44
Χωρίς να του δώσει χρόνο να το σκεφτεί και
εκμεταλλευόμενος την τρομάρα του ο Ελάχμαρ συνέχισε να τον σφυροκοπεί με
ερωτήσεις. Ναι θυμόταν τον Γιουσούφ και την μικρή σκλάβα , που του πούλησε.
‘Δυστυχώς για σένα , η κοπέλα ήταν ελεύθερη και όχι
σκλάβα , μια κουβέντα μου στο παλάτι και θα περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου
σπάζοντας πέτρες στα κάτεργα’. Του πέταξε κατάμουτρα ο κόκκινος και δεν
σταμάτησε να τον πιέζει’, η μόνη σου
ελπίδα είναι να με βοηθήσεις να την βρω και να εύχεσαι να είναι ζωντανή και
υγιής αλλιώς…………………!!’.
‘Λυπήσου με εφέντι
, ο πολυεύσπλαχνος Αλλάχ να σε έχει , πάντα καλά , εσένα και την
οικογένεια σου, εγώ θα στην βρω , αρκεί να με αφήσεις να ελέγξω τα κιτάπια μου
και να δω ποιος την αγόρασε’ παρακάλεσε ο Αζίρ.
‘Έλεγξε τα τότε και φέρε μου ένα όνομα, το καλό , που σου
θέλω’.
‘αμέσως εφεντι , μόνο που πρέπει να πάω στο πίσω μέρος
του μαγαζιού ,για να βρω τα στοιχεία , που χρειάζομαι’.
‘Άντε , λοιπόν , τι περιμένεις ;; παίζεις με την υπομονή
μου;;’ , απάντησε με θυμωμένη φωνή ο κόκκινος και απευθυνόμενος στον Φαρούκ ‘ πήγαινε
μαζι του , μην του περάσει καμιά περίεργη ιδέα από το μυαλό’.
Αγριοκοίταξε τον Αζίρ και τους είδε να χάνονται στο βάθος
του μαγαζιού.
Δεν είχαν περάσει ούτε δυο λεπτά , όταν ακούστηκε ένας
κρότος σαν να σπάει ένα πήλινο σκεύος και μια κραυγή πόνου.
Κραδαίνοντας το γιαταγάνι πάνω από το κεφάλι του όρμησε
προς το πίσω μέρος , που άκουσε την κραυγή. Ο Φαρούκ ήταν στο έδαφος ανάμεσα
στα κομμάτια ενός σπασμένου λαγηνιού , τρίβοντας το κεφάλι του.
‘συγγνώμη αρχηγέ , αλλά με αιφνιδίασε και μου κοπάνησε το
λαγήνι στο κεφάλι’. Είπε μόλις είδε τον
΄Αχμαρ να στέκει ανήσυχος από πάνω του και συνέχισε, ‘το έσκασε από εκείνη την
πορτα ,κρατώντας μια αγκαλιά από βιβλία στα χέρια του’, δείχνοντας προς τα πού
κατευθύνθηκε ο Αζίρ.
Ο κόκκινος τον βοήθησε να σηκωθεί κι αμέσως χίμηξαν στο κατόπιν
του εμπόρου. Τα μικρά δρομάκια του παζαριού , ήταν ένας πραγματικός λαβύρινθος
και το πολυσύχναστο τους , εκανε τα πράγματα πολύ πιο δύσκολα. Όμως η αναστάτωση
που άφηνε πίσω του ο Αζίρ , τους οδηγούσε στα ίχνη του. Ένας πάγκος αναποδογυρισμένος
,αλλά και άνθρωποι , που είχαν σπρωχτεί και πέσει από τον φυγά , πάνω στον προσπάθεια
του να φύγει μακριά από τον τρελό με το γιαταγάνι , ήταν όλα όσα χρειαζόντουσαν
για να μην τον χάσουν από μπροστα τους.
Πολλοί τρομαγμένοι από την εικόνα του κόκκινου, με το γιαταγάνι
και την πιστόλα του Φαρούκ , έδειχναν με το χέρι τους προς την κατεύθυνση που
ειχε πάρει ο φυγάς.
Η τρομάρα που διακατείχε τον Αζίρ , δεν άργησε να τον
οδηγήσει στο λάθος. Το δρομάκι , που ακλούθησε τον οδήγησε σε αδιέξοδο , αφού
τελείωνε σε ένα ψηλό πέτρινο τοίχο , ενώ
δεξιά και αριστερά του , ήταν μόνο κλειστές πόρτες. Όσο και αν χτυπούσε ,
κανένας δεν του άνοιξε.
‘ ΑΖΊΡ’ ακούστηκε βροντερή η φωνή του κόκκινου. ‘Είσαι
παγιδευμένος , δεν μπορείς να ξεφύγεις. Άσε τα βιβλία κάτω και προχώρα με τα
χέρια πάνω από το κεφάλι σου προς το μέρος του Φαρούκ’.
Ο Αζίρ με το κεφάλι χαμηλωμένο , έχοντας , από ότι
έδειχνε , δεχτεί την ήττα του , άφησε τα βιβλία κάτω , προτού σταθεί μπροστά
στον Φαρούκ ,που του έδεσε με το σχοινί της κελεμπίας του τα χεριά , σφίγγοντας
το λίγο παραπάνω από όσο χρειαζόταν, παίρνοντας έτσι το αίμα του πίσω, για το
χτυπημένο του κεφάλι.
45
Με τον κόκκινο να
σέρνει μεσα από το παζάρι τον Αζίρ από το σχοινί και τον Φαρούκ να τους ακολουθεί
φορτωμένος τα βιβλία στο ένα χέρι και την πιστόλα στο άλλο , γύρισαν , χωρίς προβλήματα
στο μαγαζί με τα υφάσματα. Ο έμπορος άσπρος από τον πανικό του , για την τύχη που
του επιφύλασσε τούτος ο Σειτάν , βρέθηκε δεμένος σε μια πολυθρόνα ,δίπλα στον πάγκο
, όπου ο Ελάχμαρ ειχε αρχίσει να μελετά τα κιτάπια του.
Έψαχνε από τα
τέλη Σεπτεμβρίου έως τα μέσα οκτώβρη του 1840.
Στάθηκε πάνω από
τον Αζίρ και ρώτησε : ‘ με ποιο όνομα έχεις καταχωρήσει την αγοραπωλησία;; που
πρέπει να ψάξω;;’
Τα βιβλία είχαν
σημειώσεις σε αριθμούς και σκόρπια γράμματα εδώ και εκεί, κάποια μορφή κώδικα
υπέθεσε ο κόκκινος. Την λύση μόνο ο έμπορος μπορούσε να την δώσει.
Η Μαρία, σύμφωνα
με τον Αζίρ, ειχε πουληθεί στο εμίρη Μπεν Αγά , πρόξενο της Αιγύπτου στην
Κύπρο. Έψαχνε κάποια νταντά για τα παιδιά του και μαγείρισσα , που να μιλά και ελληνικά.
Σαράντα λίρες στοίχισε
η Μαρία στον εμίρη. Καλή συμφωνία για τον Αζίρ , που δεν ειχε πληρώσει ούτε ένα
γρόσι για την μικρή σκλάβα.
‘Κανονικά θα έπρεπε
να σου πάρω το κεφάλι τσακάλι, αλλά έχε χάρη ,που βρήκα αυτό που γύρευα. Σε αυτήν
χρωστάς την ζωή σου’. Απευθύνθηκε με περιφρόνηση ο Ελάχμαρ στον Αζίρ. ‘Λύσε τον
και άστον να φύγει’, στράφηκε στον Φαρούκ.
Την ώρα που τον έλυνε
ο άνδρας έσκυψε και του ψιθύρισε στο αυτί. ‘Να θυμάσαι ότι ο εφεντι Ελάχμαρ ,
σου έδειξε την μεγαλοψυχία του. Μην το ξεχνάς ποτέ και να ευλογείς τον παντοδύναμο
Αλλάχ για την τύχη σου’.
Γύρισαν στις
αποβάθρες , όπου νοίκιασαν ένα πλοιάριο να τους μεταφέρει μέχρι το λιμάνι της
Αλεξάνδρειας . από εκεί θα έπαιρναν το πλοίο για την Κύπρο.
Ευκαιρία για τον
κόκκινο , μόλις έφτασε στο λιμάνι , μαθαίνοντας ότι το βρετανικό εμπορικό «Ση
Λάιον» αναχωρούσε σε δυο ήμερες για την Πάφο της Κύπρου, να επισκεφτεί τον γέρο
μουφτή και πατερά του Αχμέτ. Ήθελε και
ένα χαρτί να του δώσει από το συρτάρι του γραφείου του.
Η συνάντηση των
δυο τους στο σπιτι του Αχμέτ , ήταν φορτισμένη από συγκίνηση και αναμνήσεις.
‘Αν κάτι με κάνει
να μην υποφέρω τόσο , παιδί μου για τον χαμό του, είναι το γεγονός ότι παρόλο ,
που έμεινε χωρίς πόδια , μπόρεσε να πεθάνει σε μάχη , σαν κανονικός πολεμιστής
και αρτιμελής άνδρας ,αφού πρώτα πήρε τις ζωές αρκετων αντιπάλων του’, ήταν τα
λόγια του γέρου , όταν έμαθε τις συνθήκες του θανάτου του γιου του .
Γρήγορα η
συζήτηση στράφηκε στην Μαρία και την τύχη της , όπως και στην απόφαση του
Ελάχμαρ να την βρει και να της χαρίσει την ελευθέρια της. Ο μουφτής , χωρίς να
σταματήσει να τον ακούει με μια λάμψη στα ματιά , άνοιξε το μικρό ευρωπαϊκό
νεσεσέρ και έβγαλε ένα χαρτί , προτείνοντας το προς τον κόκκινο.
‘Θα σου χρειαστεί
αυτό παλληκάρι μου. Είναι το επίσημο χαρτί απελευθέρωσης της Μαρίας ,
υπογεγραμμένο από το νόμιμο πρώην, πλέον , αφεντικό της, δηλαδή εμένα.’, είπε
με τρεμάμενη φωνή συμπληρώνοντας, ‘η απόφαση σου καταλαβαίνω ότι έχει να κάνει
με λογούς , που υπερβαίνουν την απλή υποχρέωση ,αλλά υποδαυλίζεται από τα
συναισθήματα σου. Σου εύχομαι κάθε ευτυχία Ελάχμαρ’.
Ο γέρος δεν
δέχτηκε τα λεφτά που ειχε φυλάξει ο κόκκινος από την πώληση των πολεμικών
λάφυρων και του είπε να τα θεωρήσει προίκα της «κόρης» του της Μαρίας. Το ίδιο
και τούτο το σπιτι, που θα της το έγραφε στην διαθήκη του.
Βουρκωμένοι και
οι δυο , χαιρετηθήκαν και ο νέος μαζι με τους δυο συνοδούς του και τις αποσκευές
, όπως και τα ζώα τους επιβιβάστηκαν στο μεγαλόπρεπες τρικάταρτο μπρίκι. Ένοιωθε τόσο κοντά της πια. Επιτέλους τα
βάσανα της θα τελείωναν.
46
Με το κεφάλι της να πηγαίνει να σπάσει από τον πόνο , η Μαρία
συνήρθε και προσπαθώντας να σηκωθεί, συνειδητοποίησε ότι τα χέρια και τα ποδια
της ήταν δεμένα με αλυσίδες. Το μέρος έμοιαζε με αμπάρι ξύλινης βάρκας ή πλοιαρίου.
Στενός χώρος , ίσια που την χωρούσε ξαπλωτή . Στον κεντρικό δοκό του σκελετού
,ήταν περασμένοι μεταλλικοί κρίκοι , κοντά κοντά , όπου ήταν περασμένες αλυσίδες,
ανάμεσα σε αυτές και οι δικές της. Ένα βογγητό πίσω της , την εκανε να καταλάβει
ότι δεν ήταν μόνη .Με πολύ δυσκολία έστριψε το κεφάλι ,για να αντικρύσει το πρόσωπο
μιας μικρής , όχι πάνω από δεκατεσσάρων
, δεκαπέντε χρονών, μαύρης.
Μια πολύ όμορφη
άλλα τρομοκρατημένη κοπέλα.
‘Μιλάς αραβικά;;’ , ρώτησε η Μαρία. Η μικρή δεν έδειξε να
καταλαβαίνει έτσι η Μαρία ακουμπώντας το χέρι στο δικό της στήθος , είπε ‘ Μαρία’.
Μετά από κάνα δυο φόρες η μαύρη κατάλαβε και είπε ‘Ανγκάνι’.
Ποτέ δεν βγήκαν
από την βάρκα , ούτε καν στους καταρράκτες , όπου ομάδα ανδρών μετέφερε την βάρκα
,στο επόμενο πλωτό κομμάτι του ποταμού. Μέχρι να φτάσουν στο Κάιρο , είχαν πια μάθει
αρκετές λέξεις και από τις δυο γλώσσες. Αραβικά και σουαχίλι. Έτσι η Μαρία έμαθε
ότι η κοπέλα ειχε απαχθεί από το χωριό της στα βάθη της ζούγκλας από τον ίδιο δουλέμπορο
, που ειχε απαγάγει και την ίδια.
Ένας άνδρας με
μια απαίσια ουλή στο πρόσωπο του , που το παραμόρφωνε σε μια μάσκα κακίας , έφερνε
δυο φορές την μέρα κάνα παστό ψάρι, ξερό αραβικό ψωμί και νερό. Ποτέ δεν έβγαλε
κουβέντα από το στόμα του , μόνο μια φορά άρχισε να τσιμπά και να χαϊδεύει τα
γυμνά στήθη της Ανγκάνι , με το μυαλό του σε διάφορες ασχήμιες , μέχρι που οι φωνές
της Μαρίας, έφεραν τον καπετάνιο στο αμπάρι . Αυτός αφού του έβαλε τις φωνές,
τον πήρε μαζι του και δεν τον ξαναείδαν. Το φαγητό τους πια το έφερνε ένας νεαρός
Νούβιος , όχι πάνω από τα δεκάξι .
Βγήκαν για πρώτη
φορά στο φως του Ήλιου ,μετά από μέρες , όταν η βάρκα έφτασε στο Κάιρο. Εκει
τις περίμενε ένα κάρο . ανέβηκαν επάνω κι κατευθύνθηκαν προς την περιοχή με τα μεγάλα
σπίτια , γύρω από το παλάτι. Ένας πιο μεγάλος άνδρας , που τους συνόδευε και οι
άλλοι τον αποκαλούσαν εφεντι Αζίρ , τους έδωσε οδηγίες και στις δυο γλώσσες. ‘
ο αγάς που θα υπηρετήσετε, είναι μεγάλος και τρανός , φίλος του πολυχρονεμένου
μας Μοχάμεντ Αλή άλλα και του Ιμπραήμ πασά.
Θέλει μια νταντά και μαγείρισσα , όπως και μια υπηρέτρια για το σπιτι του στην
Κύπρο ένα μακρινό νησί. Σαν άπιστες , που είσαστε και οι δυο , οι ζωές σας
έχουν αξία όσο θα υπηρετείτε πιστά τον εφεντι σας. Οποιαδήποτε σκέψη για
απόδραση είναι ανώφελη και τιμωρείται με θάνατο’.
Η σκέψη της
Μαρίας ταξίδεψε στην μόνη της ελπίδα , τον γενναίο Ελάχμαρ. Μακάρι να έψαχνε να
την βρει , αλλά πάλι , πόσο θα ξόδευε από τον χρόνο του ,για μια σκλάβα;; ήταν
χαμένη δυστυχώς. Ακόμα και αν ο κόκκινος την έψαχνε , στην Κύπρο, που ήξερε ότι ήταν πολύ μακριά
από την Αίγυπτο , δεν θα την εύρισκε ποτέ.
47
Ο εμίρης ,
ήταν ο πρόξενος της Αιγύπτου στην Κύπρο, που βρισκόταν , κάτω από τούρκικη κατοχή. Μετά τους δυο
τουρκοαιγυπτιακους πόλεμους , ακολούθησε μια περίοδος ειρήνης και εμπορικών
συναλλαγών. Άλλωστε η Αίγυπτος ,
παρά της αυτονομίας , που έχαιρε , ποτέ δεν σταμάτησε να
είναι κομμάτι της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Ο όρος πρόξενος ,
δεν ανταποκρινόταν στον πραγματικό ρόλο του εμίρη. Μάλλον στον σύγχρονο ορισμό
του εμπορικού ακόλουθου θα ταίριαζε η δουλειά, που εκανε στην Κύπρο.
Η αγορά χαλκού και
αγροτικών προϊόντων , όπως λάδι και εσπεριδοειδή, από την Κύπρο και οι εξαγωγές
από την Αίγυπτο υφασμάτων , από βαμβάκι της ανυπέρβλητης αιγυπτιακής ποικιλίας
ήταν η κυρία ασχολία του Μπεν Αγά. Όποιος
ήθελε κάτι από την παραγωγή των δυο κρατών , απευθυνόταν στον εμίρη. Αυτος σαν μεσάζοντας
θα σε έφερνε σε επαφή με τον κατάλληλο άνθρωπο , παίρνοντας φυσικά το κατιτίς
του , για την μεσολάβηση του. Έβγαζε λοιπόν αρκετα χρήματα για να διατηρεί ένα δίπατο πολυτελές σπίτι στο λιμάνι της Λεμεσού
, με μεγάλο κήπο και αρκετούς σκλάβους σαν υπηρέτες.
Η πρώτη του γυναίκα
, η Γιουνάχ του ειχε χαρίσει ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι , δίδυμα , τον Σαντίκ
και την Σααντίγια. Η Μαρία θα ήταν η νταντά τους και ταυτόχρονα θα αναλάμβανε
την κουζίνα του σπιτιού με την Ανγκάνι σαν βοηθό. Τα ελληνικά της θα ήταν
απαραίτητα για τα ψώνια του σπιτιού , μιας και
ήταν η μητρική γλώσσα για το 80% του ντόπιου πληθυσμού .
Τα παιδια αποδείχτηκαν , δυο αξιολάτρευτα αγγελούδια
, που αγάπησαν την Μαρία , όσο τα αγάπησε και αυτή. Η κυρία του σπιτιού , μόλις
κατάλαβε , τι θησαυρός ήταν η κοπέλα και πόσο αγαπούσε και φρόντιζε τα παιδια ,
της φερόταν , περισσότερο σαν μέλος της οικογένειας , πάρα σαν σκλάβα.
Ο εμίρης σπάνια
ήταν στο σπίτι κατά την διάρκεια της μέρας, απασχολημένος με την δουλειά του.
δεν ανακατευόταν με τους σκλάβους , αφήνοντας την διοίκηση του σπιτιού στην
Γιουνάχ.
Μια φορά στο τόσο
έπαιρνε τα παιδιά και τις γυναίκες του και πήγαιναν εκδρομές στην έξοχη. Η
Μαρία πάντα ακολουθούσε σαν νταντά .
Πολλές φορές
σκεπτόταν τον κόκκινο. Τον τρόπο , που την κοιτούσε , με εκείνα τα μεγάλα ματιά
του, πόσο γλυκά της μιλούσε ,με την μελωδική φωνή του.
Ένοιωθε τότε τόσο
μόνη και απελπισμένη , γιατί δεν θα τον ξαναέβλεπε και γιατί όσο καλά και αν
της φερόντουσαν τα αφεντικά της δεν θα ήταν ποτέ τίποτε παραπάνω από μια κανιίζ
(σκλάβα) και άπιστη , που η ζωή της δεν άξιζε παραπάνω από ενός σκυλιού. Λυγμοί
συντάραζαν το σώμα της τότε και έκλαιγε , μέχρι να στερέψουν τα δάκρυα της.
Μόνο η μαύρη φίλη
της , η Ανγκάνι ,που το όνομα της σήμαινε ουρανός στην γλώσσα της, στεκοταν πάντα
δίπλα της και παρηγορούσε η μια την
άλλη.
Πέρασε έτσι , πάνω
από ένας χρόνος και η εικόνα του Ελάχμαρ ειχε αρχίσει να ξεθωριάζει στην μνήμη
της , αλλά ποτέ στην
καρδιά της.
48
Η καμπίνα του Ελάχμαρ στο δεύτερο κατάστρωμα
του «Ση Λάιον», έβλεπε προς την μεριά της αποβάθρας , όπου μια σχετική αναμπουμπούλα τράβηξε την προσοχή του. ενώ το πλοίο ήθελε μερικές
ώρες , μέχρι την αναχώρηση τους για την Κύπρο.
Δυο μέλη του πληρώματος
, λογόφερναν με μια χονδρή μαύρη. Τους κατσάδιαζε ήδη, σαν μικρά παιδιά , όταν
ο κόκκινος άκουσε καθαρά την γυναίκα , να λέει το όνομα του. Γεμάτος περιέργεια ανέβηκε στο κύριο κατάστρωμα
και κατευθύνθηκε προς την σκάλα επιβίβασης, στην βάση της οποίας ειχε στηθεί ο καυγάς.
‘Μα….’, κοντοστάθηκε , με έκπληξη όταν αντίκρισε το πρόσωπο της ηλικιωμένης
γυναίκας ,‘αυτή είναι η μάμα , η Φατίμα αυτοπροσώπως’ . αγκαλιάστηκαν κλαίγοντας
από την χαρά τους και οι δυο.
‘ Παλιόπαιδο,
ώστε έτσι , γύρισες στην Αίγυπτο και ούτε που νοιάστηκες να δεις την φτωχή Φατίμα.
Ευτυχώς που το πέρασμα σου από το Κάιρο , ήταν αρκετα θορυβώδες και μαθεύτηκαν στο παλάτι τα κατορθώματα σου στην
αγορά και έτσι μπόρεσα να σε βρω, προτού το σκάσεις πάλι.’ Του γκρίνιαξε η
Φατίμα.
Η γυναίκα ειχε
μείνει στο Κάιρο , όταν πριν από ένα χρόνο και κάτι, ο Ελάχμαρ και η παρέα του
έφευγαν για το Σουδάν. Ο ίδιος ο Ιμπραήμ ειχε ζητήσει τις υπηρεσίες της ,σαν
νταντάς του πρωτοτόκου γιου του , Ισμαήλ.
‘Μάμα έχω μια αποστολή
να φέρω σε πέρας και αμέσως μετά θα σε πάρω να ζήσεις μαζι μου. Τώρα προέχει η σωτηρία
μιας αθώας κοπέλας’, δικαιολογήθηκε ο κόκκινος , όνομα και πράγμα πια από την ντροπή
του.
‘ ο Ισμαήλ δεν με
έχει πια τόσο ανάγκη και ο χεδίβης , ο Αλλάχ να τον έχει πάντα καλά, με άφησε
να φύγω. Δεν πάω πίσω τώρα , μόνο μπροστά μαζί σου. Δεν θα σε καθυστερήσω , ούτε
θα σου γίνω βάρος. Ένα μουλάρι να καβαλήσω και ότι αντέχεις εσύ , το αντέχω και
εγώ. Όχι ..όχι’, τον εμπόδισε να διαμαρτυρηθεί, ‘εγώ σε μεγάλωσα μικρέ κοκκινομάλλη
και δεν θα διστάσω να σου μαυρίσω τον πισινούλη σου, άλλη μια φορά, αν δεν ακούσεις
την γριά μάμα σου’.
Πώς να αντιπαλέψει
τέτοια «πειστικά» επιχειρήματα, ο ανήμπορος Ελάχμαρ;; αναγκαστικά δέχτηκε την γυναίκα
να τον ακολουθήσει στο ταξίδι του στην Κύπρο.
Τρεις μέρες και
τρεις νύχτες στο πλοίο και όποτε η ναυτία δεν την κρατούσε ζαλισμένη , να ξερνοβολά
στην καμπίνα , ο κόκκινος της μίλησε για τον θάνατο του πρώην αφέντη της του
Γιουσούφ και για την Μαρία και τον φτωχό Αχμέτ. Η Φατιμα δεν χρειάστηκε πολύ , για να καταλάβει
, πόσο ερωτευμένος ήταν ο γλυκός της Ελάχμαρ . παραδέχτηκε και εκείνη ότι ο νέος
ειχε απαχτεί και η πραγματική του καταγωγή ήταν από την Ελλάδα.
Του υποσχέθηκε να
τον βοηθήσει να κάνει πραγματικότητα το όνειρο του της επιστροφής στον Μοριά ,
μαζι με την αγαπημένη του. Το πρωί της τέταρτης μέρας αντίκρισαν τις ακτές της Κύπρου
και τα σπίτια της Πάφου.
Η σκέψη του σταθερού
εδάφους κάτω από τα ποδια της , ειχε ήδη φτιάξει την διάθεση της Φατιμα , πριν ακόμα
αποβιβαστούν στην ξηρά.
Αφού αγοράστηκε
ένα νεαρό μουλάρι για την γυναίκα , οι τέσσερις τους πήραν τον δρομο για την Λεμεσό.
Ο Ελάχμαρ ένοιωθε
πια ότι τίποτα δεν τον χώριζε από την αγαπημένη του Μαρία και ότι επιτέλους τα προβλήματα
της θα τελείωναν.
Όμως για άλλη μια
φορά η μοίρα θα τους έπαιζε ακόμα ένα ασχημο παιγνίδι.
49
Μετά την ανεξαρτησία
της Ελλάδας , οι άνεμοι της επανάστασης φύσηξαν σχεδόν σε όλους τους σκλαβωμένους
από τους τούρκους λαούς. Πρώτοι και καλύτεροι βέβαια οι ελληνοκύπριοι.
Αρκετοί ελληνοκύπριοι
το πλήρωσαν με την ζωή τους , κατά την διάρκεια της ελληνικής επανάστασης , είτε
σφαγιασθέντες από τους τούρκους , είτε πολεμώντας στα πεδία των μαχών , στην Ελλάδα.
Οι τούρκοι ανάγκασαν μεγάλο μέρος του χριστιανικού- ελληνικού πληθυσμού να αλλαξοπιστήσει
, κάτω από την απειλή της σφαγής και του εξανδραποδισμού του.
Ο κόκκινος δεν ήξερε
ότι στον δρομο του προς την Λεμεσό , μονάδες του τούρκικου στρατού είχαν ήδη αψιμαχίες
με επαναστατημένους ελληνοκύπριους , άλλα και τουρκοκύπριους , που διαμαρτύρονταν
για την σκληρότητα του σουλτάνου , όπως και την υπερβολική αύξηση των φόρων ,
για άλλη μια φορά. Οι χριστιανοί είχαν και ένα λόγο παραπάνω , την λεηλασία δυο
ναών στην επαρχία Πάφου , από άτακτους του τούρκικου στρατού. Ρεμάλια και εγκληματίες
, που έφερε στο νησί , η υψηλή πύλη , από τα βάθη της μικράς Ασίας , προσπαθώντας
να φοβίσει τον πληθυσμό.
Ο βιασμός μιας μικρής
τουρκοκύπριας ειχε επιδεινώσει την κατάσταση φέρνοντας όλους τους κατοίκους της
επαρχίας , τούρκους και έλληνες σε αντιπαράθεση με τον τουρκικό στρατό.
Ήδη στην Λεμεσό είχαν
εκδιώξει την φρουρά και λεηλασίες στα σπίτια αξιωματούχων , όπως και σε αποθήκες
, όπου μαζεύονταν αγροτικά προϊόντα, σαν φόρος προς το παλάτι, είχαν ξεκινήσει
από τα χαράματα.
Οι στρατιώτες ,
που συνάντησαν στο δρόμο τους , ήταν τμήμα της δύναμης καταστολής των επεισοδίων
, που ο διοικητής της Κύπρου έστελνε στην Λεμεσό.
Η επιμονή του Ελάχμαρ
, μαζι και ένα γερό μπαξίσι στον επικεφαλής αξιωματικό, τους επέτρεψε να μπουν
στην πολη αργά το ίδιο βράδυ , με τα φλεγόμενα σπίτια και αποθήκες να γεμίζουν
με καπνούς τα ρουθούνια τους.
Αραιοί πυροβολισμοί
και φωνές ακούγονταν από διάφορα σημεία της πόλης. Τοπικοί αξιωματούχοι , ενημέρωσαν
τον κόκκινο για την διεύθυνση του σπιτιού , του Μπεν Αγά.
Ανήσυχος για το
τι θα έβρισκε , όταν θα έφτανε , ο Ελάχμαρ κάλπασε μέχρι το πολυτελές διπατο ,
στο λιμάνι. Έφτασε πρώτος από τους άλλους και πηδώντας από την ράχη της Χάλιμα μπήκε
στον κήπο , βρίσκοντας την εξώπορτα , διάπλατα ανοιχτή. Παντού γύρω του , έπιπλα
και ρούχα σκόρπια , πάνω στο γρασίδι και στα χαμηλά κλαριά των δένδρων.
Τράβηξε το γιαταγάνι
και κρατώντας μια πιστόλα στο άλλο χέρι , ανέβηκε τα λίγα σκαλιά , μέχρι την
πορτα του υπερυψωμένου ισόγειου. Αυτή ήταν πετάμενη , βγαλμένη από το πλαίσιο
της , προς το εσωτερικό του σπιτιού. Πίσω του άκουσε τον Χουρσίτ να ανεβαίνει
τα σκαλιά. Φώναξε στην Φατίμα και τον Φάρου να μείνουν έξω και ανάβοντας ένα λυχνάρι
που κρεμιόταν από την οροφή , προχώρησε βαθύτερα στο σκοτεινό και λεηλατημένο
σπιτι. Με την καρδιά του να χτυπά σαν τρελή από την αγωνία , φώναξε το όνομα
της Μαρίας , δυο με τρεις φόρες , χωρίς
να πάρει απάντηση. ‘ Αλλάχ εσύ ο δυνατός και κύριος της μοίρας μας , κάνε να
είναι καλά και να την βρω’, προσευχήθηκε
από μεσα του.
Όσο ο κόκκινος ερευνούσε
το ισόγειο ο Χουρσίτ έψαξε για ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στον όροφο , ενώ ο Φαρούκ
με την Φατίμα έλεγχαν τους στάβλους και την αποθήκη του κήπου. Κατάλαβαν γρήγορα
, ότι κανείς δεν ειχε χτυπηθεί , ή σκοτωθεί σε αυτό το σπιτι.
όλα δείχνουν , ότι έφυγαν , προτού ο όχλος λεηλατήσει το
σπιτι’, απεφάνθη ο Φαρούκ.
‘ πράγμα που σημαίνει
, ότι κάπου θα κρύβονται , μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα, μάλλον’, συμπέρανε ο
κόκκινος και συνέχισε. ‘Θα μείνουμε εδώ απόψε και αύριο το πρωί αν δεν φανούν ,
θα τους ψάξουμε παντού στην πολη και γύρω απ’ αυτήν. Ας κοιμηθούμε τώρα , αφού ταχτοποιήσουμε
τα πράγματα και τα ζώα μας και στο φως της μέρας θα ξέρουμε καλυτέρα τι πρέπει
να κάνουμε.’
50
Tο πρωί, αφού άφησαν την Φατίμα στο σπίτι, να περιμένει μήπως επιστρέψουν, ο
εμίρης και οι δικοί του, οι τρεις άνδρες, άρχισαν να οργώνουν την πολη ψάχνοντας,
για την οικογένεια του αιγύπτιου πρόξενου.
Η ηρεμία ειχε
επανακάμψει στην αναστατωμένη πολη και οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους
εξεγερμένους και τον στρατό , είχαν οδηγήσει σε εκτόνωση της κρίσης , κατόπιν
αμοιβαίων υποχωρήσεων.
Οι τρεις αιγύπτιοι
, χρησιμοποιώντας τα τούρκικα και τα λίγα ελληνικά του Ελάχμαρ, μπόρεσαν να
μάθουν , ότι η οικογένεια του εμίρη , μαζι με το υπηρετικό προσωπικό , είχαν
καταφύγει σε ένα νταου , αραβικό , για να μείνουν ασφαλείς από την βία της
εξέγερσης. Κανείς δεν το ειχε ξαναδεί από χθες το βράδυ, λογικά ειχε σαλπάρει
το χάραμα , λίγο πριν ανατείλει ο ηλιος και τώρα , ένας θεός ήξερε προς τα πού
ειχε πάει.
Ο κόκκινος
επισκέφτηκε τον λιμενάρχη της Λεμεσού , ψάχνοντας περισσότερα στοιχεία για το
πλεούμενο.
Έμαθε λοιπόν ότι
καπετάνιος του ήταν κάποιος τυνήσιος , Μπεσίιρ το όνομα του , που οι αρχές ,
υποψιαζόντουσαν σαν λαθρέμπορο. Ειχε 12 άτομα πλήρωμα , που ο λιμενάρχης
αποκάλεσε σκέτα αποβράσματα.
‘Μα τον Αλλάχ’,
σκέφτηκε ο Ελάχμαρ, ‘ ποσό ελαφρόμυαλος μπορεί να είναι ο Μπεν Αγά;;, ή φταίει
ο πανικός, που τον έσπρωξε να ζητήσει
βοήθεια , από τόσο επικινδύνους άνδρες;;’
Τα φίδια έζωσαν
τον νέο, καθώς ο φόβος για την τύχη της Μαρίας, στα χέρια αυτών των καθαρμάτων
, κάθε άλλο πάρα ρόδινη, φάνταζε στο ερωτευμένο μυαλό του.
Η άφιξη ενός αξιωματικού
του τούρκικου ιππικού , που τον έψαχνε , έφερε την ελπίδα , πάλι στον κόκκινο.
Μαζι του στο άλογο
του ο αξιωματικός ειχε μια μαύρη κοπέλα , απίστευτης ομορφιάς , ντυμένης με ένα
απλό ριχτό φόρεμα , που κοίταζε γύρω της με ματιά τρομαγμένα.
‘Σύμφωνα με τα
λίγα , που κατάλαβα , μιας και δεν μιλά
τουρκικά , είναι υπηρετρια του εμίρη . κάτι λέει για
λεφτά , αλλά δεν καταλαβαίνω.
Ο Ελάχμαρ , βοήθησε
το κορίτσι να κατεβεί από το άλογο και την οδήγησε στην έπαυλη του εμίρη .δεν έδειχνε
τραυματισμένη ή κακοποιημένη , μόνο τρομοκρατημένη.
Ο κόκκινος την έβαλε
να κάτσει σε ένα χαμηλό καναπέ , της έφερε κάτι να φάει και να πιει , ενώ η
Φατιμα την βοήθησε να πλυθεί. ‘ Το όνομα μου είναι ο κόκκινος , Ελάχμαρ’, της είπε
, βγάζοντας το τουρμπάνι και αφήνοντας την κοπέλα να θαυμάσει τα κατακόκκινα μαλλιά
του. η μαύρη έπεσε στα γόνατα , ψιθυρίζοντας το όνομα της Μαρίας.
Ο κόκκινος κοκάλωσε
, προς στιγμή , αλλά γρήγορα συνήλκε και την ρώτησε το όνομα της, ‘Ανγκάνι’ και
γιατί είπε το όνομα της Μαρίας.
Μεσα σε λίγα
λεπτά , η Ανγκάνι του είπε τα πάντα , το ταξίδι στον Νείλο , τον ένα χρόνο ζωής
στην Λεμεσό , υπηρετώντας τον εμίρη και τις συνέχεις αναφορές της Μαρίας στον
κόκκινο. Την απελπισία της , ότι ο κόκκινος δεν θα την εύρισκε ποτέ και ένα
σωρό λεπτομέρειες , που έπεισαν τον κόκκινο ότι και η Μαρία ένοιωθε κάτι γι’
αυτόν.
Όμως η Ανγκάνι ,
δεν τον άφησε να χαρεί και πολύ, σοβαρεύοντας και δείχνοντας πάλι σημάδια
τρόμου στο όμορφο πρόσωπο της, έσκυψε προς το μέρος του και με φωνή έτοιμη να
ραγίσει από τον λυγμό πρόσθεσε: ‘ εφεντι μου , η Μαρία, αλλά και όλη η
οικογένεια του εμίρη , βρίσκονται σε κίνδυνο. Κάθε στιγμή που περνά , μπορεί να
βρεθούν σφαγμένοι και πεταμένοι στην θάλασσα’,
‘Τι εννοείς ;;
που βρίσκονται;; εσύ πως είσαι εδώ , μόνη
σου;;’, ρώτησε ο κόκκινος με φανερή την ανησυχία στην όψη του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου