλά και όλα αυτά θα σου φαίνονται σαν όνειρο, μην……..», ο βήχας της Μαρίας και το σκούρο αίμα, που κύλισε στην ακρη από τα χείλια της , τον έκαναν να σταματήσει και παίρνοντας μια πετσέτα να σκουπίσει τρυφερά το στόμα της.
  Το ειχε ξαναδεί αυτό το σκούρο αίμα , ήταν σημάδι εσωτερικής αιμορραγίας , άρα η Μαρία πλησίαζε τον θάνατο .
  «Κοιμήσου καλή μου , τωρα να ξεκουραστείς και θα τα πούμε , όταν με το καλό ξυπνήσεις». Της ψιθύρισε , σκύβοντας να την φιλήσει. Της χάιδευε το μάγουλο , μέχρι να την δει να κλείνει τα μάτια . ύστερα έκατσε διπλά της , ενώ από το μυαλό του περνούσαν όλες οι περιπέτειες , που έζησαν μέχρι να βρεθούν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.
  Δεν ξύπνησε ποτε , αλλά έμεινε σε κώμα άλλα δυο ημερόνυχτα και ύστερα ξεψύχησε με τον κόκκινο διπλά της , να δοκιμάζει το ένα βοτάνι μετά το άλλο , προσπαθώντας να σταματήσει την αιμορραγία που της αφαιρούσε την ζωή.
  Άυπνος και νηστικός τόσες μέρες , δέχτηκε τον θάνατο της , σαν μια μαχαιριά , που του ξέσκιζε τα σωθικά του. ούρλιαξε πάνω από το ταλαιπωρημένο της κορμί σαν λιοντάρι από τον πόνο της απώλειας .
  Στην κηδεία , στεκοταν πάνω από τον τάφο και δεν άφηνε να ρίξουν χώματα στο φέρετρο της , μέχρι που ο Γκαμπόν με τον Μπράουν , τον απομάκρυναν σχεδόν δια της βίας. Ο Παύλος , που έχανε το παιδί του δεύτερη φόρα ,έστεκε απαρηγόρητος σε μια ακρη με τα δάκρυα του πια να έχουν εξαντληθεί και μονό σπασμοί να διατρέχουν το κορμί του. Κατάφερε να φύγει σχετικά γρήγορα , μόνο και μόνο γιατί ειχε αφήσει τον εγγονό του στα χέρια μιας άγνωστης παραμάνας .
  Δέκα μέρες πέρασαν , που ο κόκκινος κλεισμένος στο δωμάτιο ενός πανδοχείου , που  ειχε νοικιάσει γι’ αυτόν , συν ένα δωμάτιο για τον παππού και τον εγγονό, δεν δεχόταν κανέναν.
  Μόνο ο πανδοχέας και η γυναικά του έμπαιναν στο δωμάτιο με το φαγητό του δυο φορές την ημέρα. Ο πεθερός του και το παιδί όσες
φορές ηθελαν επίσης , αλλά κανείς άλλος. Όσο και αν προσπάθησαν ο Μπράουν και ο Γκαμπόν δεν τους δέχτηκε.
  Η επικληση του ονοματος του σολειμαν πασα , από τον γαλλο ταγματαρχη Γκαμπόν, ανοιξε την πορτα –επιτελους – του δωαμτιου του κοκκινου.
70



Δεν υπάρχουν σχόλια: