Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

O ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑ 77-82

77

  Ο ασκός έπεσε στο οχυρωμένο, με σακιά άμμου, πυροβολείο ανάμεσα στα ποδια των ανδρών. Ήταν ένα απλό ασκί από δέρμα προβάτου , μουσκεμένο στο αίμα. Ο λεγεωνάριος, που το άνοιξε δεν σταμάτησε να ξερνά, για ώρες μετά. Το κεφάλι ενός από τους αγγελιοφόρους ήταν μέσα με τα μάτια διάπλατα ανοιγμένα , να αντικρίζουν για πάντα την φρικη της στιγμής του αποκεφαλισμού. Η σάλπιγγα έπαιξε τον συναγερμό και όλοι βρέθηκαν έτοιμοι στις θέσεις τους , περιμένοντας την εμφάνιση του εχθρού. Ο κόκκινος ενημερώθηκε για το ανατριχιαστικό δέμα-μηνυμα , αλλά πίστευε ότι ο άλλος αγγελιοφόρος θα ειχε περάσει , μιας και τους πέταξαν μόνο ένα κεφάλι. Στο βάθος της εισόδου στην κοιλάδα , φάνηκε μια ομάδα καμήλων με τους αναβατές τους. Με το μονοκυαλο διέκρινε τις άγριες , σημαδεμένες από την σκληρή ζωή της ερήμου φάτσες τους. Βεδουίνοι σκέφτηκε , οι αγριότεροι πολεμιστές ανάμεσα στους άραβες. Αυτό σήμαινε ότι οι βοσκοί ήταν και αυτοί βεδουίνοι .Τούτοι θα πέθαιναν μέχρι τον τελευταίο , προσπαθώντας να εκδικηθούν για τις οικογένειες των συγγενών και φιλών τους. Φώναξε δυνατά για να ακουστεί και στο ισόγειο του οχυρού , αλλά και στο πυροβολείο, «Μην ρίξετε αν δεν ακούσετε το παράγγελμα μου. Διαλέξτε τους στόχους σας με προσοχή και σιγουρευτείτε ότι δεν θα πάει καμιά βολίδα χαμένη».
  Για να βρεθούν οι άραβες σε ακτίνα βολής , γύρω στα 100 μέτρα δηλαδή , για σιγουριά, έπρεπε να περάσουν την στενή είσοδο , που κατέληγε σε ένα πλάτωμα μπροστα στις πολεμίστρες του οχυρού. Όλα λοιπον τα μουσκέτα ήταν στραμμένα προς τα εκεί , το ίδιο και το πυροβόλο γεμισμένο με καρφιά και βολίδες . Με το που θα έφταναν οι εχθροί στο πλάτωμα θα θεριζόντουσαν από τα πυρά των γάλλων . Η εντολή του κόκκινου , ήταν να πυροβολούν σε δυο δόσεις. Πρώτα οι του ισογείου και μετά από περίπου μισό λεπτό οι του πρώτου ορόφου. Έτσι δεν θα σταματούσε το σφυροκόπημα των αράβων ούτε στιγμή , μιας και οι λεγεωνάριοι θα βρισκόντουσαν πάντα οι μισοί  τουλάχιστον με γεμάτα μουσκέτα.
  Οι πρώτοι άραβες αλαλάζοντας και κραδαίνοντας παλιά εμπροσθογεμή μουσκέτα όρμησαν στο πλάτωμα και συνάντησαν τον δημιουργό τους με κάποιο η περισσότερα μολυβένια κομμάτια καρφωμένα στο σώμα τους. Ακολούθησαν δυο τρεις ακόμα άκαρπες προσπάθειες μέχρι να τα παρατήσουν και να γυρίσουν πάλι στην είσοδο της κοιλάδας. Ζητωκραυγές ακουστήκαν από τους λεγεωνάριους.
  «ήρεμα παιδια», είπε με δυνατή φωνή. «Δεν θα το βάλουν κάτω, έτσι εύκολα. Σε λίγο νυχτώνει .  είμαι σίγουρος θα προσπαθήσουν να μας αιφνιδιάσουν πεζοί».
 Έστειλε μερικούς άνδρες να βάλουν φωτιές στο πλάτωμα αλλά και στο τέλος της στενής εισόδου. Θα έπρεπε να τις διατηρήσουν, όλη την νύχτα αναμμένες , έχοντας έτσι εξασφαλίσει ότι η επίθεση των βεδουίνων δεν θα τους αιφνιδίαζε.
   Με το πέσιμο της νύχτας , όλοι έπεσαν για ύπνο εκεί που ειχε ο καθένας το ταμπούρι του, μόνο οι σκοπιές και οι τροφοδότες της φωτιάς έμεναν ξύπνιοι σε βάρδιες.
  Η έκρηξη ταρακούνησε για τα καλά το οχυρό και ξύπνησε τους πάντες. Ένα κομμάτι του κτιρίου ειχε μεταμορφωθεί σε συντρίμμια και μερικοί λεγεωνάριοι  είχαν εξαφανιστεί κάτω από αυτά. Άλλοι με σοβαρά τραύματα από το ωστικό κύμα της, ήταν πεσμένοι σε λίμνες αίματος παρακαλώντας για βοήθεια. ο κόκκινος με τα αυτιά να βουίζουν ακόμα από τον κρότο , γαύγιζε τις διαταγές , γρήγορα και κοφτά για να γίνει κατανοητός.
 « Εφ’ όπλου λόγχη»
 «Ετοιμαστείτε, έρχονται»
 «Πυροβόλο , έτοιμο για πυρ. Μην περιμένεις να πλησιάσουν το οχυρό πρώτα»
 «Τραβήξτε τους τραυματίες στο πίσω μέρος».
 «Καλυφτείτε , πίσω από τα χαλάσματα».
 «Λοχία, αναφορά απωλειών , αμέσως».
 Έμεινε κατόπιν για λίγα λεπτά να αναρωτιέται τι συνέβη.
78

  Η έκρηξη ήταν καλά σχεδιασμένη υπονόμευση με βαρελάκι μπαρουτιού στην βάση του οχυρού. Οι άνδρες που ανατίναξαν το μπαρούτι , ήταν ήδη μεσα στο πλάτωμα. Ήταν τρεις βεδουίνοι , που είχαν συμμετάσχει στις δυο τελευταίες απέλπιδες επιθέσεις , που είχαν αποκρουσθεί εύκολα από τους λεγεωνάριους. Έπεσαν κάτω με το που έπεσαν οι πρώτοι πυροβολισμοί , παριστάνοντας τους σκοτωμένους. Πέρασαν ώρες , ανάμεσα στους νεκρούς συντρόφους τους , μέχρι να σκοτεινιάσει για τα καλά. Έπειτα εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι και την προσοχή των φρουρών, προς την είσοδο της κοιλάδας και τις ανάμενες φωτιές  , έφτασαν εύκολα στην βάση του οχυρού , όπου και τοποθέτησαν το βαρελάκι με το εκρηκτικό και ανάβοντας το φυτίλι , κρυφτήκαν , πάλι ανάμεσα στα πτώματα των δικών τους.
  Με την κατάρρευση μέρους του τοίχου , ο κόκκινος ζήτησε από τους άνδρες του να φτιάξουν με τα χαλάσματα , ένα πρόχειρο οχύρωμα και να καλυφτούν από πίσω. Ήδη η δύναμη της διμοιρίας ειχε πέσει στους 16 άνδρες και επτά τραυματίες. Ο ίδιος ο κόκκινος , αφου ετοίμασε τους άνδρες του , για να υποδεχτούν τους βεδουίνους , ασχολήθηκε με τους τραυματίες.
  Μαζι του , πάντα ειχε λίγα αντιπυρετικά βότανα και ένα χορτάρι που αν το μασούλησες , έπαιρνε τον πόνο μακριά.  Λίγο μουρχούτ , βοήθησε στο καθαρισμό των πληγών και η επίδεση των καθαρών πια τραυμάτων , απομάκρυνε τον κίνδυνο της μόλυνσης. Έδενε το τελευταίο τραύμα, όταν ακούστηκε η σάλπιγγα να ηχεί τον συναγερμό. Με την πιστόλα στο χερι και την σπάθα στο άλλο , βρέθηκε στο άνοιγμα του πρώτου ορόφου ανάμεσα στους άνδρες του. Οι πρώτοι άραβες που φανήκαν στην αρχη του πλατώματος , θεριστήκαν από το πυροβόλο , άλλα οι επόμενοι ριχτήκαν με μανία , στο οχυρό. Δέκα τουφεκιά , όλα και όλα έπρεπε να αντιμετωπίσουν τους αφιονισμένους για εκδίκηση εχθρούς. Ευτυχώς τα επιπλέον μουσκέτα , των νεκρών κι τραυματιών , έστεκαν δίπλα τους γεμισμένα και έτοιμα να χρησιμοποιηθούν. Ο ίδιος ο κόκκινος σημάδευε ένα πανύψηλο αδύνατο άραβα , ντυμένο με άσπρη κελεμπία και πράσινο τουρμπάνι. Στο δεξί του χερι κρατούσε ένα γιαταγάνι και κάλπαζε προς το άνοιγμα. Το βόλι του μουσκέτου τον έτυχε κατάστηθα , αδειάζοντας τον από την ράχη της καμήλας. Αρκετοί ακόμα έπεσαν από την ομοβροντία των λεγεωνάριων.
  Οι άνδρες του κόκκινου , πρόλαβαν να ρίξουν άλλη μια φορά με τα επιπλέον μουσκέτα , προτού σηκώσουν τις ξιφολόγχες μπροστα τους σε λοξή γωνιά , καρφώνοντας τες σε σώματα ζώων και ανθρώπων, όταν προσπαθούσαν να μπουν στο οχυρό από το άνοιγμα , που ειχε δημιουργήσει η έκρηξη.
  Εκει βρισκόταν και ο κόκκινος με την σπάθα του να αναζητά συνέχεια καινούργιους στόχους και φρέσκια σάρκα για να χωθεί.
 Όπως γκρέμιζε έναν ακόμη εχθρό από την καμήλα του , είδε μια ομάδα αράβων να επιτίθεται στο πυροβολείο. Οι έξι άνδρες, που χειρίζονταν και προστάτευαν το πυροβόλο, είχαν μόλις ρίξει πάνω τους ότι μεταλλικό αιχμηρό αντικείμενο είχαν ,πυροδοτώντας το τελευταίο τους βλήμα.
  «Ανατινάξτε το όπλο και φύγετε από εκεί» βρυχήθηκε για να ακουστεί ο κόκκινος. Ο λοχίας , που ήταν επικεφαλής των πυροβολητών , τους διέταξε να αφήσουν το πυροβολείο και να προσπαθήσουν χρησιμοποιώντας τις ξιφολόγχες τους να φτάσουν στο οχυρό. Ο ίδιος ψύχραιμα, ενώ καινούργια ομάδα πεζών βεδουίνων ορμούσε προς το μέρος του, έριξε μια μεγάλη ποσότητα μπαρουτιού στον σωλήνα του όπλου και έβαλε φωτιά στο κοντό φυτίλι. Μετά με ένα πήδο βρέθηκε έξω από το πυροβολείο και έτρεξε γρήγορα προς το οχυρό , χρησιμοποιώντας το μουσκέτο του  σαν ρόπαλο , γκρεμίζοντας όποιο εχθρό βρέθηκε μπροστα του. Δέχτηκε ένα χτύπημα στην πλάτη, ευτυχώς, με την πλατιά πλευρά της λάμας του γιαταγανιού ενός ιππέα , προτού βρεθεί ανάμεσα στους συντρόφους του και δίπλα στο κόκκινο.
79

  Η έκρηξη του πυροβόλου σκορπισε καυτά κομμάτια μέταλλου σε όσους από τους βεδουίνους προσπάθησαν να σβήσουν το φυτίλι και να καταλάβουν το όπλο. Αρκετοί έπεσαν νεκροί και πολλοί περισσότεροι σακατεμένοι γύρω του.
  Οι άραβες συνέχιζαν να πλημμυρίζουν τον χώρο μπροστα στο οχυρό , μην υπολογίζοντας τις σοβαρές απώλειες , που είχαν μέχρι στιγμής. Είχαν πια ξεπεζέψει από τις καμήλες και με τα μουσκέτα πυροβολούσαν προς το οχυρό. Καλυμμένοι πίσω από σωρούς πτωμάτων  ο κόκκινος και οι άνδρες του ανταπέδιδαν τα πυρά , αλλά πλέον , ήταν φανερό ότι οι άραβες θα τους επιτιθόντουσαν πάλι , μόλις ξέμεναν από πυρομαχικά.
  Ανάμεσα στο οχυρό και το πρώτο σπιτι του οικισμού , σε μια απόσταση 150 μέτρων περίπου , ειχε σκαφτεί από τις πρώτες μέρες , που βρέθηκε εδώ η διμοιρία , ένα αυλάκι βάθους ενός μέτρου και πλάτους εξήντα πόντων. Στα χείλη του αυλακιού , είχαν τοποθετηθεί σακιά με άμμο . το σπιτι που τέλειωνε το χαράκωμα, ήταν οχυρωμένο και αυτό με σακιά άμμου, μέχρι την μέση των παράθυρων και έτοιμο να χρησιμοποιηθεί σαν δεύτερο οχυρό , σε περίπτωση που η άμυνα του πρώτου κατέρρεε.
  Ο κόκκινος έδωσε εντολή , να μην πυροβολούν πια οι άνδρες του , όσοι δηλαδή είχαν απομείνει μάχιμοι, δεκατρείς με τον ίδιο , ενώ οι τραυματίες είχαν αυξηθεί στους εννέα. Μόνο αν κάποιος άραβας ξεμύτιζε πίσω από τα νεκρά ζώα και τα πτώματα των συντρόφων του , που χρησιμοποιούσε σαν ασπίδα , οι γάλλοι πυροβολούσαν.
Ήδη τα βόλια , είχαν πέσει σε νούμερα κάτω των είκοσι για κάθε όπλο . μόνο μπαρούτι υπήρχε αρκετό , περίσσευμα και από το πυροβόλο.
  Με το που σουρούπωσε πάλι , ένας οι λεγεωνάριοι , κουβαλώντας στην πλάτη τους τραυματίες , κινηθήκαν μέσω του χαρακώματος προς το οχυρωμένο σπιτι. Δυο άνδρες και ο κόκκινος μάζεψαν στο κέντρο του οχυρού , όσο μπαρούτι περίσσευε και απλώνοντας ένα μακρύ, σχεδόν δυο μέτρα φυτίλι ,έφυγαν προς το σπιτι. Μονό ο κόκκινος με μια τσακμακόπετρα στο χερι έμεινε στην ακρη του φυτιλιού να περιμένει τους εχθρούς.
 Οι άραβες , μην βρίσκοντας κάποια αντίδραση στις κινήσεις τους , όρμησαν όλοι μαζι προς το οχυρό , διαπιστώνοντας με έκπληξη μεσα στο σκοτάδι ότι ήταν άδειο . ο κόκκινος τότε , βλέποντας ότι αν άναβε το φυτίλι θα το διέκριναν και θα το έσβηναν , χωρίς να το πολύ σκεφτεί από μια απόσταση λιγότερη των δέκα βημάτων , σημάδεψε το μπαρούτι στο κέντρο του γεμάτου πια με βεδουίνους οχυρού και πάτησε την σκανδάλη . σαν ένα τεράστιο χερι , τα αέρια της έκρηξης τον πέταξαν 10 μέτρα μακριά πάνω στα σακιά της άμμου του χαρακώματος.  Κομμάτια από τους τοίχους ανακατεμένα με κομμάτια των εχθρών του, έπεσαν επάνω του. Δεν μπορούσε να ακούσει τίποτα , και στο στόμα του ένοιωθε την γεύση του αίματος του. Τα κόκκαλα του , παντού τον πονούσαν , αλλά ήταν ζωντανός και έπρεπε να πάει κοντά στους άνδρες του. Στην προσπάθεια να κυλήσει στο χαράκωμα και να σηκωθεί σκυφτός, έχασε τις αισθήσεις του. Μετά από ώρα και ενώ ο ηλιος ήταν σχεδόν στην μέση του ορίζοντα συνήλθε , πάνω σε ένα κρεβάτι , μεσα σε ένα δροσερό δωμάτιο , με ένα βρεγμένο επίδεσμο στο κεφάλι. Δίπλα του μια κανάτα πήλινη , γεμάτη νερό . Την έφερε στο στόμα του και άφησε το υγρό να βρέξει το ξερό του στόμα , όμως στην προσπάθεια να την βάλει πάλι πίσω , η κανάτα έπεσε και έσπασε με κρότο. Ο Αμπντουλάχ , φάνηκε στην πορτα του δωματίου , φωνάζοντας με χαρά στα  αραβικά. Πίσω του φάνηκε ο λοχίας.
  Οι βεδουίνοι , μετά την ανατίναξη των συντρόφων τους στο οχυρό , είχαν καβαλήσει τις καμήλες τους και είχαν εξαφανιστεί. Μια ομάδα που έστειλε ο λοχίας μέχρι την είσοδο και λίγο παραέξω της κοιλάδας , βρήκαν τα ίχνη των ζώων τους να σκορπίζουν προς διάφορες κατευθύνσεις. Σημάδι ότι γυρνούσε ο καθένας στην φυλή του , ή στην οικογένεια του. είχαν νικήσει. Είκοσι δυο από τους τριαντατρείς μαζι με αυτόν άνδρες ήταν ακόμα ζωντανοί . έτσι τους βρήκε μετά από δυο μέρες το προέλαυνον προς ενίσχυση τους τάγμα της λεγεώνας.  Γρήγορα βρισκόντουσαν στο Οράν και την βάση του 2ου συντάγματος. Οι μέρες  μέχρι την λήξη του συμβολαίου του με το γαλλικό κράτος , πέρασαν βασανιστικά αργά, με τον κόκκινο  να αναθεωρεί τις μέρες της αναμονής , όλα όσα πίστευε ότι ήθελε μέχρι εκείνη την μέρα από την ζωή.
80

  Την ημέρα , αποστράτευσης του , ήδη ειχε κανονίσει να πάρει το πλοίο για Μασσαλία , που αναχωρούσε σε τρεις μέρες από το λιμάνι του οράν.
 Ο λοχίας ήρθε και του ζήτησε να παραστεί σε μια μικρή γιορτή προς τιμήν του , που θα διοργάνωναν οι άνδρες του , με την άδεια του διοικητή του τάγματος σε ένα καπηλειό έξω από το φρούριο.
  Δεν μπορούσε φυσικά να αρνηθεί και αργότερα το ίδιο βράδυ , έμπαινε στην μικρή αίθουσα του καπηλειού , που ήταν κατάμεστη με τους άνδρες της διμοιρίας του , παλιούς και νέους, αντικαταστατές των σκοτωμένων της τελευταίας μάχης.
  Όλοι σηκώθηκαν όρθιοι και τραγούδησαν τον ύμνο της λεγεώνας. Προπόσεις ακολούθησαν προς τιμήν του κόκκινου. Οι πρώην τραυματίες , διάβασαν ένα συγκινητικό γράμμα, εναλλάξ από μια πρόταση ο καθένας.
  Επεσήμαναν πάμπολλες φορές ότι όφειλαν την ζωή τους στις γνώσεις του διμοιρίτη τους , συν στην ηρωική του πράξη να ανατινάξει με αυταπάρνηση το οχυρό με τους εχθρούς τους μεσα.
  Μια σακούλα με πορτοκάλια και ένας φίλος έκπληξη από τα παλιά ήταν τα δώρα τους στον κόκκινο. Ο μικρός Αμπντουλάχ έτρεξε και τον αγκάλιασε , δείχνοντας του , ποσό του ειχε λείψει. Ο κόκκινος βούρκωσε από την συγκίνηση και κατόπιν των πιέσεων , δέχτηκε να βγάλει έναν αποχαιρετιστήριο λόγο. Πριν προλάβει να τον αρχίσει, ο Στρατηγός, διοικητής της λεγεώνας , συνοδευόμενος από το επιτελείο του , εκανε την εμφάνιση του στην είσοδο του κάπηλου. Με το που άρχισαν να βαρόνε προσοχές, ζήτησε από όλους να χαλαρώσουν και να συνεχίσουν την γιορτή τους. Το μόνο που ήθελε ,ήταν να πει μερικά λόγια για τον γκρεκ.  Προχώρησε προς την μεριά του κόκκινου και αρχισε να του πλέκει το εγκώμιο , ενώ τελείωσε με μια συγκινητική παράκληση να μείνει για άλλη μια θητεία κοντά τους, μιας και όλοι αξιωματικοί και οπλίτες , τον χρειαζόντουσαν.
  Ο κόκκινος ,πήρε τον μικρό Αμπντουλάχ στην αγκαλιά του και απευθυνόμενος προς όλους τους συγκεντρωμένους είπε με φωνή να ραγίζει από την συναισθηματική φόρτιση της στιγμής.
 « Στρατηγέ μου και κύριοι αξιωματικοί, άνδρες της διμοιρίας μου , παλιοί , που περάσαμε τόσα μαζι και καινούργιοι , που καλά καλά δεν έμαθα τα ονόματα σας. Σας ευχαριστώ για τα όμορφα λόγια σας και τα υπέροχα δώρα σας», κοίταξε τον μικρό που ειχε κουρνιάσει στον ώμο του και λαγοκοιμόταν, «αλλά , πίσω στο σπιτι μου έχω αφήσει ένα αγόρι 7 χρόνων , σαν τον μικρό εδώ , που δεν εχει γνωρίσει τον πατέρα του , ούτε φυσικά εγώ το παιδί μου. Πρέπει να γυρίσω κοντά του και να τον μεγαλώσω. Αυτά τα χρόνια και ειδικά οι τελευταίες εξελίξεις , με έπεισαν για ένα πράγμα , που πάντα βαθειά μεσα μου ήξερα , αλλά φαίνεται το είχα  ξεχάσει. Είμαι το ίδιο καλός στο να σώζω , όσο και στο να παίρνω ζωές. Αν πρέπει λοιπον να διαλέξω , προς τιμήν του ανθρώπου αλλά και της λατρεμένης μακαρίτισσας γυναίκας μου , διαλέγω να σώζω ζωές , παρά να παίρνω. Υπόσχομαι εδώ μπροστα σας , ότι δεν θα ξαναχαλάσω άνθρωπο , ούτε εξ αιτίας μου θα ξαναμείνει παιδί ορφανό , ή γυναίκα χήρα. Η εποχή του κόκκινου πολεμιστή τελείωσε , αρχίζει η εποχή του κόκκινου θεραπευτή».
81

  Η επιστροφή στην πατρίδα και το ταξίδι μέχρι το Αίγιο , ειχε και ευχάριστες εκπλήξεις στις αρχές της άνοιξης του 1850. Η Αθήνα έδειχνε σαν να ειχε διπλασιαστεί σε έκταση , όπως και το λιμάνι του Πειραιά. Αυτά όμως που ξεπερνούσαν κάθε φαντασία , ήταν το πλήθος από τα νέα αρχοντικά , που είχαν γεμίσει οι παραλιακές πόλεις κατά μήκος του κορινθιακού , συν τις μεγάλες αποθήκες και τα συσκευαστήρια της σταφίδας , που ξεφύτρωναν παντού. Ακόμα και ο παλιός καλοδιατηρημένος δρόμος , ειχε επισκευάσει ως επί το πλείστον.
 Στο διάλειμμα του στην Αθήνα , επισκέφτηκε τον οικονομικό του σύμβουλο και διαχειριστή των χρημάτων του , κύριο Διαμαντόπουλο.
  Έχοντας να τον δει από την αναχώρηση του για την Αλγερία , ειχε πολλά να του πει και ακόμα περισσότερα να μάθει για τις επενδύσεις του. μιας και ειχε σκοπό να ασχοληθεί με την βοτανική και να μάθει όσο πιο πολλά μπορούσε σαν θεραπευτής , τα χρήματα στην τράπεζα ,όπως και των επενδύσεων , θα ήταν τα μόνα χρήματα , που θα ειχε στην διάθεση του για αρκετό καιρό. Ειχε βέβαια και τους μισθούς της λεγεώνας στο σακίδιο του , όλους σε γαλλικά φράγκα , αλλά ήταν ένα πολύ μικρό ποσό για τα πέντε χρονιά που έμεινε εκεί. Επισκέφτηκε και την αγροικία στις άχαρες , βρίσκοντας την τελείως ανακαινισμένη , χάρις στις προσπάθειες του νεαρού Γιώργου. Ο κόκκινος κανόνισε να πουληθεί και ένα μεγάλο ποσό να καταλήξει στον υποτακτικό του. Χωρίς την Μαρία η αγροικία δεν του χρειαζόταν.
  Ταξίδευσε με άμαξα , μέχρι το Αίγιο και φτάνοντας στο λιμάνι έψαξε να βρει τον Παύλο και τον παλιό άγγλο φίλο του τον κύριο Brown.
  Ο άγγλος ειχε γυρίσει άρρωστος στην πατρίδα του και ο πεθερός του ήταν στην κεντρική πλατεία του Αιγίου με τον Ιωσήφ στην αγκαλιά του και απολάμβανε τον καφέ του , κάτω από τον ήλιο.
   Ο Ιωσήφ , ένα κοκκινομάλλικο αγοράκι, αδύνατο αλλά ψηλό, έτρωγε ένα κομμάτι ψωμί , όταν ο Θρασύβουλος , βρέθηκε μπροστα στο τραπέζι τους.
  Ο μικρός στράφηκε και κοίταξε τον ψηλό κύριο ,που ειχε -περίεργο-και αυτός κόκκινα μαλλιά ,σαν τα δικά του, και του έκρυβε τον ήλιο με τον ίσκιο του. Είδε τον παππού του πρώτη φορά να κλαίει και με τρεμάμενη φωνή να σηκώνεται φωνάζοντας , «παιδί μου , ήρθες επιτέλους , σώος στο σπιτι σου και στην οικογένεια σου. Δόξα σοι ο θεός, παλληκάρι μου». Μετά γύρισε προς τον μικρό και με ένα χαμογελο μέχρι τα αυτιά , αλλά τα δάκρυα δάκρυα , του σύστησε τον ξένο , « είναι ο μπαμπάς σου Ιωσήφ , αυτός που περιμέναμε να έρθει τοσο καιρό , ο στρατιώτης , που σου έλεγα».
 Οι δυο κοκκινομάλληδες κοιταχτήκαν για λίγο , μετρώντας ο ένας τον άλλον , προτού ο Θρασύβουλος τον πάρει στην αγκαλιά του , εκεί ψηλά και τον πνίξει στα φίλια. Του άρεσε του μικρού η μυρωδιά του  μπαμπά του και τα σκληρά γένια , που του τρυπούσαν τα τρυφερά του μαγουλά. Κάτι ειχε αυτός ο άνθρωπος , που τον ηρεμούσε .
  Δεν ξαναχώρισαν από καινή την μέρα . Όπου και αν πήγαινε ο κόκκινος με την καλή του Χαλίμα ο μικρός ακολουθούσε με το πουλαράκι του , τον σουμούν , άνεμος της ερήμου του είπε ο μπαμπάς του σημαίνει . Τα βραδιά ο πατέρας του δεν του έλεγε παραμύθια , όπως λυγάν οι γονείς στα άλλα παιδια , άλλα πραγματικές ιστορίες , για ανθρώπους και ζώα , σε μακρινές χώρες.
 Μαζι πήγαιναν στον τάφο της μάμας , μαζι και για να μαζέψουν αυτά τα χορτάρια , που του μάθαινε ο κόκκινος τι εκανε το καθένα.
 Έτσι μεγάλωσε ο Ιωσήφ και έγινε και αυτός θεραπευτής, σαν τον πατέρα του και τον ‘παππού’ Γιουσούφ.
82

  “Νομίζω, αγαπητέ κύριε Ματθαίου , ότι έλυσα τις απορίες σας. Έτσι έγινε  θεραπευτής ο πρόγονός μου . Ταυτόχρονα σταμάτησε να ασχολείται με το εμπόριο και την καλλιέργεια σταφίδας. Μέχρι τον θάνατο του στα τέλη του 19ου αιώνα , ασχολήθηκε με τα βότανα και τα θεραπευτικά φυτά της Πελοποννήσου , αυξάνοντας την γκάμα που του κληροδότησε ο Γιουσούφ . Στιγμή δεν σταματησε να πειραματίζεσαι με συνδυασμούς φυτών, ανακαλύπτοντας καινούργιες θεραπευτικές ιδιότητες , εμπλουτίζοντας τις ικανότητες του».
  Συνειδητοποίησα ακούγοντας τον γέροντα να μιλά έτσι , ότι φτάσαμε στο τέλος ,δεν θα με ξαναταξίδευε η φωνή του στα μέρη, που ειχε πάει ο πρώτος εκείνος κόκκινος. Δεν θα ξανάκουγα , για μάχες και περιπέτειες . στα όνειρα μου πια θα έβλεπα τα ίδια και τα ίδια ανούσια πράγματα του σήμερα. Κανέναν ήρωα , καμιά μεγάλη αγάπη .
 « Ναι κύριε κόκκινε , πραγματικά , μου φωτίσατε , όλα τα σκοτεινά σημεία. Άλλωστε αν στην πορεια , μου δημιουργηθεί κάποια απορία , ξέρω , που να σας βρω», είπα.
  «Προς το παρόν πάντως και επειδή νύχτωσε πλέον , καλό θα ήταν να μένατε εδώ απόψε και αύριο το πρωί ξεκινάτε με το καλό , κατευθείαν για την Αθήνα. Θα κοιμηθείτε στο κρεβάτι μου , εγώ θα βολευτώ σε ένα παλιό ράντζο που έχω κάπου εδώ. Θα πιούμε το πρωί τον καφέ μας με την ησυχία μας και μετά θα αναχωρήσετε. Τι λέτε;;»
, με αιφνιδίασε με την πρόταση του. σκέφτηκα στην αρχη ότι πρέπει να φορτίσω κινητό, μαγνητοφωνάκι  και λαπτοπ για να στείλω το υλικό στο περιοδικό. Μετά σκέφτηκα , ότι ο Παπαϊωάννου είπε πως το υλικό είναι αρκετό για δυο και τρεις εκδόσεις του περιοδικού. Αρά , μπορούσα να τα πάω αύριο στο περιοδικό κατευθείαν. Μια στάση μόνο στης κυρα-Φρόσως , για τα ρούχα , που είχα αφήσει στο δωμάτιο και μέχρι το μεσημέρι, θα ήμουν πίσω στο γραφειο μου.
  «Εντάξει , θα μείνω», απάντησα και αφου τον βοήθησα να στρώσουμε το τραπέζι και να φάμε μια θεϊκή ομελέτα που έφτιαξε ο γέρος , πίνοντας πάλι εκείνο το ουράνιο κόκκινο κρασί του , τον καληνύχτισα και τράβηξα για το κρεβάτι με τα καθαρά στρωσίδια , που μόλις ειχε στρώσει . ο ίδιος έβγαλε από κάπου ένα παμπάλαιο ξύλινο πτυσσόμενο κρεβατάκι και σε δυο λεπτά ήταν ξαπλωμένος και αυτός. «θα αφήσω την λαμπα πετρελαίου αναμμένη στο χαμηλό , μην χρειαστείτε τίποτα , στην διάρκεια της νύχτας, καληνύχτα», ήταν τα τελευταία του λόγια , που άκουσα ,πριν με πάρει ο ύπνος.
  Ξύπνησα , ξεκούραστος σαν μωρό , μετά από ένα βαθύ , χωρίς όνειρα , ύπνο. Με ξύπνησε το τιτίβισμα των πουλιών και οι ήχοι της έξοχης. Το ράντζο του γέρου ειχε εξαφανιστεί και ο ίδιος πρέπει να ειχε βγει έξω, μιας και δεν φαινόταν η ακουγόταν πουθενά.
 Στο κάγκελο του κρεβατιού , ήταν κρεμασμένη μια πετσέτα. Σηκώθηκα φόρεσα τα ρούχα μου και βγήκα από την πίσω μεριά , ψάχνοντας για την πηγή, που άκουγα να τρέχει.
  Ήταν ακριβώς πίσω από το σπιτι στον βράχο , κομμάτι του βουνού.
Μπροστα μου σκυμμένος , να πλένεται ήταν ο γέρος, γυμνός από την μέση και πάνω , με αρκετα μεγάλους και γυμνασμένους μυς για την ηλικία του. «Καλημέρα κύριε Θρασύβουλε», του φώναξα για να ακουστώ πάνω από την βουή του τρεχούμενου νερού. Γύρισε την αριστερή του πλευρά προς το μέρος του και είδα δεκάδες ουλές , μικρές ‘η πιο μεγάλες να αυλακώνουν το χερι και το πλάι του κορμιού του από την μέση μέχρι επάνω την μασχάλη. Είδε το βλέμμα μου και τυλίγοντας γρήγορα το σώμα του με μια παλιά σιέλ πουκαμίσα , εξήγησε , «ατύχημα , πριν πολλά χρόνια. Στο τσακ την γλύτωσα. Έπεσα σε χαράδρα και έγδαρα όλη την αριστερή πλευρά μου πάνω στο έλατο , που μου έκοψε την φόρα και σώθηκα».
  Πλύθηκα και εγώ και αφου ήπιαμε, αυτός το τσάι του και εγώ τον καφέ μου, αποχαιρετιστήκαμε με δυνατή χειραψία . τον ευχαρίστησα για την υπομονή του και τον χρόνο που  μου διέθεσε , όλες αυτές τις μέρες , για να μου αποκριθεί, «αφου τα είπαμε φίλε μου , δεν μπορούσα να το αποφύγω». Έπειτα ξέσπασε σε δυνατά γέλια , που με έκαναν να γελάσω και εγω. Μπήκα στο αμάξι και σε μια ώρα περίπου ήμουν στην εθνική οδό , όταν αυτό που μου βασάνιζε τόση ώρα το μυαλό, άστραψε σαν φωτεινή έκρηξη μπροστα στα ματιά μου. Οι  ουλές , οι ουλές  του κύριου Θρασύβουλου , έμοιαζαν με ουλές , που θα μπορούσαν να είχαν γίνει από τα βόλια των σράνπελς, εκείνων των ιδίων , που είχαν παραλίγο στοιχίσει την ζωή του άλλου Θρασύβουλου , του αρχηγού της δυναστείας των θεραπευτών. Πολύ μεγάλη σύμπτωση , για να είναι απλή σύμπτωση. Μα…. τότε , πως είναι δυνατόν;; να είναι ο ίδιος ο πρώτος και ο τελευταίος θεραπευτής;; ακούς τι λες;; είπα στον εαυτό μου. Κανείς δεν θα πιστέψει κάτι τέτοιο , άλλα αν είναι αλήθεια , τι βρήκε αυτός ο άνθρωπος , ψάχνοντας στα φυτά , που τον έκανε να εχει ζήσει σχεδόν δυο αιώνες;;
  Προτού φτάσω στο γραφειο , είχα αποφασίσει το μυστικό να μείνει κρυφό. Του το χρώσταγα άλλωστε και ποιος ξέρει; ίσως μια μέρα τον έβλεπα πάλι και μάθαινα αν είναι αλήθεια. Μέχρι τότε θα ήταν ασφαλές μαζι μου.
                                       Τ   Ε   Λ   Ο   Σ

                         ΣΕΛΙΑΝΙΤΙΚΑ 05.37 ΠΜ 23/08/2013

  

Δεν υπάρχουν σχόλια: