Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

ΖΕΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ;;



ΖΕΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ;;

Το πούσι , ειχε καλύψει την θάλασσα γύρω τους σαν ένα πυκνό λευκό πέπλο. Ο Μάκης ειχε κάνει κράτει στην μηχανη του καικιου , ακολουθώντας τις εντολες του καπετάν Βαγγέλη. Το δωδεκάμετρο ξύλινο ψαραδικο , ειχε ρίξει τα δίχτυα για το ψάρεμα σαρδέλας, που πέρναγε πάντα από αυτό το πέρασμα ανάμεσα στα δυο μικρά νησιά , Άσπρη και Ντάπια.  Γυμνά και τα δυο τους από βλάστηση , γεμάτα πέτρες , όπως και η απέναντι τους ξηρά της Ρούμελης.
  Οι τρεις ψαράδες είχαν αράξει , περιμένοντας να διαλυθεί το πούσι , προτού ξεκινήσουν να μαζεύουν με την μπροστινή τροχαλία τα δίκτυα.
 Ο Πάνος έριξε και τις δυο άγκυρες , όπως του ζήτησε ο καπετάνιος. Το στενό ανάμεσα στα δυο ξερονήσια ήταν δεν ήταν 350 με 400 μετρά. Με την ορατότητα στα δυο μέτρα , δεν ήθελε και πολύ να ρίξουν το καΐκι σε κάποια από τις βραχώδεις ακτές τους. Έτσι όσο πιο ακίνητοι έμεναν , μέχρι να διαλυθεί το πρωινό πούσι , τοσο λιγότερο θα διακινδύνευαν κάποιο ατύχημα.
  O Πάνος στην πρύμνη, ήταν αυτός που άκουσε τον περίεργο θόρυβο. Σαν παφλασμός , δίπλα του, αλλά σαν να έριχναν νερό στο κατάστρωμα.  Έπρεπε να πάει στο πλάι για να δει τι συνέβαινε , μιας και την θέα του , μπλοκάριζαν δυο κουλούρες από χονδρό σχοινί. Στην αρχη του φάνηκε σαν μια νάιλον διάφανης σακούλα , γεμάτη νερό , μετά όμως αρχισε να παίρνει μορφή και δυο γαλανά ματιά πάνω στην επιφάνεια της «σακούλας» , μορφοποιήθηκαν ξαφνικά , κοιτώντας τον. Με ύψος λίγο πάνω από 1,80 και σωματική δομή μποντυ μπιλντερ , ο Πάνος δεν φοβόταν ούτε θεό ούτε δαίμονες. Το γεμάτο σημάδια πρόσωπο του και οι ουλές από χτυπήματα και δυο μαχαιριές στο κορμί του , ήταν η απόδειξη . Όμως αυτά τα αφύσικα μάτια πάνω σε μια αμοιβάδα που ειχε σχεδόν πάρει την μορφή ενός γυναικείου κορμιού, (διέκρινε καθαρά τα δυο στητά και καλοσχηματισμένα στήθη) , όπως και τα γυναίκεια χαρακτηριστικά , να ζωγραφίζονται σχεδόν στην ζελατίνα, που το πλάσμα χρησιμοποιούσε σαν δέρμα, τον έκαναν να ανατριχιάσει από τον φόβο.
  «Θεέ μου , τι είναι αυτό;;» σκέφτηκε και με ένα πήδο πάνω από τον άμορφο ακόμα όγκο , έτρεξε προς την τιμονιέρα να φωνάξει τον καπετάνιο και τον Μάκη.
  «Καπετάνιο , καπετάν Βαγγέλη!!!» έμπηξε τις φωνές,  «Μάκηηη;;».
  «Έλατε πίσω στην πρύμνη» , είπε , μόλις οι άλλοι δυο , έτρεξαν κοντά του. Δίπλα στα κουλουριασμένα σχοινιά , υπήρχε , μονό ένα μεγάλο   υγρό ίχνος , αλλά το πλάσμα , πουθενά.
 « Τι έπαθες όρε;;» τον αποπήρε ο καπεταν Βαγγέλης , «φωνάζεις σαν να σε κυνηγούν στοιχειά και μας κουβαλάς εδώ να μας δείξεις , που κατούραγες» , είπε ξεσπώντας σε αχαλίνωτα γέλια , με τον Μάκη να τον σιγοντάρει.
  «Στο ορκίζομαι καπετάνιο , μια τεραστία μάζα σαν αμοιβάδα , διαφανής , που ειχε αρχίσει να παίρνει τα χαρακτηριστικά μιας γυναίκας , ήταν ξαπλωμένη εδώ»,  τραύλιζε ο δόλιος Πάνος.
  «Πρέπει να με πιστέψετε».
  «μάλλον έχεις καιρό να πηδήξεις  ρεεεεεεεεεεεεεεεε!!» τον κογιόναρε ο Μάκης , κάνοντας τον καπετάνιο να γελάει, διασκεδάζοντας το.
  «Την επομένη φορά αγόρι μου, πήδα την μόνος σου και μην ζητήσεις την βοήθεια μας, θα έχουμε δουλειές να κάνουμε». Έκλεισε την κουβέντα , προτού τους ξαναστείλει στα πόστα τους ο καπετάν Βαγγέλης.
  Ο Πάνος μουδιασμένα , ξαναγύρισε στην ακρη της πρύμνης , κοιτάζοντας φοβισμένα γύρω του. « που ειχε πάει το πλάσμα;; μακάρι να ειχε γυρίσει στην θαλασσινή κόλαση από όπου ειχε έρθει», σκεπτόταν , αλλά ήταν σίγουρος ότι κάπου τριγύρω ήταν και τον παραμόνευε.
  Το πούσι έδειξε να αραιώνει , γύρω στις 9,00 , άλλα όχι τελείως. Ο καπετάνιος στεκοταν δίπλα στο βαρούλκο με τον Μάκη , άλλα δίσταζε να αρχίσει το μάζεμα των διχτυών. Όμως αν συνεχιζόταν αυτό το πούσι , τα καύσιμα δεν θα έφταναν για να γυρίσουν στην ιχθυόσκαλα , ούτε να κρατήσουν το αμπάρι –ψυγείο παγωμένο για να συντηρηθούν τα ψάρια. Το πολύ πολύ να γύριζαν σπιτι με άδειο το αμπάρι και χωρίς να έχουν μαζέψει τα δίχτυα.
  Είπε στον Μάκη να είναι έτοιμος , με το που θα δει την παραμικρή ένδειξη ότι το καταραμένο πούσι αρχίσει να διαλύεται, να βάλει το βαρούλκο σε λειτουργία. 
  Ο Πάνος ενημερώθηκε , με το ξεκίνημα του μαζέματος, μόλις δηλαδή ακούσει το μοτέρ του βαρούλκου να εργάζεται , έπρεπε
να ανεβάσει και τις δυο άγκυρες , ελευθερώνοντας το πλοίο.
  « Παιδια , μια ώρα του δίνω , αν σε μια ώρα δεν εχει διαλυθεί , γυρίζουμε σπιτι και επιστρέφουμε αύριο».  Φώναξε κρεμασμένος στο παραπέτο της πορτας της καμπίνας, που κάλυπτε την τιμονιέρα, ο καπετάνιος. Μπήκε μεσα και πιάνοντας με το ένα χερι την ρόδα της τιμονιέρας, αύξησε ελαφρά , καλού κακού τις στροφές της γέρικης μηχανής.  Η διάφανης μορφή που βρέθηκε δίπλα του , τον αιφνιδίασε , τοσο που σχεδόν πετάχτηκε επάνω από την τρομάρα του. Στο κάθισμα μπροστα στην ρόδα ,του τιμονιού , μια διάφανης γυναικεία φιγούρα έσκυβε προς το μέρος  του με δυο γαλάζια μεγάλα ματιά να επιπλέουν σχεδόν στον σάκο , που οριοθετούσε αυτό το κάτι σαν κορμί της. μπορούσε να διακρίνει το νερό μεσα της και να ακούσει την φωνή της. Την φωνή της;; , αφου δεν κινούσε τα, σαν ζωγραφιστά χείλη της. Όμως παρόλα αυτά , ότι «άκουγε» στο μυαλό του δεν ήταν ομιλία , αλλά μετάδοση εικόνων και συναισθημάτων , που ο εγκέφαλος του τα μετέφραζε σε λόγια.  
   «Ποιός είσαι;; γιατί είσαι εδώ;;» «άκουσε» καθαρά την ερώτηση στο μυαλό του , ενώ κανένας ήχος δεν βγήκε από το «στόμα» της.
  «είμαι ψαράς και αυτό είναι το σκάφος μου» , ειχε ήδη στείλει την σκέψη , προτού πει την φράση δυνατά, με τον ήχο της φωνής του να αντηχεί σαν πυροβολισμός, μεσα στην μικρή καμπίνα.
  «ΕΣΥ ποια ή τι εισαι και τι θες από μένα;;»
  «ψαράς ;; η εικόνα που μου στέλνει το μυαλό σου , μου φέρνει αναγούλα . σκοτώνεις τα πλάσματα της θάλασσας για κέρδος και τροφή;; ζωντανά όντα;; τι είδους πλάσμα εισαι εσύ;; δεν διακρίνω ίχνος τύψης στην σκέψη σου».
  «είμαι αυτό που οι δικοί σου αποκαλούν γοργόνα, Γοργώ , κατευθείαν απόγονος της τρανής ΜΕΔΟΥΣΑΣ.  Έχω γνωρίσει και άλλους από το είδος σου , άπληστοι , άξεστοι , δολοφόνοι των πλασμάτων της θάλασσας ποτε δεν ικανοποιήστε με όσα χρειάζεστε , πάντα θέλετε περισσότερα.  Τι είδους θηρία είσαστε;; ακόμα και ο μεγάλος καρχαρίας, άμα είναι φαγωμένος , σταματά να κυνηγά.». Είπε με οργή η γοργόνα.
  «από μένα τι θες;; εκδίκηση για τα σκοτωμένα ψάρια , ας γελάσω». Πέρασε στην αντεπίθεση ο καπετάνιος και έχοντας πλέον βρει τον τρόπο , της μετέδιδε τις σκέψεις του , χωρίς να μιλά.
  «Έχουμε ανάγκη τροφής και χρημάτων . Είμαστε στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας και διαχειριστές της γης και όλων των πλασμάτων της , στην ξηρά, στην θάλασσα και στον αέρα. Το έχουμε κερδίσει αυτό, με το ανώτερο μυαλό μας και την τεχνολογία μας. Δεν ξέρω αν εισαι γοργόνα , ξωτικό , πνεύμα η σειρήνα , αλλά δεν σε φοβάμαι, ένας σάκος με νερό εισαι. Τωρα γυρνά στην υποθαλάσσια φωλιά σου , στο θαλάμι , ή όπου αλλού ζεις και άσε με να κάνω την δουλειά μου».  
  «πες μου άνθρωπε , θες να ζήσεις για πάντα;; μακριά από τον φόβο του θανάτου , χωρίς προβλήματα υγείας  και για πάντα νέος;;»  ήταν η απάντηση της στο ξέσπασμα του Βαγγέλη.
  O καπετάνιος τα έχασε, περίμενε το πλάσμα να του επιτεθεί, η έστω να διαξιφιστεί λεκτικά μαζι του και όχι να του κάνει προτάσεις για αιώνια ζωή. «Πρόσεχε , Βαγγελάκη», είπε μεσα του, « κάποιο λάκκο εχει η φάβα». Από την άλλη μεριά , τι θα μπορούσε να φοβηθεί από μια αμοιβάδα;; όσο μεγάλη και αν ήταν.
  Ξεχνούσε ότι οι σκέψεις του διαβαζόντουσαν, από την γοργόνα σαν ανοικτό βιβλίο. Τότε σαν αστραπή το υδάτινο κορμί βρέθηκε με μια κίνηση επάνω του, δηλαδή παντού επάνω του . Δεν υπήρξε εκατοστό του κορμιού του , που να μην καλυφτεί από το πλάσμα . Σαν μια μεμβράνη να τον περιτύλιξε , σαν ένα νερένιο κάλυμμα να τον ρούφηξε μεσα του. Τα ρουθούνια και το στόμα του, άνοιξαν διάπλατα , προσπαθώντας να τραβήξουν τον απαραίτητο αέρα στα πνευμόνια του. όμως η υδάτινη μεμβράνη δεν τον άφηνε , όσο πιο πολύ προσπαθούσε να τραβήξει τον αέρα , τοσο πιο βαθειά έμπαινε μεσα του το νερένιο της κορμί.
  Τα χέρια του ήταν μπλοκαρισμένα στο πλάι του σώματος του , από την ίδια μεμβράνη καθιστώντας τον ανίκανο να την διώξει από πάνω του . Σε μερικά δευτερόλεπτα , πανικοβλήθηκε , νοιώθοντας τον θάνατο από ασφυξία να τον απειλεί τοσο έντονα. Ήταν στα χέρια του πλάσματος , ολοκληρωτικά. Τότε ένοιωσε την «σκέψη» της στο μυαλό του, «ώστε , άνθρωπε, δεν έχεις τίποτε να φοβηθείς, από μένα;; εισαι σίγουρος;;»
  «αέρα , αέρα , πνίγομαι» , ήταν οι σκέψεις του πανικόβλητου καπετάνιου. Σίγουρα όχι αυτές που θα ευχαριστούσαν το πλάσμα.
  Μάζεψε όση ψυχραιμία , μπορεί να του ειχε περισσέψει , ενώ το μυαλό του γλιστρούσε προς την σκοτεινιά  του θανάτου. «σε παρακαλώ , έκανα λάθος , εισαι πολύ δυνατή για έναν 
θνητό σαν εμένα».
  Ένοιωσε την αποδοχή της σκέψης του, στον τερματισμό του θανατερού της εναγκαλισμού. Ο αέρας ξαναγέμισε τα πνευμόνια του και σωριάστηκε στο πάτωμα της καμπίνας σαν μαριονέττα , που της έκοψαν τα σχοινιά.
  «Λοιπον;; θες να ζήσεις για πάντα;; μακριά από τον φόβο του θανάτου;;» ένοιωσε την ερώτηση, να επαναλαμβάνεται στο ακόμα φοβισμένο του μυαλό.
  «ναι , ναι , αρκεί να σταματήσεις να με βασανίζεις» της απάντησε , δίνοντας στον τόνο της φωνής του , όσο περισσότερο σεβασμό μπορούσε.  Όμως για άλλη μια φόρα η σκέψη του τον πρόδωσε.
  «βλέπω ποσό με μισείς και θες να με σκοτώσεις , γιατί με φοβάσαι , όμως πραγματικά δεν θελω το κακό σου. Δεν το νοιώθεις στις σκέψεις μου;;»
  «καπετάνιε , κοντεύει να καθαρίσει , για τα καλά» ακούστηκε ο Μάκης να φωνάζει από την πλώρη και το βαρούλκο.
  «Είμαι έτοιμος», ακούστηκε ο Πάνος από την πρύμνη.
  «Περίμενε να καθαρίσει τελείως ο ορίζοντας , προτού αρχίσεις να τα σηκώνεις», φώναξε δυνατά για να τον ακούσουν και οι δυο , ο καπετάνιος.
  «Τι πρέπει να κάνω;; αν είναι έτσι όπως τα λες;;» ρώτησε την γοργόνα. « να με εμπιστευτείς. Είδες ότι θα μπορούσα να σε εξοντώσω , πανεύκολα , άλλα δυστυχώς χρειαζόμαστε το είδος σου για να αναπαραχθούμε.  Όταν θα πάμε στο νησί μου , θα μπορώ να πάρω ότι μορφή θέλεις , ότι σε τέρπει σεξουαλικά , γυναίκα , άνδρα , παιδί , οτιδήποτε. Αυτό το υδάτινο σώμα που βλέπεις , στην πραγματικότητα είναι μια προβολή μεσα από το νερό του εαυτού μου. Όλα γίνονται με την δύναμη της σκέψης. 
  Είναι πιο ασφαλής και για τα δυο είδη , ο τρόπος αυτός , πρώτης επαφής. Παλιότερα προτιμούσαμε να σας παρουσιαζόμαστε με τα πραγματικά μας σώματα , μισές γυναίκες , μισά ψάρια , που οι ναυτικοί σας περιγραφούν. Μας έχετε κατηγορήσει για τα πάντα ,  σαν ανθρωποφάγα όντα , με υπερφυσικές δυνάμεις, που εξοντώναμε τους κακόμοιρους ναυτικούς στις απανταχού θάλασσες του κόσμου. Ότι οι ανθρωποι έστηναν , ολόκληρα κυνήγια γοργόνων ανά τους αιώνες δεν το αναφέρεται βέβαια πουθενά , ούτε για το πόσες αδελφές μου βιάστηκαν η ψήθηκαν σε φούρνους η σούβλες και φαγώθηκαν από τους ‘αδύναμους’ ανθρώπους. Ούτε βέβαια αναφέρει η ιστορία σας , ποσά πληρώματα ναυαγισμένων καραβιών οδηγηθήκαν στην σωτηρία από τις ‘διαβολικές’ γοργόνες.
  Ποιος θυμάται ότι η ασχήμια της μητέρας μας της μέδουσας ήταν η εκδίκηση της Αθηνάς πάνω στην ιέρεια της  τότε , πανέμορφης Μέδουσας , που ο Ποσειδώνας μεταμφιεσμένος σε άλογο βίασε;; Επειδή η Αθηνά δεν μπορούσε να τα βάλει με τον ισάξιο του Δία,  Ποσειδώνα , την μεταμόρφωσε σε τέρας με φίδια αντί για μαλλιά. Όποιος την αντίκριζε, πέτρωνε. Προτού την σκοτώσει ο Περσέας με την βοήθεια πάλι την μικρόψυχης Αθηνάς , πρόλαβε να αφήσει απογόνους και σήμερα να υπάρχουμε ακόμα».
  «Κοίτα δεν θελω να σε κακοκαρδίσω , αλλά εγώ είμαι ένας φτωχός μεσήλικας ψαράς. Και τα δυο παλληκάρια στο τσούρμο μου είναι πιο κατάλληλοι για επιβήτορες από μένα. Γιατί διάλεξες εμένα;;»
 Ήθελε να μάθει ο Βαγγέλης , χωρίς βέβαια να πιστεύει ούτε για ένα λεπτό , ότι θα ειχε την ελπίδα να γλυτώσει από την μοίρα που τον περίμενε.
  Ένα σαρδόνιο χαμογελο , ζωγραφίστηκε στο «πρόσωπο» της γοργόνας.  « καταρχάς .ποιος σου είπε ότι εγώ κάνω τις επιλογές;; ή ότι δεν έχουν επιλέγει και αυτοί για επιβήτορες , όπως τους λες;; μετά σου μίλησα για αιώνια ζωή , σαν νέος , άλλα φαίνετε δεν το πρόσεξες. Άρα η τωρινή ηλικία σου δεν παίζει ρόλο. Μπορώ να σου απαριθμήσω καμιά 100στη λογούς που το σπέρμα σου είναι πιο πολύτιμο για εμάς από το δικό τους , άλλα δεν είναι του παρόντος, επίσης ο ένας είναι παντρεμένος με παιδί και ο άλλος εχει δυο παιδια από προηγούμενο γάμο. Εσύ αντίθετα , ούτε απογόνους έχεις , ούτε οικογένεια να τους λείψεις».
 « Όπως τα ακούω, δεν έχω άλλη λύση , παρά να σε ακολουθήσω», είπε ο καπετάνιος. « Δεν αρνιέμαι ότι η ιδέα της αιώνιας ζωής και σαν νέος , με δελεάζει , αλλά ταυτόχρονα με φοβίζει , το άγνωστο , η ζωή μακριά από τους ανθρώπους και κοντά σε σας , σαν επιβήτορας».
« Σου είπα και πριν , πρέπει να με εμπιστευτείς. Δεν θελω το κακό σου, άσε με να σε οδηγήσω στο νησί μας. Η υδάτινη προβολή μου θα σε φέρει μεσα από την θάλασσα εδώ , δίπλα μου».
«καθάρισε αφεντικό, βάζω μπροστα;;». Η φωνή του Μάκη τον έφερε πίσω στη βάρκα , την στιγμή που στο μυαλό του σχηματίζονταν εικόνες από ένα υπέροχο τόπο , γεμάτο όμορφες γυναίκες και ευτυχισμένους άνδρες , που δέχονταν τα χάδια και τις περιποιήσεις τους. Τοσο ειδυλλιακό και ζεστό όσο χρειαζόταν για να κυκλοφορείς και γυμνός αν θες.
  Προτού προλάβει να απαντήσει στον Μάκη , άκουσε τις κραυγές του , όπως και τις εκκλήσεις για βοήθεια του Πάνου από το πίσω μέρος του σκάφους. Έβγαλε το κεφάλι του από την πορτα της καμπίνας , αντικρίζοντας το φοβερό θέαμα. Δεκάδες «νεροσακούλες» , έθαβαν κάτω από το βάρος τους τον Μάκη , τα ίδια και στην πρύμνη με τον Πάνο να κτυπάει με ένα καμάκι και να απωθεί τα οντά , χωρίς όμως να μπορεί να τα εξοντώσει. Δεν χρειάστηκε πολύ για να καλυφτεί και αυτός από τις γοργόνες , όπως και ο μακης.
  Ούτε κατάλαβε , ποτε και ο ίδιος τυλίχθηκε από αυτές και βρέθηκε στο νερό. Μπορούσε ανάμεσα στα διαφανή σώματα τους ,να δει τις άγκυρες να σηκώνονται και το ψαροκάικο να παρασύρεται , από τα ρεύματα. Ένας νοερός αποχαιρετισμός , στο αγαπημένο του πιστό σκαρί και ταυτόχρονα στην μέχρι σήμερα ζωή του , ήταν όσα πρόλαβε να σκεφτεί, προτού το κουκούλι , που είχαν σχηματίσει γύρω του οι γοργόνες , μετετράπη σε μια μορφή υποβρυχίου σκάφους και επιταχύνοντας με ασύλληπτη ταχύτητα τον πάρει μακριά από το καΐκι. Το πλάσματα με τα σώματα τους είχαν αφήσει ένα κενό γύρω του, γεμάτο αέρα. Έτσι για λίγες ώρες από όσο μπορούσε να υπολογίσει , θα ειχε αρκετό οξυγόνο.  Ηλπιζε να μην κρατούσε παραπάνω το ταξίδι μέχρι τον προορισμό τους , το υπέροχο νησί , που τόση ώρα οι γοργόνες , μετέδιδαν την εικόνα του , στο μυαλό του.
  Το ρολόι στο χερι του ειχε σταματήσει να λειτουργεί από ώρα , όταν ένοιωσε μια επιβράδυνση στην κίνηση του. Σε λίγο  η κίνηση σταματησε τελείως , ενώ διατάχτηκε να προχωρήσει προς την αμμουδιά μπροστα του. οι γοργόνες , που σχημάτιζαν το όχημα , που τον έφερε μέχρι εδώ είχαν εξαφανιστεί.
  Σε κοντινή απόσταση διέκρινε τα δυο μέλη του πληρώματος του να κατευθύνονται τρεκλίζοντας , προς την ίδια αμμουδιά.
  Τότε τις είδε , πάνω στην άμμο ,υπέροχες  υπάρξεις , με μακριά μαύρα μαλλιά και χυμώδη γυναικεία κορμιά , να τους κάνουν νοήματα να τις πλησιάσουν. Τα γυμνά σώματα τους ήταν γεμάτα δερματοστιξίες , (τατουάζ), χωρίς όμως να τις κάνουν λιγότερο ποθητές , το αντίθετο.
  Όταν ο καπετάνιος βρέθηκε έξω από το νερό , μια από τις κοπέλες τον πλησίασε και η σκέψη της ακούστηκε στο κεφάλι του. «καλώς όρισες στο νησί μου , είμαι εγώ που σε διάλεξα για σύντροφο , αυτή που σου ‘μιλούσε’ στο καΐκι σου , η Αλσευρεία».
  Ο καπετάνιος έμεινε να παρατηρεί το υπέροχο , θηλυκό μπροστα του . τα στητό μεγάλο στήθος , τα υπέροχα μακριά της μαλλιά , που έπεφταν μέχρι σχεδόν την μέση της, τα γεροδεμένα ποδια , και την γενετήσια περιοχή , που τον καλούσε να σμίξει μαζι της. ακόμα και το άρωμα που ανέδιδε , μια σύνθεση θαλάσσιας αύρας , ανακατεμένης με υπέροχες ευωδίες από λουλούδια και φρούτα , τον εκανε να θέλει να της κάνει έρωτα , εκεί στην παραλία , μπροστά στις αδελφές της και το πλήρωμα του.
  « Κάνε υπομονή αγάπη μου, σε λίγο θα είμαστε στην σπηλιά μου , μόνοι μας και θα είμαι όλη δική σου», χάιδεψε το μυαλό του με την σκέψη της , ενώ εικόνες από τους δυο τους σε ερωτικές στάσεις , τον αναστάτωσε  περισσότερο. Κρατώντας τον από το χερι τον πήρε μακριά από την παραλία προς μια βραχώδη προεξοχή που έμπαινε για πολλές εκατοντάδες μετρά μεσα στην θάλασσα.
 Ούτε στιγμή δεν σκέφτηκε , τι γίνονται οι άλλοι δυο, παρά ακολουθούσε την Αλσευρεία , σαν πιστό σκυλάκι. Η πίσω όψη της άλλωστε ανταγωνιζόταν σε ομορφιά και σεξουαλικότητα την μπροστινή . το δε λίκνισμα των γοφών της  μόνο, σχεδόν έφτανε για να τον οδηγήσει στην ολοκλήρωση.
  Κατά μήκος της βραχώδους πλέον παραλίας , δεκάδες σπηλιές είχαν σχηματιστεί από τη θάλασσα που έτρωγε τον βράχο και η Αλσευρεία τον οδήγησε στο βάθος μιας απ’ αυτές.
  Ο Βαγγέλης , περίμενε ότι για να κολυμπήσει , η γοργόνα , μεσα στο νερό της σπηλιάς , θα έβγαζε κάποια ουρά ψαριού και το μισό της σώμα , προς μεγάλη του απογοήτευση θα γέμιζε λέπια. Όμως αυτή κολύμπησε κανονικά με απλωτές σαν αθλήτρια της κολύμβησης προς την μικρή παραλία στο βάθος της σπηλιάς. Εκει αφου βγήκε από το νερό, τον πήρε στην αγκαλιά της .
  Ο καπετάνιος ένοιωσε το κορμί της , παντού πάνω στο δικό του. η ευελιξία και η εφευρετικότητα της , δεν σταμάτησαν να τον κρατούν σε διέγερση , για όλες τις ώρες , που έκαναν έρωτα στην άμμο της μικρής παραλίας. Όταν η ερωτική θύελλα κόπασε, ο Bαγγέλης κοιμήθηκε σαν μικρό παιδί στην αγκαλιά της.  Η μυρωδιά του φρεσκοψημένου κρέατος τον ξύπνησε, ενώ από την πείνα ένοιωσε το στομάχι του να ουρλιάζει . πάνω σε ένα χαμηλό τραπεζάκι και σε μια πήλινη πιατέλα  ήταν τοποθετημένα αρκετα μικρά μπριζολάκια.
  Σαν μεγάλα αρνίσια παϊδάκια , αλλά που η γεύση και το χρώμα του κρέατος , θύμιζε γουρούνι.
Ότι και να ήταν πάντως , θες γιατί πεινούσε , θες γιατί ήταν πολύ καλά ψημένο , ήταν το πιο νόστιμο κρέας που ειχε φάει ποτε. Τέλεια αλατισμένο και καρυκευμένο.
  Μαζι με το κρέας , μόνο κόκκινο κρασί υπήρχε στο τραπέζι και λίγο τυρί από γάλα κατσίκας;;;, μάλλον για τέτοιο έμοιαζε αν και ήταν πολύ αλμυρό για τα γούστα του. το κρασί από την άλλη ήταν γλυκό άλλα ειχε στο βάθος αρκετές φρουτένιες γεύσεις , μερικές πρωτόγνωρες για τον ουρανίσκο του.
  Έφαγε και ήπιε με την ψυχή του , επιθυμώντας όσο ποτε άλλοτε το ελληνικό του καφεδάκι , που πάντα συνόδευε το πρωινό του. μετά από λίγη ώρα , νοιώθοντας ότι εχει χωνέψει , χώθηκε στο δροσερό νερό και κολύμπησε για λίγη ώρα. Η Αλσευρεία αναδύθηκε μπροστα του , μεσα από τα σκοτεινά νερά της σπηλιάς και γρήγορα κρεμάστηκε επάνω του ενώ ο ίδιας γλιστρούσε μεσα της οργώνοντας την και γεμίζοντας σε λίγο με το σπέρμα του την μήτρα της για άλλη μια φορά. Όμως η γοργόνα δεν σταματησε εκεί , άλλα φροντίζοντας να τον ερεθίσει πάλι βρέθηκε στην αμμουδιά , από πάνω του να δέχεται την εκσπερμάτωση του μεσα της πάλι. Έπειτα ξάπλωσε δίπλα του , χαϊδεύοντας τρυφερά τα μαλλιά του. «ξέρω ότι έχεις απορίες , για την καινούργια σου ζωή . ρωτά με λοιπον ότι θέλεις», του ‘ψιθύρισε’ στο μυαλό.
  «Το κρέας», ρώτησε «το κρέας από τι είδους ζώο προέρχεται;;»
  Γάργαρο και απίστευτα ερεθιστικό ,το γέλιο της στο κεφάλι του σαν απαντούσε , «θαλάσσιος ελέφαντας η φώκια , συνήθως , δεν ξέρω τι ήταν το δικό σου, γιατί, τοσο πολύ σου άρεσε;;»
  «ήταν το καλύτερο που έχω φάει ποτε και με τίποτα δεν θα πίστευα ότι είναι ψαρί».
  «Κάλε μου ούτε η φώκια , ούτε ο ελέφαντας είναι ψάρια με την στενή έννοια. Θηλαστικά είναι , όπως το δελφίνι , η φάλαινα , ο ίδιος ο άνθρωπος. Οι θαλάσσιοι ελέφαντες είναι κατά κάποιον τρόπο οι αγελάδες και οι φώκιες το αντίστοιχο των προβάτων». Τον διόρθωσε και συνέχισε ,
  «το τυρί είναι από γάλα φάλαινας και το κρασί από ένα είδος φυκιού . Όλα τα παράγει για εμάς, η θάλασσα γλυκέ μου.  Βλέπω ακόμα στις σκέψεις σου ,να αμφιβάλλεις  για το κρέας , αλλά είναι αλήθεια, αύριο θα σε πάω στην θαλάσσια ‘στάνη’ , να δεις τα ζώα μας . Πάρε με αγκαλιά τωρα και κάνε μου έρωτα άλλη μια φορά».
  Οι επόμενες μέρες , εβδομάδες πέρασαν με έρωτα ,  φαί και λίγες βόλτες στο νησί των γοργόνων. Συνάντησε μερικά ακόμα αρσενικά ‘εργαλεία’ αναπαραγωγής, σαν αυτόν , πολλές γοργόνες , την μια ωραιότερη από την άλλη , μα πουθενά δεν είδε τον Πάνο και τον Μάκη. Οι απαντήσεις της Αλσευρείας , στην ερώτηση για την τύχη τους ήταν αόριστες και ασαφείς. Κάπου εδώ θα είναι , αν σε νοιάζει τοσο πολύ , μόλις συλλάβουν οι σύντροφοι τους και αρχίσει η κυοφορία , θα σε φέρω σε επαφη. Μην ανησυχείς γι’ αυτούς, είμαι σίγουρη θα πέρανε το ίδιο καλά με σένα και άλλα τέτοια.
  Επισκέφτηκε και τις ‘στάνες’ με τα κοπάδια των θηλαστικών , που χρησιμοποιούσαν για την διατροφή τους , ανθρωποι και γοργόνες. Το καθημερινό μενού εδώ και καιρό δεν περιελάμβανε το νόστιμο κρέας των πρώτων ημερών, αλλά ψητά ψάρια και ένα λιπαρό κρέας , που βρωμούσε σάπιο ψάρι. «τι έγινε το κρέας , που μου άρεσε;» την ρώτησε μια μέρα. « είναι οι ελέφαντες σε εποχή αναπαραγωγής και για λίγο καιρό θα τρώμε μόνο ψάρια και φώκιες. Κάνε υπομονή αγάπη μου σε λίγες εβδομάδες θα ξαναφάς τον αγαπημένο σου μεζέ», του διευκρίνισε , πριν τον δεχτεί μεσα της , για πολλοστή φορά.
  Ήταν στα τέλη της έκτης εβδομάδας στο νησί , όταν η γοργόνα του ανηγγειλε την εγκυμοσύνη της. η χαρά της ήταν μεγάλη και παρέσυρε και τον καπετάνιο. « Σε λίγο καιρό θα υπάρχει εδώ μια μικρή γοργόνα , η κόρη μας αγάπη μου, αλλά μην φανταστείς ότι η δουλειά σου τελειώνει με την εγκυμοσύνη μου. Θα πρέπει να φροντίσεις, για την τροφή της μικρής , μόλις έρθει στον κόσμο. Μην ανησυχείς θα σου δείξω εγώ τι πρέπει να κάνεις, όταν θα έρθει η ώρα».
  Πλέον οι ερωτικές τους συνευρέσεις κόπηκαν με το μαχαίρι. Ο Βαγγέλης περνούσε τις μέρες μόνος του στην σπηλιά , μια και η Αλσευρεία , έλειπε όλη μέρα σε ειδικές τελετές για τις έγκυες γοργόνες.
  Δεν πέρασαν και πολλές μέρες , προτού αρχίσει να την ρωτάει πάλι, για το πλήρωμα του. Αυτή αρχισε για μια ακόμα φορά τις υπεκφυγές , δίνοντας του να καταλάβει , ότι μόνος του θα έπρεπε να τους βρει.
  Στην πρώτη του προσπάθεια να βγει από την σπηλιά , βρέθηκε μπροστα σε δυο γοργόνες , που η νοητική προσταγή τους , ήταν να γυρίσει πίσω , γιατί ένα κοπάδι λευκοί καρχαρίες ειχε επιτεθεί στα κοπάδια του νησιού , και όλες οι αδελφές τους ήταν έξω , για να τους διώξουν , προτού ρημάξουν τα θηλαστικά τους. Επειδή κινδύνευε και ο ίδιος, όπως και οι υπόλοιποι ανθρωποι-επιβήτορες καλό θα ήταν , μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα , να μείνει στην σπηλιά .
  Στην επομένη του προσπάθεια , αφου έληξε ο συναγερμός για το κοπάδι με τους καρχαρίες , σχεδόν μια εβδομάδα μετά , δυο άλλες γοργόνες τον εμπόδισαν με την δικαιολογία της μεγαλης θύελλας που έρχεται. Ποιας θύελλας δηλαδή;; αυτής , που δεν ήρθε ποτε , αλλά, που για δέκα συνεχείς μέρες ήταν η δικαιολογία να μην τον αφήνουν να βγαίνει από την σπηλιά.  Η Αλσευρεία από την μεριά της άκουγε τις διαμαρτυρίες του με συγκατάβαση , δικαιολογώντας τον περιορισμό του , στην ανάγκη να τον προστατευόσουν από τα φυσικά φαινόμενα. Όχι δεν έβλεπε κάτι περίεργο σε αυτό και για να του το αποδείξει , έκαναν μαζι μια εκδρομή όπου υποδέχτηκαν καινούργιους επιβήτορες , και παρακολούθησαν μια τελετή για έγκυες γοργόνες , σε άπταιστα αρχαία ελληνικά .
  Όταν ο Βαγγέλης έφερε την κουβέντα πάλι στους δικούς του , η Αλσευρεία τον πήρε από το χερι και τον οδήγησε σε έναν νερόλακκο ανάμεσα στα πράσινα δένδρα στο κέντρο του νησιού. Προστατευμένο από τους άνεμους,  το νερό του ήταν ακίνητο και έμοιαζε με καθρέφτη. Τον οδήγησε πάνω από το νερό και του ζήτησε να κοιτάξει την αντανάκλαση του κορμιού και του πρόσωπου του . Το πρόσωπο που τον κοιτούσε από την επιφάνεια του νερού – καθρέπτη ήταν ο 15 τουλάχιστον χρόνια νεαρότερος Βαγγέλης , ενώ τα μούσκλα του κορμιού έσφυζαν από δύναμη .
  Εντυπωσιασμένος , κοίταξε προς το μέρος της συντρόφου του , αναρωτώμενος τι του συμβαίνει.
« Σου έταξα αιώνια ζωή σαν νέος , αν θυμάσαι», ένοιωσε  την σκέψη της, «αυτό λοιπον εχει αρχίσει να συμβαίνει και κάθε μέρα που περνά θα νοιώθεις , πιο δυνατός κι νεότερος. Γύρω στα είκοσι πέντε σου χρόνια θα σταματήσεις να μικραίνεις , αλλά ταυτόχρονα και να μεγαλώνεις».
  Με την ανακάλυψη αυτή, το μυαλό του  δεν ξαναπήγε στο πλήρωμα του , παρά μετά από πολλές ημέρες , ενώ η εγκυμοσύνη της Αλσευρεία , προχωρούσε προς την ολοκλήρωση της. Μόνο 5,5 μήνες χρειαζόταν για την κυοφορία κάθε νέας γοργόνας .
  Ο καιρός πέρασε πολύ πιο γρήγορα από ότι του φάνηκε  και οι προετοιμασίες για τα γεννητούρια έφεραν δεκάδες γοργόνες στην σπηλιά για να ετοιμάσουν το χαρμόσυνο γεγονός. Εκείνες τις μέρες όλο νέες γοργόνες γυρνιόντουσαν από την φουρνιά των σύγχρονων του καπετάνιου επιβητόρων. Ο Βαγγέλης θέλησε να βοηθήσει, αλλά του εξήγησαν ότι αυτό είναι υποχρέωση της αδελφότητας των γοργόνων , μπορούσε όμως να παρακολουθήσει τον τοκετό , καθισμένος ακριβώς απέναντι σε ειδικό φτιαγμένο από φύκια και άλλα θαλάσσια χορτάρια , χαλί. Του εξήγησαν ότι ο ρόλος του πατέρα είναι πολύ σημαντικός για την διατροφή του νεογέννητου , ό,τι και αν σήμαινε αυτό. Δηλαδή θα ψάρευε για να φέρει φρέσκα ψάρια στο παιδί;;. τέλος πάντων θα το μάθαινε , όταν θα ερχόταν η ώρα.
  Απέναντι του η Αλσευρεία , με ανοιχτά τα ποδια και με την βοήθεια των δυο μεγαλυτέρων αδελφών της , προσπαθούσε να σπρώξει την μικρή προς το φως και τον αέρα , μετά από τοσο καιρό στην κοιλιά της. έδειχνε να πονά και ο καπετάνιος , που δεν ειχε τύχει να παρακολουθήσει ξανά τοκετό , ανησύχησε, όταν όμως προσπάθησε να σηκωθεί για να την πλησιάσει, τα χέρια στους ώμους του , μιας γοργόνας, τον κράτησαν βιδωμένο στην θέση του. 
  Ένοιωθε στο μυαλό του, όλες τις σκέψεις από τις γοργόνες , να περιστρέφονται γύρω από την μικρή , όπως και να μοιράζονται την ανησυχία τους για τους πόνους της αδελφής τους.
  Το μωρό βγήκε σιγά , ενώ όλοι κρατούσαν την ανάσα τους. Ένα υπέροχο μελαχρινό κοριτσάκι που το απόθεσαν την κοιλιά της μαμάς του. Η ξεθεωμένη Αλσευρεία , το κράτησε στην αγκαλιά της , ενώ ο Βαγγέλης , δεχόταν προσταγές να βγάλει τα ρούχα και να ξαπλώσει γυμνός πάνω στο τελετουργικό χαλάκι.
  Βέβαιος ότι όλο το σκηνικό αποτελούσε , κάποια ειδική τελετή , που ακολουθούσαν οι γοργόνες στους αιώνες , δέχτηκε αδιαμαρτύρητα να γδυθεί μπροστα τους και να ξαπλώσει με το πρόσωπο και την κοιλιά προς τα πάνω. Ένοιωσε περισσότερο πάρα είδε , αφου του κρατούσαν το πρόσωπο , έτσι , που να κοιτάζει την οροφή της σπηλιάς, το βάρος και το άγγιγμα της μικρής στο δέρμα της κοιλιάς του. του άρεσε η αίσθηση του μικρού ζεστού κι γεμάτου ακόμα με τα υγρά της μήτρας της μάνας του κορμιού , πάνω στο δικό του.
 Αυτό , όμως που δεν περίμενε και δεν ειχε φανταστεί ποτε , ήταν ο πόνος που ένοιωσε ξαφνικά στην περιοχή του αφαλού του και τα δόντια , που του ξέσκιζαν το κορμί. Προσπάθησε να σηκωθεί και να διώξει αυτό που τον έτρωγε , αλλά τα δυνατά χέρια των γοργόνων γύρω του , τον κρατούσαν ακίνητο.
  Συνειδητοποίησε με τρόμο ότι αυτό που έσκαβε την σάρκα του αποσπώντας μεγάλα κομμάτια της , ήταν η μικρή του κόρη. Πάνω από το κεφάλι του αντίκρισε το πρόσωπο της Αλσευρεία , ταλαιπωρημένο , μα χαμογελαστό . το μυαλό της του μετέδωσε αυτά που δεν θα ήθελε να ξέρει.
 «Ναι καλέ μου , ο πατέρας πρέπει να ταΐσει το παιδί του και τι προτιμότερο από το πεντανόστιμο ανθρώπινο κρέας. Το δοκίμασες άλλωστε και σου άρεσε τοσο πολύ που , μου το ζήταγες , ξανά και ξανά . δεν θυμάμαι τι μου ζητούσες περισσότερο , τους δυο σου φίλους ή το κρέας τους». Το σατανικο της γέλιο αντήχησε στο μυαλό του , αλλά η φρικη δεν ειχε τελειώσει.
  « ήθελες να ξέρεις ποιες είμαστε πραγματικά. Ώρα λοιπον να μας δεις , χωρίς το μυαλό σου να επηρεάζεται από το δικό μας». «αφήστε τον να κοιτάξει το παιδί του», πρόσταξε αυτές που του κρατούσαν ακίνητο το κεφάλι. Το σηκωσε και πάρα τους πόνους των δοντιών της κόρης του , που συνέχιζε να τον τρώει , κοίταξε προς το μέρος της μικρής. Ένα σώμα , μισό φίδι;; δράκος;; και μισό σαν ανθρώπου, μα με τα δάκτυλα των χεριών να ενώνονται από μια διάφανη μεμβράνη και ένα στόμα από το ένα τριγωνικό αυτί , ως το άλλο, στενό , χωρίς χείλια , αλλά γεμάτο μικρά δοντάκια σαν του καρχαρία σε πολλές σειρές, ματωμένα τωρα από το δικό του αίμα.
  Κάπου εκεί αρχισε να χάνει τις αισθήσεις του , ενώ δεκάδες στόματα σαν του καρχαρία μπηγόντουσαν στην σάρκα των χεριών , του προσώπου , των ποδιών και παντού όπου υπήρχε γυμνό δέρμα.
  Τα στρόγγυλα ψαρίσια μάτιά της Αλσευρείας τον κοίταξαν και του έστειλαν την τελευταία σκέψη, που ένοιωσε πριν το σκοτάδι τον τυλίξει, «ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;;;»
Σελιανιτικα 8/8/13 4.03 πμ

Δεν υπάρχουν σχόλια: