Η
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ
Πρώτη φορά που πήγαινα στο πατρικό
χωριό μετά τον θάνατο του πατέρα μου. 360 χιλιόμετρα από την Αθήνα στα ορεινά
της Άρτας , στην πλαγιά ενός βουνού , που αποτελούσε κομμάτι της Πίνδου. Δεν
είχα έρθει και πολλές φορές εδώ. Μερικές αναστάσεις και κάνα δυο καλοκαιρινοί
μήνες , ήταν όλες και όλες οι αναμνήσεις μου από το χωριό. Ο λόγος των αραιών
επισκέψεων , ειδικά τα τελευταία χρόνια , η
διαμάχη για τα κληρονομικά με τα δυο αδέλφια του πατέρα μου. Τον θειο Αλκιβιάδη
και την θεια (χρυ)Σούλα.
Τώρα
έπρεπε να φέρω τα κόκαλα του πατέρα μου στον οικογενειακό τάφο. 4 χρόνια μετά
τον θάνατο του και το κατάφερα με δικαστική εντολή , μιας και τα αδέλφια του
ούτε αυτό το δικαίωμα δεν του αναγνώριζαν. Χρειάστηκαν δυο χρόνια αντεγκλήσεων
στα δικαστήρια της Άρτας , χιλιάδες ευρώ σε δικηγόρους και έξοδα , για να
πετύχω το αυτονόητο. Την ταφή του πατέρα μου στον οικογενειακό του τάφο. Ακόμα
και έτσι ένα περιπολικό με δυο αστυνομικούς και ο βοηθός εισαγγελέα , με
συνόδευαν μαζί με την νεκροφόρα , που κουβάλαγε τα κόκαλα του σε ένα καινούργιο
φέρετρο.
Δεν
συναντήσαμε παρόλα αυτά κανένα πρόβλημα . Η ταφή έγινε γρήγορα και μετά από μια
σύντομη στάση στο καφενείο για ένα ελληνικό καφέ , χαιρέτησα τους αστυνομικούς
και τον βοηθό εισαγγελέα . Έκανα τους λογαριασμούς μου με τα παιδιά από το
γραφείο κηδειών και μπήκα στο αυτοκίνητο μου για το μακρύ ταξίδι της
επιστροφής. Το χέρι που μου άγγιξε το μπράτσο , με ξάφνιασε . ο θειος
Αλκιβιάδης έστεκε δίπλα στο αυτοκίνητο και η δικιά του παλάμη ακουμπούσε το μπράτσο
μου.
«έλα
μαζί μου Χρήστο» , μου είπε και γυρνώντας μου την πλάτη , χωρίς να με περιμένει
προχώρησε προς το δρομάκι μπροστά του.
Χωρίς
να ξέρω γιατί , δεν δίστασα στιγμή και γρήγορα βρέθηκα δίπλα του. Από την
κατεύθυνση που πήραμε , μάλλον προς το σπίτι πηγαίναμε.
Το
σπίτι!! Το παράπονο του πατέρα μου, που για χρόνια πριν τον θάνατο του δεν
μπορούσε να επισκεφτεί. Το παλιό οικογενειακό δίπατο με την τεράστια εσωτερική
αυλή. Σπίτι πλουσίων της εποχής , όπως ήταν οι προγονοί μας κάποτε . Διάσημοι μάστορες
του μπακιριού , όργωναν όλη σχεδόν την Ελλάδα πουλώντας τα είδη, αλλά και την
τέχνη τους . αμύθητα πλούτη είχαν περάσει από τα χέρια τους. Μέχρι και στην
Πόλη , την Κωνσταντινούπολη εννοώ , έφτανε η χάρη τους . Λέγεται ότι και μια
σουλτάνα ήταν πελάτης τους και πάντα τους πλήρωνε με χρυσές λίρες.
Να
λοιπόν που το άβατο, τόσα χρόνια για την οικογένεια μου, δίπατο θα άνοιγε τις
πόρτες του σήμερα για μένα. Όμως γιατί;; τι μπορεί να έκανε τον τόσα χρόνια
αμετανόητο θειο μου να με καλέσει στο σπίτι;;
Διάβηκα την γνώριμη από τα παιδικά μου χρονιά , δίφυλλη ξύλινη αυλόπορτα,
και βρέθηκα στην εσωτερική αυλή , που περιέβαλλε η μάντρα των 3 μέτρων από τούβλα.
Τα δένδρα, μια συκιά και δυο μουριές , έστεκαν όπως παλιά , μόνο που τώρα έκρυβαν
με τα κλαριά τους, τον ουρανό από πάνω μας , χαρίζοντας μια βαθειά σκιά στην χωματένια
αυλή. Όλα γύρω ήταν γεμάτα χαρούμενες αναμνήσεις , από τότε που έπαιζα πιτσιρικάς
με τα ξαδέλφια μου κάθε σχεδόν Πάσχα εδώ.
Προτού ανέβουμε την παλιά εξωτερική ξύλινη σκάλα
, που σκεπαζόταν από ένα ξύλινο στέγαστρο με κεραμίιδια και οδηγούσε στον άνω όροφο
, όπου υπήρχε η σαλοτραπεζαρία και οι κρεβατοκάμαρες του σπιτιού . Κουζίνα και βοηθητικοί
χώροι , όπως και ένας χωρισμένος από το σπιτι με εσωτερικό τοίχο στάβλος , καταλάμβαναν
το ισόγειο του σπιτιού.
« θειε» , μίλησα για πρώτη φόρα από τότε που τον ακολούθησα, «εισαι σίγουρος
, ότι θες να έρθω επάνω , μετά από όσα έχουν γίνει;;»
Γύρισε , κρατημένος από το ξύλινη κουπαστή της σκάλας και κοιτώντας με είπε,
«νομίζεις ότι για μένα είναι εύκολο αγόρι μου ;;στο κάτω της γραφής , πρόκειται
για τον πατέρα σου , που πρέπει να μάθεις κάποια πράγματα».
Μέχρι να μπουμε στο μεγάλο δωμάτιο της σαλοτραπεζαρίας
, με έτρωγε η απορία τι εννοούσε ο μπάρμπα Αλκιβιάδης.
Φανταστείτε τωρα την έκπληξη μου , όταν αντίκρισα
απέναντι μου , στο κέντρο του μεγάλου τραπεζιού την θεια Σούλα και γύρω γύρω τα
ξαδέλφια μου , χωρίς συζύγους και κουτσούβελα. Όλοι και όλες βλοσυροί να με κοιτάν
καταπρόσωπο . ξαναείδα , τον Χαρίλη και την ποτούλα του θείου μου παιδια και
τον Αργύρη , την Χαρούλα και τον μικρότερο από όλους τον Ευθύμη της θείας
Σούλας, μετά από τόσα (πόσα;;)χρόνια. Ένας ένας σηκώθηκαν , ήρθαν με χαιρέτησαν
τυπικά με μια χειραψία και ξαναγύρισαν στις θέσεις τους αριστερά και δεξιά της
θειας.
Έλειπαν από το family reunion - έτσι δεν το λένε;;- ο σύζυγος της θειας, ο ψήλος
και χοντρός θειος Ντίνος η γυναίκα του
θειου ,η δαντελένια θεια Ματίνα.
Δηλαδή ήμασταν μονό ο σκληρός πυρήνας της οικογενείας , οι έχοντες κοινό
αίμα.
Ο Αλκιβιάδης , πήρε μια καρέκλα και την έβαλε απέναντι από τους άλλους.
Μου εκανε νεύμα με το κεφάλι του να κάτσω, ενώ
ο ίδιος έκατσε όρθιος στο πλάι μου.
«Λυπάμαι , παιδί μου , για όλα όσα έγιναν μεταξύ μας μέχρι σήμερα.
Η θεια σου επέμενε να σου μιλήσουμε από την
αρχη , άλλα δεν περίμενα ότι θα έφτανες τοσο μακριά , για να θάψεις τον αδελφό
μας στον οικογενειακό τάφο.
Κακώς βέβαια , ξέροντας πόσο ξεροκέφαλοι , είμαστε
στο σόι.
Ίσως αν τα είχαμε πει νωρίτερα να μην φτάναμε
ως εδώ. Όσο και αν σου φανεί απίστευτο , αγαπούσαμε τον πατέρα σου και οι δυο
μας . σκιζόταν η καρδιά μας , που τον κρατάγαμε μακριά μας , άλλα πίστεψε με Χρήστο
μου , ήταν για το καλό του , όπως και για το καλό της οικογενείας». Είδε την
έκπληξη στο πρόσωπο μου και συνέχισε, « θα στα εξηγήσω όλα και θα σε παρακαλέσω
, όσο και αν σου φανούν , αστεία , φαιδρά , απίθανα ή χαζά , αυτά που θα σου πω
, είναι η αλήθεια μέχρι κεραίας παιδί μου».
Μα, σκέφτηκα , από τι τοσο φοβερό κινδύνευε ο
πατέρας μου όταν βρισκόταν στο χωριό του , που δεν κινδύνευε , όσο ζούσε στην
Αθήνα;;
Ο Αλκιβιάδης , πήρε μια βαθιά ανάσα και με ρώτησε, «ξέρεις τι είναι η καταβόθρα
;;» «μια τρύπα στο έδαφος που μπαίνει το νερό της βροχής;;»
αντιρώτησα. «Περίπου» απάντησε, «Καταβόθρα ονομάζεται
φυσικός σχηματισμός, μια τρύπα, ένα άνοιγμα στο έδαφος, είτε κάτω από το νερό,
στο οποίο εισέρχεται ή εξέρχεται νερό».
Μια τέτοια καταβόθρα
, υπάρχει στο πρανές του δικού μας βουνού. Μια τρύπα όπου μαζεύονται όλα τα νερά
της βροχής και χάνονται στα έγκατα της
γης. Πολύ στενή για να εξερευνηθεί και αδύνατον να μετρηθεί το βάθος της , πάντα
οι βοσκοί απόφευγαν να βρεθούν κοντά της .
Όσοι αψηφούσαν τις προειδοποιήσεις των γεροντότερων , σύντομα έρχονταν αντιμέτωποι
με το στοιχειό της καταβόθρας. Το έχουν δει πολλοί , να βατεύει τα γίδια και τα
πρόβατα και μετά όσα βάτεψε να ψοφούν ,άλλα και όσα επιζούν, για λίγο , αν φάει
άνθρωπος το κρέας ή πιει το γάλα τους , αρρωσταίνει βαριά και τις περισσότερες φόρες
πεθαίνει δηλητηριασμένος. Το φωνάζουν ντεβετσικα του κάρκαρου(καταβόθρας) και μοιάζει
με μεγάλο κριάρι. Άλλοι λένε με τριχωτό νάνο με μεγάλα κέρατα. Πολλοί πάλι επιμένουν
ότι είδαν να επιτίθεται στο κοπάδι τους , ολόκληρη αγέλη από δαυτα».
«Ωραία όλα αυτά τα λαογραφικά και αστεία μπάρμπα
, άλλα τι σχέση έχουν με τον πατέρα μου και την αντιμετώπιση που του επιφυλάξατε
τόσα χρόνια;;» άφησα την οργή , που φούντωνε μεσα μου να ξεσπάσει.
Μα τι μου τσαμπουνάει τωρα ο Αλκιβιάδης , παιδικά
παραμυθάκια και ιστοριούλες για να μου πει τι;;
«κάνε λίγη υπομονή αγόρι μου και θα λυθούν οι
απορίες σου , απλώς βλέπε τα πράγματα με πιο ανοιχτό μυαλό, σε παρακαλώ».
Θέλοντας και μη , έκατσα εκεί να τον ακούω
και να προσπαθώ να είμαι ανοιχτόμυαλος , όπως μου ζήτησε.
Λίγο πριν γεννηθεί ο πατέρας σου , οι γονείς
μας και παππούδες σου , βλέποντας ότι οι μέρες του μπακιριού τελείωσαν
ανεπιστρεπτί, αγόρασαν ένα μεγάλο κοπάδι από πρόβατα και ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία.
Μόλις ειχε τελειώσει ο πόλεμος κι προτού αρχίσει ο εμφύλιος , όλα φαίνονταν ρόδινα
στον πατέρα μου. Μέχρι εκείνη την καταραμένη μέρα , που έπεσε άρρωστος βαριά
από πνευμονία. Εεε μια ολόκληρη μέρα στο βουνό με το κοπάδι μεσα στο βροχόνερο
και το κρύο του παρόλη , τον έριξαν κάτω. Εγώ τότε ήμουν, δεν ήμουν 8 χρονών
και η Σούλα 7. Να βοηθήσουμε δεν μπορούσαμε , παρόλα αυτά μείναμε σπιτι να φροντίζουμε
τον μπαμπά , κάνα τσάι καυτό και ότι άλλο μας ζητούσε , και η μητέρα , πήγε μόνη
της το κοπάδι στο βουνό.
Πρώτα άρμεξε τα θύλακα και αφου την βοήθησα να βάλει το γάλα στα ειδικά δοχεία
, έβγαλε τα ζώα από το μαντρί και σιγά σιγά με την βοήθεια του Μήτσου , του τσοπανόσκυλου
, ανέβηκε στο βουνό. Βγαίνοντας στο πίσω
μπαλκόνι την έβλεπα για ώρα να ανεβαίνει προς την πλαγιά , εκεί που βοσκούσαν
τα πρόβατα συνήθως.
Δεν ξέρω και πολλά για αυτό που έγινε , απλώς το απογευματάκι την έφεραν
σπιτι σε άσχημη κατάσταση κάτι άλλοι συγχωριανοί βοσκοί , που την βρήκαν κατάχαμα
, ματωμένη και γδαρμένη , με κουρελιασμένα ρούχα , δίπλα στο κάρκαρο. Γύρω της καμιά
δεκαριά ψόφια και μισοπεθαμένα πρόβατα του κοπαδιού. Το τσοπανόσκυλο βρέθηκε με
τσακισμένη την ραχοκοκαλιά του , πάνω σε κάτι βράχια , πιο κάτω.
Η μαμή του χωριού , η κυρά Κατίνα και ο
Γιώργος του Μπάλα , που ειχε κάνει νοσοκόμος στο μέτωπο με τους ιταλούς ,
πρόσφεραν την βοήθεια τους , άλλα χρειάστηκε να μεταφερθεί στο νοσοκομείο της
Άρτας με το παλιό φορτηγό του φούρναρη του χωριού.
Δεν είπαμε τίποτε στον πατέρα για να μην τον αναστατώσουμε. Τρεις μέρες
χαροπάλευε η μάνα μας με εσωτερικές αιμορραγίες και σηψαιμίες. Οι γιατροί
πάλεψαν όσο μπορούσαν να την σώσουν , παρόλο που ο βιασμός ειχε σχεδόν
καταστρέψει μήτρα και ωοθήκες. Αναρωτιόντουσαν , τι ειχε χρησιμοποιήσει το
κτήνος για να την βιάσει, κάποια μορφή μπαστουνιού η ξύλου , ίσως.
Προφανώς οι γιατροί έκαναν πολύ καλή δουλειά , γιατί η μητέρα μου ούτε πέθανε,
αλλά τουναντίον σε κάνα δυο μήνες ανακάλυψε ότι ήταν έγκυος.
Σαν θρήσκα γυναίκα , δεν ήθελε να ρίξει το παιδί , που υποψιαζόταν ότι
ήταν καρπός του στοιχειού , αλλά από την άλλη αυτή η ανίερη ένωση ήταν ύβρις
προς τον δημιουργό.
Την λύση την έδωσε ο απίστευτα ψύχραιμος πατέρας μου, «ότι πουν οι
γιατροί , αγάπη μου. Αν το παιδί που κυοφορείς είναι φυσιολογικό , γιατί να
είναι καρπός του βιασμού και όχι δικός μας;;»
Με πενιχρά μεσα για την εποχή , οι γιατροί μπόρεσαν να εξετάσουν το αίμα
και την πίεση της τρίμηνης νέας ζωής στην μήτρα της , όλα έδειχναν απολύτως φυσιολογικά
. Πήγανε μέχρι και την Αθήνα , σε ιδιωτικό μαιευτήριο , οπού άλλη μια σειρά από
εξετάσεις τους διαβεβαίωνε ότι το μωρό αναπτυσσόταν σαν κανονικό βρέφος και δεν
υπήρχε λόγος ανησυχίας.
Η μητέρα μου, που ειχε αρχίσει να δείχνει σημάδια πνευματικής ανεπάρκειας,
σαν αποτέλεσμα του φρικτού βιασμού , επέμενε ότι αυτό το παιδί είναι του
σατανά. Όσο και αν προσπάθησε ο πατέρας, μονό τα χάπια την ηρεμούσαν ,
ρίχνοντας την σε ένα λήθαργο απόλυτης απομόνωσης από το περιβάλλον γύρω της.
Μαζι με την κοιλιά που φούσκωνε , χανόταν και η τελευταία ικμάδα λογικής
από το σαλεμένο της μυαλό.
Η μητέρα μου πέθανε , αφου γέννησε τον πατέρα σου ,Χρήστο. Πρόλαβε να δει το όμορφο μωράκι , με τις υπερβολικές
σε ποσότητα και μάκρος τρίχες . δεν νομίζω ότι ήταν σε θέση να καταλάβει τι έβλεπε
, η ποια ήταν η κατάσταση της , μόνο αναφώνησε , «όχι δεν είναι δικό μου», προτού
πεθάνει.
Το ίδιο βράδυ άρχισαν τα περίεργα συμβάντα. Όλη την νύχτα από την μεριά
της πλαγιάς ακούγονταν μουγκρητά και βρυχηθμοί , σαν να υπήρχε ολόκληρο κοπάδι
από ζώα εκεί. Νύχτα όμως όλα τα ζώα ήταν κλεισμένα στις στάνες και τα μαντριά .
πολλές φόρες τα μουγκρητά ακουγόντουσαν σχεδόν , μέχρι έξω από τον μαντρότοιχο
, του σπιτιού.
Η αναχώρηση του μικρού για εξετάσεις στο νοσοκομείο της Άρτας και η απουσία
του για ένα βράδυ , έλυσαν κατά κάποιο τρόπο το μυστήριο. Βλέπεις το βράδυ της απουσίας
του , τα μουγκρητά και οι βρυχηθμοί , εξαφανίστηκαν , ως δια μαγείας. Ο πατέρας
, έξυπνος άνθρωπος ων, εκανε την σύνδεση. Η εκ νέου απομάκρυνση του βρέφους,
για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα , επιβεβαίωσε τις υποψίες του , ιδιαιτέρα όταν
η επιστροφή του μικρού, συνοδεύτηκε από νέα μουγκρητά , ακριβώς έξω από την αυλή
μας.
Αμέσως νοικιάστηκε σπιτι στην Άρτα και προσελήφθη παραμάνα να μεγαλώνει
τον μικρό Θεόδωρο , ενώ ο πατέρας μου , πηρέ τα μοναστήρια μπροσταριά , ψάχνοντας
την επιφώνηση , που θα του έλυνε το πρόβλημα για πάντα. Σε κάποιο από τα μοναστήρια
των μετέωρων , όπου λογω του εμφύλιου , η προσέγγιση ειχε γίνει σχεδόν αδύνατη
, ένας Άγιος ηγούμενος , Ραφαήλ , το όνομα του αν δεν με άπατα η μνημη μου, εξήγησε
στον πατέρα , όλη την παράδοση του στοιχειού της καταβόθρας. Κανονικά του είπε
, αφου άκουσε την ιστορία του βιασμού της μητέρας μου, ότι βατεύεται από το στοιχειό
, πεθαίνει. Απορώ πως έζησε τοσο καιρό η συγχωρεμένη. Τέλος πάντων , το στοιχειό
δεν θα σταματήσει να διεκδικεί το παιδί. Μόνο που μπορεί να στοιχειώσει και να διαφέντευσει
τον τόπο του , τιποτα περα από αυτόν. Όσο
το παιδί θα μένει μακριά από την πλαγιά και το βουνό , δεν θα μπορεί να το πάρει
κοντά του. η παράδοση λέει ότι τα περισσότερα στοιχειά είναι φαντάσματα ή προβολές
παρατημένων νεογέννητων.
Έτσι αγόρι μου ο πατέρας σου τελείωσε το σχολείο στην Άρτα , το
πανεπιστήμιο στην Αθήνα , όπου γνώρισε και παντρεύτηκε την μητέρα σου. Στο χωριό
ερχόταν αραιά και που , χωρίς να μένει ποτε τα βράδια.
Αν το σκεφτείς καλυτέρα , θα θυμηθείς , ότι ακόμα και τις αναστάσεις ,
που κάνατε εδώ οικογενειακά , νοίκιαζε δωμάτιο σε ξενοδοχείο στην Άρτα. Σκέψου
αν τον θυμάσαι παρόντα μετά την ανάσταση στο σπιτι. Ανοιξε λίγο το μυαλό σου
αγόρι και θα δεις ότι όσα σου είπα είναι η αλήθεια. Ποτε εμείς η ο πατέρας δεν
είδαμε τον Θεόδωρο , ως κάτι άλλο περά από παιδί και αδελφό. Όλες μας οι
αντιρρήσεις , να γυρίσει ή να εγκατασταθεί στο χωριό ,είχαν να κάνουν με την
προσπάθεια μας να τον προστατέψουμε από το στοιχειό.
Ακόμα και η διαμάχη μας για την μη ταφή του στον οικογενειακό τάφο έχει
να κάνει με αυτό.
Θελω να με πιστέψεις ειλικρινά και να πάρεις τα κόκκαλα του πατέρα σου
από εδώ. Ακόμα και νεκρό το στοιχειό , θα τον θέλει πίσω».
Μα είναι δυνατόν σκέφτηκα εν έτη 2013 , να πιστεύουν τέτοιες μαλακιές ,
άνθρωποι μεγάλοι σε ηλικία και σοβαροί σαν τον θειο μου. Να έχουν τοσο πωρωθεί
από τις ανόητες ιστορίες και παραδόσεις , που έφτασαν στο σημείο να
συγκρουστούν για χρονιά , μέχρι και μετά τον θάνατο του με τον αδελφό τους;;
και είμαι εγώ τωρα υποχρεωμένος να δεχτώ και να δικαιολογήσω τις κουταμάρες
τους;; ΕΕΕ!! όχι καλοί μου «συγγενείς», τέσσερα χρονιά σε μένα και κοντά εξήντα
στον πατέρα μου , μας κάνατε την ζωή δύσκολη. Τέσσερα χρονιά τραβιόμουν στα
δικαστήρια της Άρτας να κάνω πραγματικότητα την τελευταία επιθυμία του πατέρα
μου. Δεν θα με ρίχνατε έτσι εύκολα , παμπόνηροι χωριάτες.
«Θελω θειε μου , να σε πιστέψω ειλικρινά , αλλά σαν άνθρωπος των επιστημών
– πολιτικός μηχανικός , σαν τον πατέρα μου – χρειάζομαι απτές και ακλόνητες αποδείξεις,
αλλιώς τα κόκκαλα του πατέρα μου , θα μείνουν ως έχουν, έγινα κατανοητός;;» , είπα
στον Αλκιβιάδη , ενώ ταυτόχρονα κοιτούσα τις αντιδράσεις των άλλων. Στράφηκα
προς τα ξαδέλφια μου, «είναι δυνατόν σύγχρονοι , μοντέρνοι άνθρωποι να πιστεύετε
τέτοιες ανοησίες;; να δεχτώ ότι ο παππούς και οι θειοι πίστευαν πραγματικά ότι
αυτά που έκαναν ήταν για το καλό του πατέρα μου , άλλα για εσάς δεν υπάρχει δικαιολογία.
Όλοι σας σπουδάσατε και ζείτε μακριά από το χωριό και τον σκοταδισμό του. εσείς
δεν είσαστε άξεστοι χωρικοί , που ζουν στον μεσαίωνα , άλλα σύγχρονοι άνθρωποι
, πραγματιστές και επιστήμονες. Απορώ γιατί βρίσκεστε στο πλευρό των δικών σας
, αντί στο δικό μου», ήταν τα τελευταία οργισμένα λόγια μου.
Ο Χαρίλης απ’ όλους μου απάντησε. «
ναι Χρήστο , μορφωθήκαμε και ζούμε στην πολη , μακριά από το χωριό του σκοταδισμού
, όπως το είπες, άλλα μεγαλώσαμε εδώ, βοσκήσαμε όλοι μας μικροί το κοπάδι με τα
ζωντανά στο βουνό. Κάποιοι είδαμε το στοιχειό , μέρα μεσημέρι να επιτίθεται στα
ζωντανά και να μας σκοτώνει μερικά. Έχουμε λοιπον δει με τα μάτια μας τι είναι αληθινό
και τι ανοησία όπως την λες, ανοησία ξάδελφε , θα είναι να αφήσεις τα κόκκαλα
του πατέρα σου , βορά στις διαθέσεις του στοιχειού, ανοησία θα είναι , να μην ακούσεις
όλους εμάς , για έναν εγωισμό , ανοησία θα είναι να αφήσεις τον πατέρα σου έστω
και για μια νύχτα τοσο κοντά στην καταβόθρα…»
, «Μα Χαρ…», σηκωσε το χερι και σταματησε την διαμαρτυρια μου. «Τοσοι ανθρωποι
σου λέμε κάτι , άλλα εσύ εξακολουθείς να αμφισβητείς τις προθέσεις μας. Θες
αποδείξεις ;; θα τις έχεις. Εσύ και εγώ στο νεκροταφείο , πάνω από τον τάφο του
πατέρα σου , ελπίζοντας ότι μια νύχτα δεν θα είναι αρκετή για το στοιχειό , να
πάρει κοντά του τον πατέρα σου».
Δεν μπορούσα να μην το δεχτώ και έτσι μόλις σκοτείνιασε
οι δυο μας κουκουλωμένοι σε κάτι κάπες τσοπάνου από μαλλί πρόβατου με δυο φανάρια
πετρέλαιο και μια νταμιτζάνα τσίπουρο , κάτσαμε στον διπλανό τάφο από τον φρεσκοσκαμμένο
του πατέρα μου. Αν και δεν πίστευα στο υπερφυσικό , η ατμοσφαιρα του καλυμμένου
από ελαφριά ομίχλη νεκροταφείου , μεσα στο σκοτάδι , όσο νάνοι μου έφερνε ένα ρίγος
στην ραχοκοκαλιά. Μέχρι τα μεσάνυχτα το τσίπουρο
κόντευε να τελειώσει , όπως και οι ιστορίες, που θυμόμαστε με τον ξάδελφο από παλιά.
Σχεδόν είχα ξεχάσει που ήμουν και τι έψαχνα να βρω , κάτι που το μουγκρητό από
την άλλη ακρη του νεκροταφείου, αυτής που έβλεπε προς το βουνό,
με εκανε να πεταχτώ αλαφιασμένος , κοιτώντας
προς το σημείο που ακούστηκε. Η ομίχλη που πύκνωνε πια γρήγορα , όπως έπεφτε το
ίδιο γρήγορα και η θερμοκρασία , δεν με άφηνε να δω πέρα από την μύτη μου. Τα μουγκρητά
, γίνονταν όλο και πιο δυνατά , όλο και πιο κοντινά. Ο ξάδελφος τότε, έστρεψε το
φανάρι δυναμώνοντας την φλόγα προς το σημείο , που ακούστηκε το μουγκρητό τελευταία
φορά. Μια σκούρα σκιά φάνηκε να ξεχωρίζει μεσα στους ατμούς της ομίχλης και τότε
το είδα και εγώ. Ένα τεράστιο , τραγί;; ή κάτι σαν τραγί , με κόκκινα σαν της κόλασης
μάτια να στέκεται,,,,,,,,, εκεί ανάμεσα στους τάφους και να μουγκρίζει . το φως
φάνηκε να το ενοχλεί γιατί μας γύρισε την πλάτη και με γρήγορο καλπασμό κατευθύνθηκε
προς το βουνό.
Οφείλεται στην επίμονη του Χαρίση , που μείναμε διπλά στον οικογενειακό τάφο
όλη την νύχτα , με την καρδιά μου να κτυπάει δυνατά , ακούγοντας κάθε τοσο το τέρας
να μουγκρίζει , από μακριά πια , μέχρι που ξημέρωσε. Ένα τηλέφωνο στο γραφείο κηδειών
στην Άρτα , έφερε τους εργάτες το πρωί στον τάφο. Βγάλαμε το φέρετρο και το φόρτωσα
, χωρίς καθυστέρηση στο αυτοκίνητο για την Αθήνα.
Τεσσεράμισι ώρες μετά ήμουν στην πύλη του β νεκροταφείου
, διαπραγματευόμενος την επαναγορά του τάφου , που ειχε φιλοξενήσει το λείψανο
και κατόπιν τα κόκκαλα του πατέρα μου. Σε λίγη ώρα το φέρετρο τοποθετούνταν στο
βάθος του λάκκου , όταν μου ήρθε η φαεινή ιδέα να ελευθερώσω τα κόκκαλα του από
τον σάκο που τα περιείχε. Χαζή ιδέα , το ξέρω , άλλα έτσι μου ήρθε.
Φανταστείτε την έκπληξη μου άλλα και τον βαθύ ανείπωτο τρόμο όταν είδα
τα κόκκαλα να είναι καλυμμένα από σάρκα και ένα νεκρό μάτι να με κοιτάζει μεσα
από την γεμάτη με σάρκα πάλι, κόγχη της νεκροκεφαλής.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου