Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ



ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ


  Πρέπει να είχα περάσει από αυτό τον δρομο ,μέχρι και πενήντα φόρες , αλλά το σπιτι το πρόσεξα τωρα , για πρώτη φορά. Αν δεν είχα ξεμείνει με το αυτοκίνητο της εταιρίας , δυο στροφές πιο κάτω , ίσως να μην το πρόσεχα ποτε.
  Παλιό κλασσικό διώροφο με μεγάλο περιφραγμένο κήπο , αρκετων στρεμμάτων σε έκταση και με ένα τεράστιο ανεμόμυλο , να δεσπόζει , πάνω από μια ανοικτή δεξαμενή νερού.  Παρά την ηλικία του , έδειχνε στο λιγοστό φως του σούρουπου , σε αρκετα καλή κατάσταση.
  Εδώ στις ψηλές κορυφές του βουνού , το κινητό μου δεν ειχε σήμα και το κοντινότερο χωριό , το είχα περάσει πριν από μισή ώρα. Η κλειστή σιδερένια αυλόπορτα δεν ειχε κουδούνι , πάρα μια από αυτές τις αρχαίες μεταλλικές χούφτες που τις χτυπάς πάνω στο σίδερο και υποτίθεται , ότι κάποιος σε ακούει και έρχεται να ανοίξει. Ελπίζω , για τις πιο μακρινές επικοινωνίες τους , οι κάτοικοι της έπαυλης να χρησιμοποιούσαν , πιο σύγχρονα μεσα. Σαν ένα σταθερό τηλέφωνο , ας πούμε.
  Χτυπούσα για δέκα λεπτά τουλάχιστον και ενώ το σκοτάδι ειχε αρχίσει να πυκνώνει , όταν είδα ένα τρεμάμενο φως να έρχεται από την κατεύθυνση του σκοτεινού  σπιτιού.
  Όταν πλησίασε αρκετα , είδα μια νέα γυναίκα , τυλιγμένη σε ένα μακρύ ρούχο , με μια λαμπα πετρελαίου στα χέρια.
  «Τι θέλετε;;» με ρώτησε , με μια μελωδική φωνή , πέντε τουλάχιστον μέτρα , προτού πλησιάσει την πορτα.
  «Σας παρακαλώ, ένα τηλέφωνο να κάνω , να έρθει γερανός για να πάρει το χαλασμένο μου αυτοκίνητο, εδώ δυο στροφές πιο κάτω ». Της έδειξα , προς την κατεύθυνση που βρισκόταν το ακινητοποιημένο μου αυτοκίνητο και συνέχισα, «βλέπετε το κινητό μου δεν λειτούργει εδώ».
  «Λυπάμαι , δεν μπορώ να σας βοηθήσω. Δεν διαθέτουμε τηλέφωνο στο σπιτι» μου απάντησε , μένοντας ακόμα σε απόσταση από την πορτα. Αμέσως γύρισε να φύγει , ενώ η σκέψη ότι θα πέρναγα την νύχτα στο κάθισμα  του  αυτοκινήτου με εκανε να επιμείνω, «μα. Δεν υπάρχει κάποιος τρόπος να επικοινωνήσω με μια οδική βοήθεια;; μήπως μπορείτε με το δικό σας μέσο να με πετάξετε , μέχρι το κοντινότερο χωριό, να βρω κάποιο τηλέφωνο;;»
  Την είδα να κοντοστέκεται  και κατόπιν να γυρίζει προς το μέρος μου.
« Σας είπα κύριε , δεν μπορώ να σας βοηθήσω. Ο άνδρας μου , που διαθέτει  αγροτικό φορτηγάκι  κατέβηκε μέχρι την πολη για προμήθειες και θα γυρίσει αργά.  Σας προτείνω , να τον περιμένετε στο αυτοκίνητο σας . Θα περάσει από εκεί, ερχόμενος στο σπιτι».
  Με το σκοτάδι βαθύ , γύρω μου και την θερμοκρασία σε αυτό το υψόμετρο να ερωτοτροπεί, με τους μηδέν βαθμούς κελσίου, ούτε που μου περνούσε από το μυαλό να γυρίσω πίσω στο αμάξι. Τι στο διάολο , δεν θα με άφηνε να μπω και να περιμένω τον σύζυγο στην ζεστασιά του σπιτιού;; « ακούστε με , καλή μου κυρία», άρχισα να λέω , χρησιμοποιώντας όλη την τέχνη του πλασιέ , που με ειχε κάνει διάσημο στο σινάφι μου.  Έλεγαν ότι κανένας δεν μπορούσε να φύγει από τα νυχιά μου , χωρίς να του έχω πουλήσει κάτι πριν. Για να δούμε , σε αυτή την ξεροκέφαλη , θα έπιανε το κόλπο;; «αν γυρίσω στο αυτοκίνητο και με το δεδομένο ότι ο κινητήρας , άρα και το καλοριφέρ , δεν λειτούργει , το πιο πιθανόν , είναι ο σύζυγος σας να με βρει κατεψυγμένο . Άστε που μεσα σε αυτό το σκοτάδι , δεν βλέπω , ούτε την μύτη μου, πόσο μάλλον τον δρομο της επιστροφής στο αυτοκίνητο μου. Σας κάνει καρδιά να με αφήσετε εδώ έξω στο κρύο σκοτάδι;;»
  Όση ώρα την «έψηνα» δεν ειχε κουνηθεί ούτε πόντο, από την θέση της . πέντε μέτρα μακριά μου. Τελειώνοντας την προσπάθεια ήρθε , πιο κοντά και η λαμπα φώτισε το πρόσωπο της . δεν ήταν άσχημη , το αντίθετο. Γύρω στα τριάντα με ξανθά κατσαρά μαλλιά , πράσινα ματιά , μεγάλα γεμάτα χείλη και ψηλά , σχεδόν σλαβικά ζυγωματικά , ενώ το κορμί της έδειχνε αρκετα ελκυστικό , καλυμμένο από μια γκρίζα ρόμπα.
 Σήκωσε την λαμπα φέρνοντας την κοντά στο πρόσωπο μου. Τα ήρεμα και ανδροπρεπή χαρακτηριστικά μου , συν τα κοντοκουρεμένα μαλλιά και το περιποιημένο γκρίζο μου μούσι , έδειξαν μάλλον να την καθησυχάζουν .η ήχος της κλειδαριάς , (γιούπιιιι), που άνοιγε , σχεδόν
με εκανε να θελω να της φιλήσω τα χέρια.
  «Συγγνώμη , για τους τρόπους μου κύριε , μα εδώ στην ερημιά , πρέπει να είμαι ιδιαιτέρα προσεκτική, ειδικά όταν ο άνδρας μου είναι απών».
  « Σας παρακαλώ , αν κάποιος οφείλει μια συγγνώμη , είμαι εγώ, που έγινα τοσο φορτικός». Της απάντησα, ακολουθώντας την προς την είσοδο του σπιτιού.
  «περάστε», μου είπε, παραμερίζοντας , μόλις άνοιξε την πορτα.
 «Επειδή είναι το εξοχικό μας  έχουμε, όσο καιρό δεν το επισκεπτόμαστε , το ηλεκτρικό κομμένο , αύριο θα μας το ξαναενώσουν . Απόψε , θα βολευτούμε με τις λάμπες πετρελαίου. Ελπίζω να μην σας πειράζει.
 Τι στο καλό , ήταν η πρώτη σκέψη , που πέρασε από το μυαλό μου, ούτε τηλέφωνο , ούτε ρεύμα ;;;!!!! που ζούμε στο 1900;;; νερό άραγε έχουν τρεχούμενο , ή φέρνουν με κουβάδες από καμιά πηγή;;
  «Αν θέλετε κάτι να φάτε έχω αυγά να σας τηγανίσω και μπορώ να σας φτιάξω και μια σαλάτα». Μου πρότεινε.
  «Σας ευχαριστώ , άλλα πρώτα θα ήθελα να πλύνω λίγο τα χέρια μου και να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπο μου», ήταν αυτό που πραγματικά χρειαζόμουν.
  « νερό θα σας ρίξω εγώ με το δοχείο , καθώς και οι σωλήνες της ύδρευσης , έσπασαν με τα τελευταία χιόνια και τις υπερβολικά χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα , που μας πέρασε». Προσφέρθηκε να με εξυπηρετήσει , ενώ σκεφτόμουν , ‘νάτα μας , νάτα μας , συμπληρώθηκε το πάζλ . Ρεύμα , τηλέφωνο και νερό καπούτ’.
  Στην γωνιά του μεγάλου δωματίου , που βρισκόμαστε και όπου ήταν σαλόνι τραπεζαρία και κουζίνα μαζι, έκαιγε , ένα τεραστίων διαστάσεων τζάκι. Τέτοιου μεγέθους τζάκια , μόνο σε κάστρα και μεσαιωνικούς πύργους , μπορούσες να δεις. Άνετα  έψηνες ένα ολόκληρο μοσχάρι στο εσωτερικό του.
  Κοίταξα την οθόνη του κινητού μου , για άλλη μια φορά , μα ήταν μάταιο . Δεν υπήρχε καθόλου σήμα. Ο πολιτισμός δυστυχώς δεν ειχε φτάσει ακόμα εδώ. Η ώρα πάντως στο κινητό ήταν δέκα και μισή και ο αγαπητός σύζυγος της κυρίας , δεν έλεγε να φανεί. Ένοιωθα τα ματιά μου να κλείνουν , μετά το φαγητό . Κάτι η κούραση και η περιπέτεια , κάτι το γεμάτο στομάχι , με έκαναν να γύρω στο πλάι της πολυθρόνας , ενώ η νοικοκυρά του σπιτιού , τιτίβιζε περί διάφορων , αδιάφορων , αυξάνοντας την υπνηλία μου. Πρέπει γύρω στις έντεκα να πετάχτηκα
ντροπιασμένος , που με ειχε πάρει ο ύπνος , την στιγμή που η γυναίκα εξέφραζε την ανησυχία της , για την τόση καθυστέρηση του άνδρα της.
  «έπρεπε να έχει γυρίσει εδώ και μια ώρα τουλάχιστον», μου έλεγε , ενώ με το ζόρι , μπορούσα να την παρακολουθήσω ,  μιας και το μισό μου μυαλό ,  όπως και το σώμα ,  εξακολουθούσαν να κοιμούνται.
    «Μπορείτε να βγείτε έξω και να φέρετε λίγα ξυλά για το τζάκι;; είναι στα δεξιά σας όπως θα βγείτε , στοιβαγμένα κατά μήκος του τοίχου».
  Σηκώθηκα κουνώντας το κεφάλι , για να ξενυστάξω και βγήκα στο σκοτάδι έξω. «Θα αφήσω την πορτα ανοιχτή , για να βλέπετε που πάτε», μου φώναξε , μόλις απομακρύνθηκα προς τα δεξιά μου , ακολουθώντας τον τοίχο του σπιτιού.  Διάλεξα 4-5 κούτσουρα και τα έφερα πίσω στο σπιτι. Τα απόθεσα  δίπλα στο τζάκι και ξαναβγήκα να φέρω άλλη μια δόση . κοίταξα προς την μεριά του δρομου , άλλα δεν είδα κάποιο έστω και μακρινό φως , σημάδι ενός ερχόμενου αυτοκίνητου.
  Φαίνεται ότι ο κύριος της κυρίας δεν θα μου εκανε την τιμή ,να γνωριστούμε απόψε.
  Κάτι , που επιβεβαίωσε η κουβέρτα  και το μαξιλάρι , που βρήκα στον καναπέ , μπροστα από το τζάκι. Την άκουσα , κάπου από το βάθος του σπιτιού , να με καληνυχτίζει , δείγμα ,ότι το ειχε πάρει και η ίδια απόφαση . Τουλάχιστον για απόψε , σύζυγος γιοκ.
   Δεν το πολυσκέφτηκα ,έβγαλα το παλτό μου και τα παπούτσια , καθώς νύσταζα τοσο , που κοιμήθηκα σε δυο λεπτά , με την ζεστή της φωτιάς να με νανουρίζει .
  Το πρώτο φως του Ήλιου , μαζι με μια αίσθηση απολυτής παγωνιάς, με εκανε να πεταχτώ , νοιώθοντας ταυτόχρονα όλο μου το σώμα να πονά  σαν να είχα κυλιστεί πάνω σε κοτρώνες.
  Άνοιξα τα μάτια μου με δυσκολία καθώς ένας λάμπρος ηλιος με τύφλωσε. Κάθε μυς του κορμιού μου ήταν παγωμένος και πιασμένος ταυτόχρονα. Άπλωσα το χέρι ψάχνοντας στα τυφλά για την κουβέρτα , άλλα το μόνο που έπιανα , ήταν το παλτό μου. Το ίδιο , που είχα βγάλει χθες , πριν ξαπλώσω στον καναπέ. Βάζοντας το χέρι μπροστα στα μάτια μου , κατάφερα να δω γύρω μου.
  Βρισκόμουν ξαπλωμένος , πάνω στο γρασίδι;; , ενώ στα δυο μέτρα έβλεπα ένα μισογκρεμισμένο τοίχο , με το περίγραμμα του τεράστιου τζακιού ισα , που να διακρίνεται.
  Ούτε καναπές , ούτε κουβέρτα και μαξιλάρι. Είχα κοιμηθεί στα ερείπια ενός σπιτιού. Με το μυαλό μου παγωμένο , όσο σχεδόν και το σώμα μου , έσπρωξα τον εαυτό μου να κουνηθεί. Σηκώθηκα με πολύ δυσκολία όρθιος και το μόνο ,που είδα τον χαμηλό , μισοπεσμένο τοίχο , μιας παλιάς  ανοιχτής δεξαμενής νερού. Από τον υπέροχο ανεμόμυλο , που θυμάμαι να είδα χθες (χθες;;;), ούτε ίχνος .
  Ο φόβος με εκανε να βγω , σχεδόν μπουσουλώντας ανάμεσα στους θάμνους και τα χορτάρια , που έπνιγαν τα ερείπια,  στον δρομο.
  Ούτε στιγμή δεν αναρωτήθηκα για την οικοδέσποινα και την τύχη της.
  Παρά τους πόνους που ένοιωθα στο παγωμένο και πιασμένο κορμί μου , κατάφερα να φτάσω στο αυτοκίνητο μου , με το μυαλό μου να μην μπορεί να συνδέσει τα χθεσινά γεγονότα με τον σημερινό εφιάλτη.
  Μα αυτά τα ερείπια είναι πάρα πολλών χρόνων.  Ο φράχτης δεν υπήρχε καν, ούτε ο μεγαλοπρεπής ανεμόμυλος.
  Άφησα το αυτοκίνητο πίσω μου και περπατώντας , χαμένος στις σκέψεις μου για τρεις ώρες σχεδόν ,  βρέθηκα στο χωριό.
  Μπήκα στο μικρό μπακάλικο και καφενείο , που είδα μπροστα μου , αλλά πρέπει να ήμουν τοσο χάλια , που οι κουβέντες , των τεσσάρων , πέντε θαμώνων , κοπήκαν μαχαίρι , αντικρίζοντας με.
  Σωριάστηκα σε μια καρέκλα και ζήτησα από τον καφετζή ένα διπλό ελληνικό,  σκέτο.
   Το κινητό μου ειχε ξεφορτιστεί αλλά ευτυχώς βρήκα φορτιστή , του καφετζή και πολύ γρήγορα , είχα ειδοποιήσει την οδική βοήθεια , που μου παρείχε η ασφάλεια μου. Σε δυο ώρες το πολύ θα ήταν στο χωριό.
  Φαίνεται ότι είχα ηρεμήσει πλέον , γιατί κανείς δεν ασχολείτο μαζι μου.  Ήπια τον καφέ μου και ρώτησα τον κυρ –Κώστα , (το όνομα του ιδιοκτήτη), αν μπορούσε να μου φτιάξει κάτι να φάω.
  Μια ομελέτα με χωριατικά λουκάνικα και μια ντοματοσαλατα , με κάμποσο κρασί και ζυμωτό ψωμί , με επανέφεραν για τα καλά στην πραγματικότητα.
  « που έχεις ξεμείνει παλληκάρι μου», ρώτησε ένας γέρος, από το διπλανό τραπέζι, «συγγνώμη , άλλα χωρίς να το θελω άκουσα την συζήτηση σου  , στο κινητό  , πριν»
  «Περίπου 15-20 χιλιόμετρα από δω , κοντά σε ένα γκρεμισμένο σπιτι»
απάντησα. Ο γέρος και η παρέα του στο τραπέζι ,αντάλλαξαν μερικές ματιές όλο νόημα , προτού γυρίσει προς το μέρος μου και πει, «τωρα το πρωί την έπαθες την αβαρία;; ή από ψες το βράδυ;;»
  «Όχι σήμερα άλλα χθες και κοιμήθηκα στα ερείπια του σπιτιού». Διευκρίνισα , βλέποντας την ίδια στιγμή ένα φευγαλέο φόβο;; στα μάτια τους.
  «κοιμήθηκες στα ερείπια της βίλλας της πολωνέζας;;» ρώτησε έκπληκτος ο κυρ-Κωστας , που μπήκε στην κουβέντα. «Χαρά στο κουράγιο σου , παιδί μου. Το μέρος το έχει στοιχειώσει η οικοδέσποινα σχεδόν έναν αιώνα τωρα.»
  «Τι εννοείς κυρ-Κωστα ;;» , θέλησα να μάθω , καθώς οι μνήμες της χθεσινής βραδείας άρχισαν να κατακλύζουν το μυαλό μου , φέρνοντας μου ελαφριές ανατριχίλες στην σπονδυλική μου στήλη.
  « Πριν από περίπου εκατό  με εκατόν δέκα χρονιά στις αρχές του εικοστού αιώνα , ένας αξιωματικός του στρατού , εγκαταστάθηκε στο βουνό , περιφράζοντας μια μεγάλη έκταση και κτίζοντας ένα όμορφο εξοχικό. Μετά από μερικούς μήνες , έφερε μια πανέμορφη γυναίκα , για σύζυγο του, μάθαμε  από την Πολωνία . όλα πήγαιναν μια χαρά. Ερχόντουσαν με ένα κάρο, που είχαν μέχρι και το χωριό μας , μέχρι που μια μέρα , ο σύζυγος εξαφανίστηκε.
   Όλοι πίστευαν , ότι ειχε πεθάνει , σε κάποιο από τα ταξίδια του για εφόδια στον κάμπο. Κάπου θα γλίστρησε και έπεσε σε γκρεμό , ή ένοιωσε κάποια αδιαθεσία και αβοήθητος ξεψύχησε εκεί που έπεσε. Είχαν περάσει αρκετές εβδομάδες απουσίας του και όλοι τον είχαν ξεγράψει, όταν τον είδαν καβάλα σε ένα άλογο να περνά από το χωριό , βαθειά χαράματα και να κατευθύνεται προς το σπιτι του. Μετά από μερικές ώρες γύρισε , κουβαλώντας το πτώμα της γυναίκας του στην ράχη του αλόγου, ψάχνοντας για βοήθεια. Από ότι φαίνεται , αυτή τον περίμενε να γυρίσει όλη μέρα και όλη νύχτα, όλες αυτές τις εβδομάδες. Αλλά  ο χειμώνας εκεί πάνω δεν αστειεύεται αγόρι μου. Οι μείον 15 και 20 βαθμοί είναι κανόνας . Όταν της τελείωσαν τα ξύλα και ότι άλλο , μπορούσε να κάψει, έπιπλα , εργαλεία κλπ μην έχοντας πια με τι να  ζεσταθεί , ξάπλωσε μπροστα στο τζάκι , μέχρι που ο γλυκός ύπνος της υποθερμίας την πάρει και έτσι την βρήκε ο σύζυγος την όταν γύρισε σπιτι .
  Ειχε αρρωστήσει και ο ίδιος και νοσηλευόταν σε νοσοκομείο της πόλης μέχρι να γίνει καλά και να γυρίσει στο σπιτι. Μετά την κηδεία έφυγε και δεν τον ξαναείδε κανείς.  Μόνο το φάντασμα της πολωνέζας , βλέπουν ακόμα , μερικές φόρες , όταν περνούν από τον δρομο οι ταξιδιώτες , να περιμένει μάταια τον καλό της.» τελείωσε την διήγηση του , ρωτώντας με, «λοιπόν την είδες και συ;;»
  « Όχι», απάντησα , αλλά όταν φτάσαμε στο αυτοκίνητο με τον γερανό της οδικής βοήθειας , δεν τόλμησα καν να κοιτάξω προς το σπιτι . 2/7/2013

Δεν υπάρχουν σχόλια: