Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

ΑΠΟΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ



ΑΠΟΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ



  Για  να κατεβείς στην παραλία με την λευκή ψιλή άμμο και τα τουρκουάζ νερά , μόνο ένας τρόπος υπήρχε. Τα σκαλισμένα στον βράχο σκαλοπάτια. 80 τον αριθμό, μισοφαγωμένα από τις μπόρες του χειμώνα και τους δυνατούς αέρηδες του πελάγους. Ήθελε λίγη

προσοχή , να μην βρεθείς στο κενό και σκάσεις σαν καρπούζι 15 μέτρα πιο κάτω.

   Με την οικονομική κρίση να μας έχει διαλύσει σαν οικονομία και κοινωνία, η άδεια για την καντίνα , που εξασφάλισα από τον δήμο του νησιού, ήταν πραγματικός θησαυρός. Με τις τιμές στο ναδίρ και τα ενοίκια στο μισό των τιμών που ίσχυαν πριν 3-4 χρονιά , οι ξένοι τουρίστες ήταν σχεδόν διπλάσιοι από πέρσι. Οι δουλειές για μεσα Ιουλίου , πήγαιναν πολύ καλά. Ειδικά τα κρύα αναψυκτικά και οι μπύρες μαζι με τις ενοικιάσεις ξαπλωστρών και ομπρελών , έφερναν αρκετές εκατοντάδες ευρώ στο ταμείο.

  Η γαλλίδα φίλη, ερωμένη και συνεταίρος μου Σιμόν , έτριβε τα μάτια της , βλέποντας ήδη να έχουμε ξεχρεώσει το νοίκι του δήμου και την αγορά της καντίνας και του υπολοίπου εξοπλισμού , ενώ η σαιζόν ήταν μόνο στην μέση.

  Δική της ήταν η ιδέα να βάλουμε δυο μεγάλα καΐκια να μας φέρνουν κόσμο από την χώρα του νησιού, όλη μέρα ακόμα και το βράδυ. Το βράδυ για λίγους και εκλεκτούς , όσοι χωρούσαν στα δυο καΐκια , γινόμαστε ένα μικρό κλαμπ. Δυστυχώς όταν σκοτείνιαζε ο μόνος ασφαλής τρόπος προσέγγισης στην μικρή μας παραλία , ήταν η θάλασσα. Τα σκαλοπάτια του βράχου , ήταν αδύνατον να τα κατεβείς στο σκοτάδι . Έτσι 40 με 50 άτομα, συνήθως το βράδυ, έπιναν το πoτο τους ακούγοντας τις δικές μου μουσικές επιλογές στα δίδυμα cd players , που είχα φέρει μαζι μου, από την Αθήνα. Γύρω στις έντεκα το βράδυ, μας ερχόντουσαν και κατά τις τρεις τα καΐκια τους έπαιρναν , για να ξαναγυρίσουν το πρωί κατά τις έντεκα με τους πρώτους κολυμβητές.

  Αρκετές φορές φουσκωτά ή άλλα σκάφη ερχόντουσαν επίσης  με το φως της μέρας,  αλλά και το βράδυ , να πιουν ένα ποτό και να διασκεδάσουν. Στο πίσω μέρος της καντίνας , έστησα μια μικρή σκηνή και εκεί κοιμόμασταν όταν τέλειωνε η δουλειά κατά τις τέσσερις το πρωί. Ο Σαμ το γερμανικό λυκόσκυλο μας , ήταν ο καλύτερος φύλακας , όσο εμείς κοιμόμασταν. Τέσσερις, καλυμμένες με ξύλινες καμπίνες, χημικές τουαλέτες ακροβολισμένες σε όλο το μήκος και πλάτος της παραλίας , βοηθούσαν να μένει ο χώρος καθαρός .

  Το μαύρο καταμαράν , που άραξε στα ανοιχτά της παραλίας , γύρω στα μεσάνυχτα εκείνο το βράδυ , δεν μας κίνησε την περιέργεια , μιας και πολλά σκάφη είχαν έρθει από νωρίτερα , με τους  ιδιοκτήτες και τους συνοδούς τους να συμμετέχουν στο σίξτι πάρτι της βραδιάς. Κάθε παρασκευή βράδυ , κάναμε ένα  θεματικό πάρτι. Διαφημίζοντας το με τυπωμένα από το λαπτοπ μου αφισάκια , που βάζαμε σε κάθε βιτρίνα και κολλούσαμε σε κάθε κολώνα του νησιού.

  Το μικρό φουσκωτό , έφερε στη παραλία τους επιβάτες του καταμαράν και έτυχε να σερβίρω στις ξαπλώστρες , μπροστα στην θάλασσα , εκείνη την ώρα . Βλέποντας τους τέσσερεις ογκώδεις τύπους, ντυμένους στα μαύρα  και με μάτια καλυμμένα με μαύρα γυαλιά μεσα στα μαύρα μεσάνυχτα, παραλίγο να γελάσω .

  Οι τύποι ήταν τοσο καρτούν , που έψαχνα να βρω ένα κινητό με κάμερα να τους τραβήξω μια δυο πόζες , να τους έχω να γελώ τον χειμώνα. Που να ήξερα τότε.

  Στην άλλη ακρη της παραλίας , σε δυο ξαπλώστρες δυο νέα παιδια , γύρω στα είκοσι , ένα όμορφο κορίτσι και ένας καλογυμνασμένος νεαρός , κρατιόντουσαν χερι χερι , ενώ δυο τύποι ντυμένοι με σορτς και μπλουζάκια κολλητά , που άφηναν, να φανούν τα φουσκωμένα αφύσικα μπράτσα τους , κάθονταν σε κοντινή απόσταση , με τα μάτια τους να καλύπτουν όλο τον χώρο , γύρω από το ζευγάρι. Μμμμμ σωματοφύλακες;;; μάλλον, άρα τα παιδια , θα είναι κάποιου μεγαλόσχημου , που κατά λάθος βρεθήκαν εδώ, αντί για την Μύκονο ή έστω την Σαντορίνη.

  Είχα φτάσει πίσω στην καντίνα , φορτωμένος με παραγγελίες για την Σιμόν και τον βοηθό της , έναν ντόπιο νεαρό, τον Αργύρη, που το «έπαιζε»  μπάρμαν , άλλα στην πραγματικότητα , βοηθούσε την Σιμόν να ετοιμάσει τα ποτά, όταν ένας ήχος σαν να δούλευε μια ραπτομηχανή με το γκάζι της τέρμα πατημένο , μαζι με φωνές πανικού , με εκανε να κοιτάξω προς την παραλία πίσω μου.

  Ο κόσμος έτρεχε πανικόβλητος , για να γλυτώσει από τα πυρά των μικρών αυτομάτων , τύπου ούζι , που τα τέσσερα γομάρια με τα μαύρα γυαλιά , χρησιμοποιούσαν , προσπαθώντας να εξοντώσουν τα δυο καλόπαιδα , που προστάτευαν το ζευγάρι , που είχα δει προηγουμενως. Οι δυο τους χρησιμοποιούσαν πιστολιά άλλα πρέπει να είχαν πολλές σφαίρες , μιας και τον όγκο πυρός από την δίκια τους πλευρά , μάλλον πυκνό θα τον έλεγες.

  Όλοι οι πιστολέρο  και οι μεν και οι δε , ήταν ξαπλωμένοι στην άμμο και έτσι δύσκολα , μπορούσε η μια ομάδα να τραυματίσει μέλος της άλλης. Το ζευγαράκι ειχε συρθεί προς το νερό , με σκοπό να ανεβεί , μάλλον στο φουσκωτό .

  Μια λάμψη άστραψε από το μαύρο καταμαράν και το φουσκωτό ανατινάχτηκε , σαν να το κτύπησε κεραυνός. Στην λάμψη της έκρηξης , διέκρινα έναν ακόμα μαυροφορεμένο με ένα RPG – εκτοξευτή αντιαρματικών ρουκετών , ρώσικης κατασκευής- στα χέρια του.

  Παράξενα ψύχραιμος , άρχισα να φωνάζω στον κόσμο στα ελληνικά και τα αγγλικά , να πέσει κάτω και να μείνει ακίνητος , αντί να τρέχει δεξιά και αριστερά , πανικόβλητος. Ήδη στην αμμουδιά κείτονταν , τραυματισμένοι ή νεκροί , τουλάχιστον οχτώ με δέκα πελάτες μου. Ένοιωσα την οργή να φουντώνει μεσα μου.                    Ποιοι είναι αυτοί οι ηλίθιοι , που έρχονται στην παραλία ΜΟΥ και τραυματίζουν τους πελάτες ΜΟΥ , καταστρέφοντας την επιχείρηση ΜΟΥ;;

  Το πρόσωπο, της γλυκιάς μου Σιμόν, πρόβαλε πάνω από τον πάγκο της καντίνας , παραμορφωμένο από τον τρόμο.

  «Πέσε κάτω μωρό μου», της φώναξα «και μείνε καλυμμένη στο πάτωμα , μαζι με τον Αργύρη». Στον στίβο της μάχης ένα από τα μαυροφορεμένα γομάρια , κείτονταν ακίνητος στην ακρη της παραλίας , ενώ οι υπόλοιποι τρεις είχαν πλησιάσει αρκετα τους δυο σωματοφύλακες , συνεχίζοντας να τους πυροβολούν με ριπές των 9 χιλιοστών, όταν οι αντίπαλοι τους , πλέον έριχναν που και που καμιά σφαίρα , σημάδι ότι τα όπλα τους θα άδειαζαν από λεπτό σε λεπτό. Μάλλον τελείωσαν και όσοι έξτρα γεμιστήρες είχαν μαζι τους.

  Δεν ξέρω γιατί ούτε από πού ορμώμενος , αλλά σύρθηκα μέχρι το πτώμα του γομαριού. Πτώμα σίγουρα , μιας και το πίσω μέρος του κρανίου του ειχε εξαφανιστεί από κάποια σφαίρα που τον επέτυχε στο πρόσωπο και βγήκε από πίσω , μετά. Στο χερι του ειχε ένα ούζι και στην μέση του 2-3 γεμιστήρες. Από τον στρατό είχα να χρησιμοποιήσω όπλο , σχεδόν 20 χρονιά πριν , αλλά μάλλον αν μάθεις να το χειρίζεσαι , δεν το ξεχνάς ποτε. Κάτι σαν το ποδήλατο ένα πράγμα. Ούζι δεν είχα την τύχη να χρησιμοποιήσω ξανά, άλλα οι κανόνες στα υποπολυβόλα , είναι οι ίδιοι. Έβγαλα τον γεμιστήρα και τοποθέτησα έναν καινούργιο γεμάτο με 32 . υποθέτω σφαίρες. Όπλισα τραβώντας το κλείστρο προς τα πίσω , όταν οι σωματοφύλακες , ρίχνοντας την τελευταία σφαίρα τους , σηκώθηκαν όρθιοι με τα χέρια ψηλά, ένδειξη ότι παραδίδονται και έγιναν δεκτοί με ριπές και από τους τρεις αντίπαλους τους . Γεμάτα σφαίρες τα κορμιά τους έπεσαν άψυχα στην άμμο. Ωχ!! τα παλληκάρια έκαναν σοβαρές μπίζνες.

  Τότε  μια φλόγα και μια έκρηξη εξαφάνισαν την καντίνα , Σιμόν φώναξα από μεσα μου, γλυκιά μου Σιμόν!! Εεεε δεν πάει άλλο. Ανέχτηκα , κρίση , τρόικες και ηλίθιους κλέφτες πολιτικούς να μου μιζεριάζουν την ζωή , αλλά απόψε δεν θα ανεχόμουν άλλα.

  Χωρίς να το σκεφτώ, σηκώθηκα όρθιος και με μια ριπή από δεξιά προς τα αριστερά , γέμισα τρύπες τις πλάτες των τριών μαυροφορεμένων μπροστα μου. Σαν να θέριζα στάχυα , τοσο εύκολο και μην φανταστείτε ότι είχα τύψεις , που τους έριξα πισώπλατα. Ούτε ίχνος , σας διαβεβαιώνω. 

  Τωρα έπρεπε να φάω το άλλο καθηκι που με το RPG ειχε ανατινάξει , χωρίς λόγο την καντίνα μαζι με το μωρό μου. Άρπαξα όσες γεμιστήρες από τα ούζι των νεκρών μπορούσα και χώθηκα μέχρι την μέση στο νερό. Το  jet ski ενός από τους πελάτες ήταν εκεί μπροστα μου. Ανέβηκα στην σέλλα και έβαλα μπροστα κατευθυνόμενος προς το μαύρο καταμαράν. Στο αριστερό χερι κρατούσα το όπλο και όταν είδα μια μαύρη φιγούρα στο κατάστρωμα του σκάφους άνοιξα πυρ. Το όπλο αναπηδούσε με τόση δύναμη, που δεν μπορούσα να σημαδέψω. Όλες μου οι σφαίρες , πήγαιναν στον βρόντο , ενώ ο τύπος κρατώντας ένα ΑΚ-47  , σημάδευε προσεκτικά , ακριβώς μπροστα μου με βολές των 2-3 σφαιρών την φορά. Το μόνο που με έσωζε η κίνηση ζιγκ ζαγκ του jet ski και ο φόβος του μην τον πετύχουν οι ριπές του ουζι. Προτού το καταλάβω βρέθηκα στα πέντε μετρά από το καταμαράν . σταμάτησα το jet ski και γάζωσα όλη την πρύμνη του σκάφους. Ο τύπος προσπαθούσε να αλλάξει γεμιστήρα, όταν κάποιες από τις σφαίρες μου τον πέτυχαν στα ποδια και τον είδα να πέφτει στο νερό. Αυτό που δεν είδα ήταν μια ακόμα σκοτεινή φιγούρα , που αναδύθηκε από το εσωτερικό του σκάφους και με ένα πιστόλι με πυροβόλησε στον μηρό. Δεν ένοιωσα κάποιον ιδιαίτερο πόνο , μόνο ένα κάψιμο και γυρνώντας προς το μέρος του άδειασα τις τελευταίες 5-10 σφαίρες στο γεμιστήρα του όπλου μου κατευθείαν στα μούτρα του.. μετά πλησίασα το μαύρο σκάφος και αφου άνοιξα την δεξαμενή καυσίμου, χρησιμοποιώντας μια μπλούζα σαν φυτίλι , έβαλα την μισή μεσα στο ντεπόζιτο με την βενζίνη και έβαλα φωτιά στο κομμάτι , που κρεμιόταν απέξω. Εστριψα το jet προς την παραλία και την ώρα που ακουμπούσα στα ρηχά , ένοιωσα στην πλάτη μου τα αέρια της έκρηξης και κατόπιν άκουσα τον θόρυβο.  Γύρισα να θαυμάσω το πυροτέχνημα , ενώ από την θάλασσα είδα τον περιστρεφόμενο φανό του σκάφους του λιμενικού. Πήδηξα στην ακτή αλλά το πληγωμένο μου πόδι , δεν άντεξε και βρέθηκα φαρδύς πλατύς στην άμμο ο μισός και ο άλλος μισός στο νερό. Μια φιγούρα έσκυψε επάνω μου και δυο μαλακά υγρά χείλη με φίλησαν στο μέτωπο. «Αγάπη μου , νόμιζα ότι σε έχασα» , είπε η γλυκιά μου Σιμόν.  «Σιμόν , μωρό μου , εισαι ζωντανή , πως ;; αφου είδα την καντίνα να ανατινάζεται» φώναξα με χαρά , ξεχνώντας τους πόνους στο πόδι μου , που έμοιαζαν σαν να με δαγκώνει λυσσασμενο σκυλι.

  Όπως μου εξήγησε η Σιμόν , λίγο προτού η καντίνα χτυπηθεί από την ρουκέτα , είχε συρθεί μαζι με τον Αργύρη έξω και είχαν κατευθυνθεί προς την ρίζα του βράχου, σε μια προσπάθεια , να ανεβούν τον βράχο , έστω και στα σκοτεινά.

  Πέρασα τον επόμενο μήνα σε νοσοκομείο της Αθήνας , ανάμεσα σε επεμβάσεις , θεραπείες και ανακρίσεις.

  Τα καλόπαιδα που καθάρισα , μάλλον ήταν της ρώσικης μαφίας και ο νεαρός που ήθελαν να απαγάγουν , γιος του γνωστού , καναλάρχη , κατασκευαστή και ιδιοκτήτη της μισής κυβέρνησης , κυρίου Στεργιόπουλου. Κάποια συμφωνία αθέτησε με τους ρώσους και τα λύτρα της απαγωγής θα ήταν η αποζημίωση τους.

  Προς το παρόν απολάμβανα τις περιποιήσεις των νοσοκόμων και την αγκαλιά της Σιμόν. Η καντίνα αποτελούσε παρελθόν και η οικονομική καταστροφή το μέλλον.

  Η επίσκεψη του κυρίου Στεργιόπουλου , μετά του υιού του και κουστωδίας παρατρεχάμενων, σήμανε συναγερμό στο νοσοκομείο. Μέχρι και ο αστυφύλακας-φρουρος μου , βάραγε προσοχές , μπροστα στον τύπο. Στάθηκε από πάνω μου , ένας ψήλος χονδρός , καραφλός και άσχημος τύπος. Με μια φωνή σχεδόν γυναικεία , με ευχαρίστησε για την σωτηρία του γιου του, λες και εγώ σκέφτηκα ποτε να σώσω το κωλοπαίδι του και να δεχτώ αυτά τα λίγα για την γενναιότητα μου. Λίγα , τι λίγα;; 200 χιλιάρικα , επιταγή ημέρας με το όνομα μου να φιγουράρει πάνω, πάνω. Επίσης αν είχα ανάγκη από δουλειά , οι επιχειρήσεις του πάντα θα είχαν μια θέση για μένα και την Σιμόν. «Όταν με το καλό γίνεις καλά» , τελείωσε τον λόγο του, «περιμένω να έρθετε να με βρείτε».

  Είχα μείνει σπίτσλες  που λενε και οι αρχαιοι άγγλοι πρόγονοι μας κι ευτυχώς, που τον χιλιοευχαρίστησε η Σιμόν και τον κατευόδωσε , αλλιώς ποιος ξέρει τι θα σκεπτότανε ο καλός αυτός κύριος , που μου έδωσε 200.000 ευρώ , χωρίς να έχω κάνει τίποτα στην πραγματικότητα , γι’ αυτόν η τον γιο του.

  Βγαίνοντας από το νοσοκομείο και αφου ταχτοποιήσαμε ότι υποχρεώσεις υπήρχαν, σκεφτήκαμε να πάμε για διακοπές . Δυο εβδομάδες στο Μπαλί , ήταν ότι έπρεπε να συνέλθω και να αρχίσουμε να σχεδιάζουμε το μέλλον μας. Τα λεφτά ήταν αρκετα για να κάνουμε πολλών ειδών επιχειρήσεις , αλλά με την κρίση να χειροτερεύει , η Ελλάδα , γινόταν απαγορευτική για κάθε μορφή επένδυσης.

  Η ιδέα να αγοράσουμε ένα παλιό ολλανδικό σπιτι στην καινούργια αναπτυσσομένη τουριστικά περιοχή της ινδονήσιας , τα χίλια νησιά,  δυτικά της Ιάβας και να το μετατρέψουμε σε ξενώνα πολυτελείας για τουρίστες με μεγάλα πορτοφόλια , ήταν της Σιμόν. Θα μας στοίχιζε σχεδόν το μισό κεφάλαιο , που είχαμε στην τράπεζα , αλλά λογικά θα κάναμε απόσβεση σχετικά γρήγορα.

  Βγάλαμε τις απαραίτητες άδειες , μεσα από έναν κυκεώνα γραφειοκρατίας , που μου θύμισε Ελλάδα στο χειρότερο της. Μόνο οι επαγγελματικές βίζες , διαρκείας ενός χρόνου , που έπαιρνες, επιδεικνύοντας το κεφάλαιο που επένδυες στην χωρά , μας έφαγαν ένα μήνα. Ευτυχώς η αγορά του σπιτιού ήταν εύκολη υπόθεση , μιας και το σπιτι ανήκε σε μια ολλανδική εταιρεία off shore. Μέχρι τα Χριστούγεννα τα έργα ανακατασκευής της έπαυλης και η μετατροπή της σε πανσιόν πολυτελείας είχαν αρχίσει , με μόνο πονοκέφαλο , την συνεννόηση με τον εργολάβο και τους εργάτες , που μιλούσαν μόνο την γλώσσα του τόπου τους.

  Με ένα λεξικό στο χερι και απέραντη υπομονή , είμαστε έτοιμοι γύρω στο τέλος Μαΐου , και το σάιτ , που δημιουργησαμε στο ιντερνετ , αρχισε να εχει αρκετους επισκεπτες. Στην πορεια , ηρθαμε και σε επαφη με αμερικανικο ταξιδιωτικο γραφειο , που εξεφρασε την επιθυμια συνεργασιας μαζι μας. Μας ζητηθηκε να δεχτουμε την επισκεψη ομαδας συνεργατων του γραφείου τους με σκοπό την επί τόπου αυτοψία του χώρου. Σε περίπτωση , που το έβρισκαν ιδανικό για τους πελάτες τους , ήθελαν να το κλείσουν για 10 χρόνια με πολύ καλή τιμή για εμάς και ταυτόχρονα να πληρωνόμαστε για να δουλεύουμε σαν υπάλληλοι τους.

  Τα βάλαμε κάτω με την Σιμόν και είδαμε ότι μας συμφέρει , περισσότερο από το ψάχνουμε μόνοι μας για πελάτες. Η διαφορά υπέρ του ελευθέρου Τουνγκ, υπήρχε , αλλά η σιγουριά του εγγυημένου για δέκα χρόνια εισοδήματος , ήταν μεγάλο δέλεαρ.

  Κατέβηκα στην Τζακάρτα την μέρα άφιξης της ομαδας του γραφείου και τους παρέλαβα από το αεροδρόμιο Σοεκαρνο-Χαττα, στην Τζακάρτα  και με το φερρυ βρεθήκαμε σε λίγες ώρες στην έπαυλη.

 Οι τύποι κάθε άλλο πάρα έμοιαζαν με τουριστικούς πράκτορες. Λιγομίλητοι με βάρια αμερικανική νοτιά προφορά , έμοιαζαν σαν  διαφήμιση αμερικανών πεζοναυτών. Γυμνασμένοι και γιγαντόσωμοι , έκαναν τα 176 εκατοστά του σχετικά αδύνατου κορμιού μου να εξαφανίζονται κάθε φορά που καθόμαστε μαζι , η βγαίναμε βόλτα στο νησί.

  Σε δυο μέρες , φάνηκε ότι είχαν δει , αυτό που ήθελαν και έδειχναν  ικανοποιημένοι. Με ενημέρωσαν ότι την άλλη μέρα θα έστελναν την θετική τους γνώμη στα κεντρικά και την μεθεπόμενη θα αναχωρούσαν για την πατρίδα τους.

  Τους έβγαλα έξω το ίδιο βράδυ για να τους διασκεδάσω , ενώ η Σιμόν έμεινε στο σπιτι. Έπιναν σαν σφουγγάρια , αναγκάζοντας με , μιας και οδηγούσα το παλιό Λαντ Ρόβερ , να κάνω κράτει και να μην τους ακολουθήσω , αλλιώς θα γυρνούσαμε σπίτι με τα πόδια.

  Τίποτα δεν με ειχε προειδοποιήσει για την κόλαση που θα ακολουθούσε.

  Φτασαμε στην έπαυλη και οδήγησα το αυτοκίνητο μεσα από τον κήπο , στην είσοδο του κτιρίου. Κατεβήκαμε και όταν άνοιξα την βαριά ξύλινη εξώπορτα, κάποιος με έσπρωξε με δύναμη από πίσω και έπεσα στο πάτωμα της εισόδου. Έβαλα τα χέρια μπροστα και η πτώση μου δεν ήταν ιδιαιτέρα οδυνηρή , ενώ έβριζα, «ποιος μαλάκας με έσπρωξε ;;» , στα ελληνικά. Προσπαθούσα να σηκωθώ , όταν μια κλωτσιά με πέτυχε στα πλευρά και ένοιωσα κάτι να ραγίζει εκεί μεσα. Σωριάστηκα πάλι στο πάτωμα , ενώ μια καινούρια κλωτσιά , αυτή την φόρα στο μάγουλο μου , με εκανε να νοιώσω την γεύση του αίματος , στο στόμα μου. Τι στο διάολο συνέβαινε. Γιατί οι εμπειρογνώμονες της εταιρείας με δέρνουν στα καλά καθούμενα. Τοσο τους πείραξε το ποτό;;

  Οι κλωτσιές άρχισαν να πέφτουν βροχή , άλλες στα πλευρά , άλλες στο κεφάλι και άλλες στα ποδια . κάποια από αυτές που με βρήκε στο πλάι του κεφαλιού ήταν αρκετή για να χάσω τις αισθήσεις μου και όλα γύρω μου να βυθιστούν στο σκοτάδι.

  Όταν συνήρθα , βρισκόμουν  καθισμένος και δεμένος με χονδρό σχοινί σε μια από τις πολυθρόνες στο σαλόνι. Απέναντι μου διέκρινα την Σιμόν δεμένη, στην άλλη πολυθρόνα και φιμωμένη.

  Δυο από τους «εμπειρογνώμονες» του τουριστικού γραφείου στέκονταν στο πλάι της, κρατώντας πιστόλια.

  Ένα χαστούκι με ταρακούνησε για τα καλά και εκανε την γεύση του αίματος να ξαναγυρίσει στο στόμα μου. «Εεε» φώναξα , «δεν είναι ανάγκη να χτυπάτε, απλώς πέστε μου τι θέλετε;;»  «Σκάσε , καθίκι» ήταν η απάντηση του τύπου , που με χαστούκισε, ενώ μια γροθιά στον κρόταφο μου , μ’ εκανε να ουρλιάξω από τον πόνο , που έφτασε μέχρι το βάθος του μυαλού μου.

  «Θα απαντάς σε ότι σε ρωτώ» , συνέχισε ο τραμπούκος.  Πλησίασε το πρόσωπο του στο δικό μου «συνεννοηθήκαμε μαλακισμένο;;», με ρώτησε με την βρώμικη ανάσα του , να μου γυρίζει τα έντερα.

  « Εισαι ο Γιάννης Βολιώτης έλληνας υπήκοος και το μουνάκι από εκεί, η Σιμόν Ρισάρ , γαλλίδα;;» κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά και αυτό μου στοίχησε ένα  τράβηγμα από τα μαλλιά , μέχρι που δάκρυσαν τα ματιά μου από τον πόνο.

«Όταν σε ρωτώ μαλάκα , θα απαντάς, αλλιώς θα αρχίσω να κόβω την γκόμενα σου, μικρά μικρά κομματάκια  και να στα δίνω να τα φας με το ζόρι. Κατάλαβες;;» μου πέταξε μεσα από τα σφιχτά του δόντια. Το πρόσωπο του ειχε γίνει μια απάνθρωπη μάσκα , γεμάτη μίσος . περίεργο σκέφτηκα για επαγγελματία. Επίσης η προφορά του αμερικανικού νότου ειχε χαθεί και στην θέση της , μπορούσα να διακρίνω κάτι από ανατολική Ευρώπη , Ρωσία μήπως;;

 «Ναι , κατάλαβα», απάντησα.

 «Ωριαία!!», έδειξε να χαίρεται, «ας έρθουμε στο θέμα μας τωρα. Πέρσι το καλοκαίρι σε ένα νησί στην Ελλάδα , δολοφόνησες πέντε ανθρώπους πισώπλατα, ανάμεσα τους και το αδελφό μου. Ναι μαλάκα , τον μεγάλο μου αδελφό. Νόμιζες ότι θα έμενες ατιμώρητος;; ότι θα σε ξεχνούσαμε;;  ξέρεις ποιοι ήμαστε , άρα ξέρεις και τι σε περιμένει».

  «Ωχ» σκέφτηκα, «αυτό ήταν . Έφτασε το τέλος».

  «Εντάξει Ιβάν, με τσάκωσες, κάνε ότι καταλαβαίνεις , αλλά η κοπέλα δεν φταίει σε τίποτα. Άστη να φύγει». Το έπαιξα ψύχραιμος για χάρη της Σιμόν. Τουλάχιστον ας γλύτωνε αυτή , εγώ ήμουν τελειωμένος.

  «Ιβάν;; ποιος είναι ο Ιβάν μαλάκα;; καλά σε λέω εγώ μαλάκα , απορώ πως με αυτή την μαλακία κατάφερες να φας 5 στρατιώτες μας. Η κοπέλα θα είναι η πραγματική εκδίκηση μου για τον θάνατο του Ντιμίτρι . Θα την βιάζουμε για ώρες μπροστα σου με τον χειρότερο τρόπο και μετά θα της βγάλω τα μάτια , θα τις κόψω τις ρώγες και άλλα πολλά διασκεδαστικά, με σένα να το απολαμβάνεις σαν θεατής».  Έριξε το κεφάλι πίσω και ξέσπασε σε τρελά γέλια.

  Ένοιωσα την απελπισία να με πνιγεί. Είχα πέσει σε ψυχοπαθή και δυστυχώς το τέλος και των δυο μας προβλεπόταν φρικτό.

  Τα παρακάλια δεν θα βοηθούσαν , ίσως αν έβρισκα τρόπο να λυθώ και προσπαθούσαμε να το σκάσουμε, να πεθαίναμε γρήγορα και ανώδυνα από τις σφαίρες και όχι με βασανιστικό αργό τρόπο.

  Όμως τα καθάρματα με είχαν δέσει καλά .ούτε το δακτυλάκι μου δεν μπορούσα να κουνήσω. Έβλεπα τον τρόμο στο πρόσωπο της Σιμόν και ήθελα να πεθάνω από την ντροπή μου , που δεν μπορούσα να την προστατέψω.

  Τότε από το Χωλ ακούστηκε μια φωνή , «Μπος;;» ήταν ο Σεσίλ , ο ινδονήσιος επιστάτης. Τι σκατά εκανε στις 12.00 τα μεσάνυχτα στο σπιτι;; Ο αρχηγός των μαφιόζων εκανε νόημα στο ένα από τους δυο , που έστεκαν στο πλάι της Σιμόν να δει τι συνέβαινε. Αυτος προχώρησε στον διάδρομο προς το Χωλ και την είσοδο. Πέρασαν 2-3 λεπτά και ο αρχηγός του φώναξε κάτι στα ρώσικα , χωρίς να λάβει καμιά απάντηση.  Γύρισε τότε το όπλο καταπάνω μου ενώ και ο άλλος το δικό του στην Σιμόν. Προτού κλείσω τα μάτια , περιμένοντας την σφαίρα να με πετύχει , πρόλαβα να δω τις κόκκινες κουκκίδες στα κεφάλια τους. Κόκκινες κουκκίδες;; λέιζερ σκόπευτρα , μαααα!!!, οι πυροβολισμοί ακουστήκαν σαν ένας και τα τρία ρώσικα έπεσαν νεκρά με μια μικρή τρύπα στο μέτωπο ή στον κρόταφο , από κει που μπήκε η σφαίρα των Μ4 .

  Ένας λοχαγός των ινδονησιακών δυνάμεων ασφαλείας , μιλώντας σπαστά άλλα αντιληπτά αγγλικά , μου εξήγησε το θαύμα της διάσωσης μας. Όσο κρατούσα στην αγκαλιά μου την χλωμή και κλαίουσα Σιμόν.

  Ο μεγάλος προστάτης μας και συνέταιρος της ινδονησιακής κυβέρνησης στην κατασκευή των δυο νέων διυλιστηρίων στην Σουμάτρα, κύριος Στεργιόπουλος, ειχε ζητήσει από την κυβέρνηση στην Τζακάρτα , να μας εχει υπό την προστασία της. χρονιά συναλλαγής με τα αποβράσματα της γης , τον είχαν κάνει να πιστεύει ότι το περσινό μακελειό δεν θα τέλειωνε έτσι άπλα.

  Από την πρώτη στιγμή , που οι τέσσερις μαφιόζοι , προσγειώθηκαν στην χώρα , η ασφάλεια ήξερε ότι ήταν μέλη της ρώσικης μαφίας , αλλά δεν μπορούσε να τους συλλάβει η εξοντώσει , χωρίς να εχει κάτι εναντίον τους. Το πολύ να τους απελάσει , κάτι που θα γινόταν σε κάνα δυο μέρες αν δεν είχαν προσπαθήσει να μας σκοτώσουν.

  Στην σουίτα που μας διατέθηκε από την εταιρεία του Στεργιόπουλου , μας επισκέφτηκε ο γενικός του διευθυντής στην ανατολική Ασία με την συντρόφια ενώ γηραιού ρώσου.

  Ο τύπος με έκοβε από πάνω μέχρι κάτω. μέχρι να μιλήσει και να πει την μόνη του πρόταση της βραδιάς στα αγγλικά.

  «ήθελα να δω τον τύπο , που σκότωσε πέντε από τους δικούς μας και στοίχισε τον θάνατο σε τέσσερις ακόμα. Εε , δεν του φαίνεται». Είπε, χαμογέλασε και βγήκε από το δωμάτιο. Ο άνθρωπος του Στεργιόπουλου , μας εξήγησε ότι η συμφωνία ειρήνης ανάμεσα στην εταιρεία του και την ρώσικη μαφία , περιελάμβανε και την δική μας υπόθεση. Έτσι για να κάνουν πάλι μπίζνες με τον Στεργιόπουλο , έπρεπε να μας χαρίσουν την ζωή και να μην μας ξαναστοχοποιήσουν. Όπως λέει και η παροιμία money talks,τα λεφτά μιλάνε και μπροστα στο συμφέρον , η εκδίκηση ξεχνιέται . τουλάχιστον αυτό θελω να πιστεύω.

Σελιανιτικα 29/7/2013 5.30 πμ

Δεν υπάρχουν σχόλια: