Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

"Ο ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ"ΚΕΦΑΛΑΙΑ 15-21

"Ο ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ" ΚΕΦΑΛΑΙΑ 15-21


15

 

  Όσο ο αιγυπτιακός στρατός προσπαθούσε να σταματήσει τον τουρκικό στα υψώματα στα βόρεια της Δαμασκού , ο Ελάχμαρ πάλευε για την ζωή του . πρώτος πάνω από το κεφάλι του ο θετός του μπάμπα Γιουσούφ και η καλή του Μάμα Φατίμα. Οι ευρωπαίοι γιατροί του Ιμπραήμ , υπό την απειλή , ότι θα χάσουν τα κεφάλια τους σε περίπτωση , που πεθάνει , έκαναν ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν να τον σώσουν.
Οι  πολύτιμες γνώσεις του Γιουσούφ , βοήθησαν να καταπολεμηθούν , οι όποιες φλεγμονές και μολύνσεις.

  Παρά την διστακτικότητα των ιταλών γιατρών του Ιμπραήμ , γρήγορα ο Γιουσούφ κέρδισε την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη τους. Έτσι αποφεύχθηκε ο ακρωτηριασμός του βαριά τραυματισμένου χεριού του κόκκινου και χάρη στην επιμονή και τα βότανα του Γιουσούφ το χέρι θεραπεύτηκε σε χρόνο ρεκόρ.

  Αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Δαμασκό , που έπεσε στα χέρια των τούρκων και να αναζητήσουν καταφύγιο στην Ιερουσαλήμ.

  Οι ευρωπαίοι και οι τούρκοι πίεζαν για μια συμφωνία κατάπαυσης του πύρος και λύσης της διένεξης σε βάθος. Έτσι αποφασίστηκε να επιστραφούν όλες οι κτήσεις της Ασίας στον σουλτάνο , η Αίγυπτος να αποκτήσει μια μορφή αυτονομίας και η αντιβασιλεία του Μοχάμεντ Αλή , πάτερα του Ιμπραήμ να αναγνωριστεί από την Κωνσταντινούπολη ως κληρονομική.

  Ο κόκκινος οδηγήθηκε για τα τελευταία στάδια της ανάρρωσης του , στο σύγχρονο νοσοκομείο , που είχε κτίσει ο Μοχάμεντ Αλή στην ραγδαία αναπτυσσόμενη Αλεξάνδρεια. Λίγο έξω από την πόλη και δίπλα στην θάλασσα , ανάμεσα στους γόνιμους από τον Νείλο ,αγρούς , ο Ελάχμαρ , γρήγορα με την βοήθεια και της νιότης συνεπικουρούμενη από την καλή του κράση απέκτησε πάλι την υγεία του. Το μόνο , που έμεινε;; ουλές στο αριστερό του χέρι και στο στήθος να του θυμίζουν την φρίκη , που έζησε.

  Δίπλα του άγρυπνος φρουρός ο σωτήρας του Χακίμ , δεν τον άφηνε ούτε λεπτό από τα μάτια του. Όσοι είχαν σωθεί από την ίλη των 120 ανδρών του τον επισκεφτήκαν κάνα δυο φόρες. Με μεγάλη του λύπη είδε ότι όλοι και όλοι είχαν μείνει 23 .

 Αυτοί του εξήγησαν τι έγινε εκείνη την μέρα.  Ο ενωμένος ευρωπαϊκός στόλος  είχε συναντήσει νωρίτερα τον αιγυπτιακό , που έχοντας ακόμα τις θύμησες της καταστροφής του Ναβαρίνου απέφυγε να συγκρουστεί με τα ανωτέρα του δυτικά πλοία. Σχεδόν τα 2/3 του στρατεύματος , που περίμενε να προελάσει προς το λιμάνι της Λαττακειας είχε σκοτωθεί η τραυματισθεί βαριά. Τότε έμαθε ότι ζούσαν , αλλά ακρωτηριασμένοι φρικτά πέντε ακόμα άνδρες του.

  Όταν αισθάνθηκε δυνατός για να περπατήσει , αποφάσισε να επισκεφτεί τον Αχμέτ , έναν από τους αναπήρους στρατιώτες του , που ζούσε στην Αλεξάνδρεια. Κυριακή πρωί και με την συνοδεία πάντα του Χακίμ ,  με την άμαξα ,που του είχε διαθέσει ο Ιμπραήμ έφτασαν στο πολύβουο λιμάνι της πόλης. Εκεί χωθήκαν σε ένα από τα στενά σοκάκια και σταμάτησαν , μπροστά σε μια μαντεμένια πόρτα γεμάτη στίχους του κορανίου. Ο Χακίμ του εξήγησε ότι ο πατέρας του Αχμέτ ήταν μουφτής , από τους πιο γνωστούς στην χώρα. Την πόρτα άνοιξε μια νεαρή γυναίκα με την μαντήλα να της κρύβει τα μαλλιά και το πρόσωπο. Υποκλίθηκε προς τους καλεσμένους και τους έκανε ένα νεύμα να την ακολουθήσουν.

16

 

  Στο μικρό μπαλκόνι του πρώτου ορόφου στεκόταν ένας ηλικιωμένος άνδρας μετρίου αναστήματος. Η μορφή του ανέδιδε εξουσία και κύρος με το γκρίζο μούσι του να του προσδίδει σεβασμό. ‘Ελάτε κύριοι’ απευθύνθηκε στους δυο άνδρες με στεντόρεια φωνή. Μόλις βρεθήκαν δίπλα του , ο γέρος κοίταξε τον Ελάχμαρ και με στοργική φωνή τον κάλεσε να περάσει στο χαγιάτι

του σπιτιού του. ‘ Έλα παιδί μου και ο Αχμέτ θα χαρεί πολύ να σε δει. Δεν σταμάτησε λεπτό να με στέλνει να μαθαίνω τα νέα της υγείας σου.’ Στράφηκε προς την νεαρή , που στεκότανε όλο σεβασμό στο πλάι της πόρτας. ‘γρήγορα παιδί μου , φέρε τσάι για τους καλεσμένους μας και ενημέρωσε τον εφεντι σου Αχμέτ ,ότι ο πολυευλογημένος Ελάχμαρ είναι εδώ.’

  Το κορίτσι γλίστρησε έξω από το δωμάτιο και φάνηκε σε λίγο με το καυτό τσάι . ‘ Πιείτε το τσάι σας και μετά θα περάσουμε στο δωμάτιο του γιου μου.’ Τους παρότρυνε ο μουφτής και συνέχισε, ‘έχασα την  γυναίκα μου όταν μου έφερε στην ζωή τον Αχμέτ μου . Ο Αλλάχ μου τον κράτησε ζωντανό , πάρα τις μεγάλες του πληγές. Θα είμαι δίπλα του όσο ζω και θα φροντίσω να μην του λείψει τίποτα.’

  Το θέαμα που αντίκρισε ο κόκκινος μόλις μπήκε στο δωμάτιο του Αχμέτ τον τρόμαξε. Πάνω σε ένα κρεβάτι , ένας αγνώριστος Αχμέτ τον κοιτάτε με ματιά βαθουλωμένα στο άσαρκο σχεδόν κρανίο του. Τα μακριά μαλλιά του κρενόντουσαν στο πλάι των ρουφηγμένων μάγουλων του. Τα πόδια του , από την μέση των μηρών και κάτω ήταν κολοβά ,  ενώ στα χέρια του μπορούσες να διακρίνεις τις φλέβες κάτω από το διάφανο από την αδυναμία , δέρμα του.

  Η αναπόφευκτη σύγκριση , που έκανε το μυαλό του Ελάχμαρ , ανάμεσα στον νεαρό και γεροδεμένο πολεμιστή που θυμόταν από το σχολειό ακόμα και σε αυτό το υπόλοιπο ανθρώπου μπροστά του , τον έκανε να θέλει να ουρλιάξει για την αδικία , αλλά έπρεπε να συγκρατηθεί και να δείξει δυνατός για την χάρη του παλιού συμμαθητή και συμπολεμιστή.

  ‘Καλημέρα εφεντι Ελάχμαρ’ είπε με μια σιγανή έτοιμη να σβήσει φωνή. ‘Χαίρομαι που σε βλέπω εδώ και να είσαι καλά.’

  Ο κόκκινος κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και αφού καθάρισε , βήχοντας την φωνή του, αποφεύγοντας να φανεί η συγκίνηση του απήντησε μα σταθερή φωνή. ‘Κάλε μου συμπολεμιστή Αχμέτ , δεν χρειάζεται να ανησυχείς πια για μένα , είμαι καλά και πιο δυνατός από ποτέ . όλο που πρέπει να σε νοιάζει είναι η δικιά σου υγεία και των δικών σου. Ότι θες μπορείς να μου το ζητήσεις.’ 

  Με μια δύναμη απίστευτη για την κατάσταση του ο Αχμέτ τον τράβηξε από το χέρι κοντά του , λέγοντας . ‘Δυο καινούργια πόδια , αλλιώς πάρε μου το κεφάλι εφεντι’μ γιατί έτσι μισός που κατάντησα , δεν αξίζει να ζω.’  ‘ Σσσσσσς παιδί μου ‘ ακούστηκε ο πατέρας του ‘αυτή ήταν η θέληση του μεγαλοδύναμου Αλλάχ , μην βλασφημείς σε παρακαλώ’

  Ο Ελάχμαρ γύρισε στο νοσοκομείο , σκυθρωπός και χωρίς να πει κουβέντα. Το δράμα του Αχμέτ τον είχε συγκλονίσει. Έβαλε σκοπό της ζωής σου να τον βοηθήσει. Το άλλο πρωί κιόλας ζήτησε από τον Χακίμ να του φέρει έναν ξυλουργό και να αγοράσει στο παζάρι ένα νεαρό και γερό μουλάρι. Αν και απόρησε ο μαύρος δεν είπε τίποτε αλλά ικανοποίησε τις επιθυμίες του.

17

 

  Σε μια εβδομάδα οι δυο τους ήταν πάλι έξω από το σπίτι του Αχμέτ και μπαίνοντας , ο Ελάχμαρ , χωρίς να καθυστερήσει , πήρε τον σακάτη αγκαλιά και τον έφερε στο σοκάκι μπροστά από το σπίτι, πίσω τους έτρεχαν ανήσυχοι ο πατέρας και η υπηρέτρια . Το μουλάρι που κρατούσε ο Χακίμ από τα χαλινάρια, έσερνε πίσω του το πιο περίεργο κάρο , που είχαν δει ποτέ. Μια τεραστίων διαστάσεων πολυθρόνα , σχεδόν βασιλικός θρόνος , τοποθετημένη πάνω σε έναν σιδερένιο άξονα με δυο ξύλινους τροχούς. Δίπλα ακριβώς το ίδιο περίπου θέμα χωρίς το σύστημα πρόσδεσης του υποζυγίου.  Ο Αχμέτ , όλο περιέργεια , κοίταξε τον Ελάχμαρ.  Προτού προλάβει κανένας να μιλήσει , ο κόκκινος άρχισε να μιλά με ενθουσιασμό για τα έργα του. ‘Η πολυθρόνα-άμαξα είναι για τις μετακινήσεις σου σε όλη την πόλη , ή και την χώρα , αν χρειαστεί. Το καρότσι δίπλα , φτιάχτηκε με οδηγίες των ευρωπαίων γιατρών και βάση σε σχέδια ιδίων , που χρησιμοποιούνται στις χώρες της δύσης. Θα μπορείς να κινείσαι μέσα στο σπίτι . τέρμα πια στη σκλαβιά της ακινησίας.’

  Δάκρυα χαράς έτρεχαν στα ματιά του Αχμέτ και του πάτερα του , ακόμα και η υπηρέτρια έτρεμε από τους λυγμούς της συγκίνησης.

  Τις επόμενες μέρες , οι τρεις συμπολεμιστές διέτρεξαν όλη την Αλεξάνδρεια με την νεαρή υπηρέτρια να τους συνοδεύει φροντίζοντας τον Αχμέτ. Τριγύριζαν σε μια πόλη , που ο πλούτος από τις εξαγωγές βαμβακιού και υφασμάτων μεταφραζόταν σε καινούργια πολυώροφα κτίρια και υπεροχές βίλες κατά μήκος της ακτής. Θαυμάζοντας τα νέου τύπου ατμόπλοια στο λιμάνι , μέχρι τις νέες υφαντουργίες έξω από τα όρια της πόλης. Ο Ελάχμαρ βγήκε τελείως θεραπευμένος από το νοσοκομείο και έμενε στο καλύτερο ξενοδοχείο της πόλης με τον Χακίμ πάντα δίπλα του.

   Οι δυο νέοι , Ελάχμαρ και Αχμέτ , δέθηκαν σαν αδέλφια πια, έτσι , που του κόκκινου δεν του έκανε καρδιά , να γυρίσει στο Κάιρο και στην βασιλική αυλή. Ο Γιουσούφ επίσης ήθελε να τον δει οπωσδήποτε , έχοντας κάτι σπουδαίο να του αναγγείλει.

  Ο Ελάχμαρ  έπεισε τον γέρο πάτερα του Αχμέτ , να αφήσει τον γιο του να ταξιδέψει στο Κάιρο με την συνοδεία της νεαρής υπηρέτριας.

  Ο γέρο μουφτής δεν θα μπορούσε να αρνηθεί οτιδήποτε στο κόκκινο. Η απίστευτη αλλαγή προς το καλύτερο του Αχμέτ . το βάρος που ξανακέρδισε , η δίψα του για ζωή , που ξαναέδειχνε , για πρώτη φόρα από τον ακρωτηριασμό των ποδιών του , ήταν τα θαύματα που επέτυχε ο ευλογημένος με το σημάδι του προφήτη κοκκινομάλλης Αμπντούλ.

  Το ταξίδι για την  πρωτεύουσα κράτησε δυο μέρες με τον Αχμέτ ξαπλωμένο στην άμαξα του Ελάχμαρ , κάτω από τις στοργικές φροντίδες της συνόδου του.

Ο Γιουσούφ έτρεξε να τους υποδεχθεί στην πύλη του παλατιού με την Φατίμα να στέκει πιο πίσω σαν καλή σκλάβα.

  Βλέποντας τους μετά από τόσο καιρό ,   ένοιωσε τα συναισθήματα του να φουσκώνουν σαν χείμαρρος μέσα του. Άλλωστε αυτοί οι δυο άνθρωποι τον είχαν μεγαλώσει.

  Αφού χαιρέτησε τον ασπρομάλλη πια Γιουσούφ με συγκίνηση ,έσφιξε στην αγκαλιά του ,πίσω από μια πόρτα την καλή του μάμα Φατίμα. Μόλις ταχτοποιήθηκαν έτρεξε να ξανασυναντήσει τον αμπ του και να μάθει τι συνέβαινε.

18



   O Γιουσούφ τον περίμενε στο δωμάτιο του. Μόλις ο Ελάχμαρ κάθισε διπλά του , χωρίς χρονοτριβές , ο αμπ του άρχισε να του εξηγεί:

  ‘καλό μου παιδί, έφτασα πια στα 56 μου , είναι καιρός να γυρίσω στην πατρίδα μου. Λείπω , σχεδόν, 25 χρόνια. Θέλω να ξαναδώ τα μέρη , που μεγάλωσα , να ακούσω να ξαναμιλάνε την γλώσσα μου , να ζήσω ανάμεσα στον λαό μου, να δω πάλι την απέραντη σαβάνα και με την βοήθεια του Αλλάχ , τελικά να πεθάνω στην γη , που μεγάλωσα. Ο Ιμπραήμ πασά μου έδωσε την άδεια να φύγω , σαν αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες μου στην Αίγυπτο και την οικογένεια του.’

  ‘Μα μπάμπα , είσαι ακόμα νέος , δεν πρέπει να μιλάς για θάνατο. Όλα τα υπόλοιπα τα σέβομαι και τα καταλαβαίνω. Αν αυτό είναι , που θες , δεν θα σε εμποδίσω , αντιθέτως , θα ήταν μεγάλη μου χαρά να σε συνοδεύσω στο ταξίδι σου.’

  Ο Γιουσούφ με δάκρυα στα μάτια και με ένα λυγμό , κοίταξε τον «γιο» του , λέγοντας, ‘ είχα σκοπό να στο προτείνω γιε μου , θέλοντας να σου δείξω την χώρα μου άλλα και να περάσουμε μαζί λίγο καιρό.

  Έχω ήδη κανονίσει τα του ταξιδιού παιδί μου .  Θα ανέβουμε τον Νείλο με πλοίο μέχρι τους πρώτους καταρράκτες. Μετά θα συνεχίσουμε με τα άλογα και τα κάρα μας.’

  ‘Μπάμπα ,  φρόντισε , όσο  γίνεται , για την άνετη μετακίνηση του Αχμέτ. Στο πλοίο εννοώ , γιατί στην ξηρά , θα ταξιδεύσει με την άμαξά του.’ Το  μόνο , που ζήτησε ο κόκκινος.

  Το ταξίδι στον Νείλο θα ήταν μέχρι το Ασουάν κάτω από τους πρώτους καταρράκτες. Το πλοίο ένα κλασσικό αραβικό ψαραδικο , ντάου , των 12 περίπου μέτρων , με ένα μεγάλο τριγωνικό πανί και 5 άτομα πλήρωμα. Το ταξίδι κόντρα στα σκοτεινά νερά του Νείλου θα κράταγε περίπου 8 μέρες.

   Μετά μέχρι τα μέρη του Γιουσούφ, ήταν ένας μακρύς και επίπονος δρόμος τριών περίπου εβδομάδων ακλουθώντας τον παλιό από την αρχαιότητα χαραγμένο δρόμο των σαράντα ημερών όπως λεγόταν, όταν ένωνε την Νουβία με την Αίγυπτο , γνωστός πια στους άραβες ως νταμπλ αλ-αρμπ’ιν

  Λίγο πριν το Χαρτούμ , όπου οι δυο ποταμοί ο λευκός και ο κυανός Νείλος ενωνόντουσαν για να σχηματιστεί ο υπέροχος Νείλος βρισκόταν το Σετραμπ , το γενέθλιο χωριό του Γιουσούφ.

  Σχετικά μακριά από τις εύφορες όχθες του Νείλου και στα σύνορα της βόρειας έρημου με τις σαβάνες του κεντρικού Σουδάν , σε μεγάλη απόσταση από την ερυθρά θάλασσα .

  Σε λίγες μέρες η συντρόφια ήταν έτοιμη για το ταξίδι. Έξι άτομα επιβιβάστηκαν στο μικρό ντάου. Οι τρεις συμπολεμιστές , η νεαρή υπηρέτρια , ο Γιουσούφ και η Φατίμα .  Μαζί και ένα καρό με δυο βόδια , η αμαξά του Αχμέτ ,το μουλάρι του και μερικά άλογα  για τους υπόλοιπους.  Αποσκευές γεμάτες με ότι μάζεψε όλα αυτά τα χρονιά ο Γιουσούφ και με τα πράγματα των υπολοίπων. Όπλα και εξοπλισμός επίσης , μιας και η περιοχή έβριθε από ληστές .

  Ανάμεσα τους το καινούργιο απόκτημα του Ελάχμαρ , δώρο του Ιμπραήμ , μια ενός έτους φοράδα, με το όνομα Χάλιμα  , δηλαδή όνειρο.

19



  H μυρωδιά του ψητού κρέατος, διέλυσε το όνειρο, που η διήγηση του γέρο-θεραπευτη με ταξίδευε και με γύρισε στην πεζή πραγματικότητα.

  Όση ώρα μου έλεγε την ιστορία του πρόγονου του σε μια μικρή θράκα  έψηνε ,στην ξύλινη σούβλα , ένα λαγό. Αυτός , έτοιμος να φαγωθεί τώρα , ευωδίαζε το μέρος.  Οι ήχοι του στομαχιού μου , ήταν σημάδι της πείνας μου.  Κοίταξα το ρόλοι μου και είδα ,ότι ήταν ήδη δυο το μεσημέρι .  Απίστευτο είχαν περάσει σχεδόν έξι ώρες από το πρωί που ήρθα να τον βρω.

  Πάνω στο σιδερένιο τραπέζι , χωριάτικο ψωμί τοματοαγγουρο- σαλάτα και κατσικίσιο τυρί , ήταν ήδη σερβιρισμένα. ‘Κρασάκι , πίνουμε;; έχω ένα υπέροχο , δικιάς μου παραγωγής κοκκινέλι , κόκκινος γαρ.’ Με ρώτησε ,  γελώντας με το αστείο του.

 ‘ευχαρίστως να πιω τότε, αφού είναι και δικό σας . Αν δεν σας κάνει, όμως , κόπο , θα ήθελα και λίγο νερό .’ τον παρακάλεσα.

  Έφερε το κρασί και μια γυάλινη κανάτα με νερό από το πίσω μέρος της καλύβας. Βλέποντας την απορία να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο μου , εξήγησε . ‘ ακριβώς πίσω από το σπίτι και μέσα στο βράχο υπάρχει πηγή με γάργαρο νερό . Γι’ αυτόν τον λόγο , άλλωστε κτίστηκε το καλύβι εδώ. Δίπλα ακριβώς έχω φυτέψει και το μικρό μου αμπέλι. Ξέρω  ότι όλα αυτά σου φαίνονται ακατανόητα φίλε μου. Μπορεί να ζω μακριά από τις ευκολίες του σύγχρονου «πολιτισμού» αγαπητέ , αλλά πραγματικά δεν μου λείπει τίποτα.  Δεν πληρώνω , ηλεκτρικό και τηλέφωνο. Δεν έχω περιουσία να φροντίσω και να πληρώνω φόρους. Όλα μου τα υπάρχοντα είναι αυτά τα δυο στρέμματα γης και το καλυβάκι μου. Βεβαία οι γνώσεις μου , πάνω στα βότανα , βοηθούν  να μην κινδυνεύει η υγεία  μου από αρρώστιες.’

  ‘Παρόλα αυτά όμως’ τον διέκοψα, ‘με τις γνώσεις σας έχετε την δυνατότητα να ζείτε πλουσιοπάροχα. Τόσους ανθρώπους βοηθάτε , δεν μπορεί κάτι θα σας δίνουν εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη τους’

  ‘Φίλε μου , όσα χρήματα μου δίνουν , τα δίνω σε ιδρύματα για παιδιά , υπακούοντας στην τελευταία επιθυμία της γυναίκας μου.’

  Ήταν τα λόγια του και ένοιωσα ότι  , αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν κάποιος οποιοσδήποτε , αλλά ίσως ένας θρύλος ,κάτι ανώτερο από τους υπολοίπους.

   ‘ Η ιστορία του Ελάχμαρ είναι συγκλονιστική κε κόκκινε , η να σας φωνάζω και εσάς  Ελάχμαρ;;’ , αστειεύτηκα με την σειρά μου, μιας και μόλις είχα συνδέσει τον Ελάχμαρ ,με το επίθετο των - υποθέτω - απογόνων του.

  Ο Ελάχμαρ αγαπητέ , ήταν ο πρώτος θεραπευτής από την οικογένεια μας και ναι το κόκκινος υιοθετήθηκε σαν επώνυμο μας από αυτόν. Αλλά αφήστε με να τελειώσω την ιστορία του και θα τα καταλάβετε όλα. Σας το υπόσχομαι.

  Αφού τον βοήθησα να μαζέψει το τραπέζι και να πλύνουμε τα σκευή , που είχαμε χρησιμοποιήσει , με τις κούπες μας γεμάτες από το εξαιρετικό κρασί του , ξανακαθίσαμε αντίκρυ , με το μαγνητοφωνάκι μου στην μέση.

  Γρήγορα ξαναγύρισα στον Νείλο και στο ταξίδι της παρέας του Ελάχμαρ προς την Νουβία.

20

 

  Το μικρό σκάφος κατάφορτο , αναχώρησε πρωί πρωί από τις αποβάθρες του Κα΄ί΄ρου .  Στην πλώρη του πλοίου , μπροστά από το μοναδικό κατάρτι , τοποθετήθηκε το καρότσι του Αχμέτ , συν μερικά καθίσματα (πουφ) από δέρμα καμήλας με γέμιση άχυρου. Ένα χαμηλό στρογγυλό τραπέζι επίσης και νάτη η τραπεζαρία του πλοίου.

  Εκει καθόταν μόνιμα , ο Αχμέτ με την υπηρέτρια ,όλη την ημέρα, απολαμβάνοντας τον ίσκιο μιας τέντας από πάνω τους και την δροσιά της υδάτινης επιφάνειας του ποταμού  από κάτω τους.

  Παρέα τους ο Γιουσούφ ,ο Ελάχμαρ και ο Χακίμ , πέρναγαν την μέρα τους αστειευόμενοι και ακούγοντας τις περιγραφές του Γιουσούφ , για τους αγνώστους τόπους , που τους περίμεναν. Τα άγρια ζώα της περιοχής , τις απέραντες σαβάνες. Την ατελείωτη έρημο , που έπρεπε να διασχίσουν μέχρι να φτάσουν στα μέρη του και αλλά πολλά και φοβερά.

  Χάζευαν τους φοβερούς κροκόδειλους , που κολυμπούσαν απειλητικά προς το μέρος τους , ενοχλημένοι από την παρουσία του ξύλινου πλοιαρίου στα νερά τους.

  Άλλες στιγμές , ο Ελάχμαρ με τον Χακίμ έλεγχαν και φρόντιζαν τον οπλισμό τους, από τα γαλλικά καινούργια μουσκέτα , που είχαν αγοράσει από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας , μέχρι τις χρυσοποίκιλτες πιστόλες , κατασκευασμένες στα οπλουργεία του Μοχάμεντ Αλή στο Κάιρο. Είχαν να τροχίσουν τα σπαθιά τους , γιαταγάνια και την ευρωπαϊκή σπάθα του κόκκινου. Να ελέγχουν , αν τα σακουλάκια με την μπαρούτη είναι στεγνά , αν τα άλογα είναι καλά δεμένα , ποτισμένα και ταϊσμένα .  Δουλειές που τους έπαιρναν μισή μέρα.

  Κάποια πρωινά ,χρησιμοποιώντας τα δένδρα της όχθης σαν στόχους , εκπαιδεύονταν στην χρήση των μουσκέτων. Ακόμα και ο Αχμέτ , ο οποίος επέμεινε να εξασκηθεί και η υπηρέτρια, την οποία σύστησε στους υπολοίπους πρώτη φορά με το όνομα της , Μαρία.      Επειδή  το μουσκέτο της ερχόταν μεγάλο και βαρύ , ο Ελάχμαρ ανέβασε από το αμπάρι τις πιστόλες .

  Δεν χρειάστηκε , παρά δυο μέρες εξάσκησης μέχρι η Μαρία να μάθει να τις χρησιμοποιεί , εξίσου καλά και με τα δυο της χέρια.

  Τις γέμιζε δε τόσο γρήγορα , που μόνο ο Ελάχμαρ την ξεπερνούσε σε ταχύτητα. Ο Αχμέτ την επιβράβευσε με τα πιο κολακευτικά λόγια , για τις ικανότητες της και έδειχνε υπερήφανος σαν να ήταν δικά του τα κατορθώματα της. Όταν ο Ελάχμαρ του εξέφρασε την έκπληξη του για την συμπεριφορά του , που ήταν έξω από τα αραβικούς και ισλαμικούς τρόπους  , άκουσε τον Αχμέτ να του λέει,

 ‘ Η Μαρία είναι μαζί μας από πέντε χρονών σχεδόν , που την αγόρασε ο πατέρας μου από τους σκλάβους , που έφεραν από την Ελλάδα. Έχει μεγαλώσει σχεδόν μαζί μου και αν και άπιστη και σκλάβα , μου έχει σταθεί σαν αδελφή μου. Ο πατέρας μου , τρεις φόρες της χάρισε την ελευθερία της και τις τρεις του αρνήθηκε , με την δικαιολογία , πως δεν έχει , που να πάει.  Σπίτι της είναι το δικό μας.  Όσον άφορα έμενα και τον πατέρα μου είναι μέλος της οικογενείας και ελεύθερη. Το χαρτί της ελευθερίας της , είναι πάντα στο γραφείο του πατέρα.’

  Ο Ελάχμαρ δεν θα ξαναέβλεπε την Μαρία όπως πριν , μετά από αυτά τα λόγια.

21



  Στην πόλη του Ασουάν , λίγο πριν τον πρώτον  από τους έξι κύριους καταρράκτες μέχρι το Χαρτούμ, όπου οι δυο ποταμοί σχημάτιζαν με την ένωση τους τον Νείλο. Οι καταρράκτες ήταν και ο λόγος , που έπαιρναν τον δρομο της ερήμου . Τον θρυλικό νταμπλ αλ-αρμπ’ιν.

  Με μπροστάρη τον Ελάχμαρ πάνω στην Χάλιμα και τον Αχμέτ στο κατόπιν του , ακολουθούμενους από το κάρο του γιουσουφ  με τον Χακίμ και τις καμήλες να αποτελούν την οπισθοφυλακή του μικρού καραβανιού. Όλοι και όλοι πέντε άνθρωποι και εννέα ζώα.

  Ο δρόμος οδηγούσε έξω από την πόλη και μακριά από τα εύφορα εδάφη , στις όχθες του μεγάλου ποταμού.

  Ανηφόρισαν προς τους λόφους μπροστά τους , ακολουθώντας τα χνάρια των προηγούμενων καραβανιών. Λίγα καχεκτικά δένδρα διέκοπταν το μονότονο σκονισμένο τοπίο μπροστά τους.

  Πολύ σύντομα είχαν γίνει κάτασπροι από την σκόνη που σήκωναν οι οπλές των ζώων τους. Ήταν απίστευτο πόσο άνυδρο και ξερό ήταν το έδαφος σε τόσο μικρή απόσταση από τον ζωοδότη Νείλο.

  Ο Ελάχμαρ , χρησιμοποιώντας μια πυξίδα , που είχε βρει στα χέρια ενός νεκρού τούρκου αξιωματικού, και ένα παλιό χάρτη από την γαλλική εκστρατεία του Ναπολέοντα , έλεγχε συνέχεια την πορεία τους. Πάντα προς τον νότο και πάνω στα παλιά χνάρια.

  Κόντευε να σουρουπώσει όταν  αποφάσισε να κατασκηνώσουν κάτω από δυο ετοιμοθάνατες ακακίες στο πλάι του μονοπατιού.

  Στην κοίτη ενός ξερού χείμαρρου , βρήκαν θάμνους και ξέρα ξύλα να ανάψουν φωτιά. Αφού ταχτοποίησαν τα ζώα και έστρωσαν τις κουβέρτες τους για την νύχτα , έφαγαν από τις σταρένιες πίτες , που είχαν πάρει από το Ασουάν , μαζί με παστουρμά και ξεραμένους χουρμάδες και μπόλικο νερό.

  Με εντολή του κόκκινου , η Μαρία θα κοιμόταν στο κάρο , ενώ κανόνισαν και τις βάρδιες ανάμεσα στους άνδρες . Πρώτος θα ήταν ο Ελάχμαρ και τελευταίος ο Χακίμ.

  Σύμφωνα με τις πληροφορίες του φρούραρχου στο Ασουάν, ο πραγματικός κίνδυνος ήταν στη έρημο , πολύ πιο αργότερα στον δρομο τους. Συμμορίες  νομάδων , λυμαίνονταν την περιοχή κλέβοντας τα καραβάνια και σκοτώνοντας τους ταξιδιώτες. Αν και ο πασάς είχε δώσει εντολή και αρκετές ίλες του αιγυπτιακού ιππικού , περιπολούσαν στην αχανή περιοχή και ειδικά γύρω από τις οάσεις , οι επιδρομείς , ήταν άφαντοι .  Εμφανιζόντουσαν από το πουθενά , σαν τα φαντάσματα , κτύπαγαν , έκλεβαν και εξαφανιζόντουσαν πάλι , προτού καν τα θύματα τους συνειδητοποιήσουν τι τους χτύπησε.

  Θα ήταν κάτι που θα τους απασχολούσε μετά την άφιξη τους στο Ουάντι χάλφα , την πολη , που όριζε την αρχή της μεγάλης νουβικής ερήμου. Η πόλη ήταν στις όχθες του Νείλου λίγο πριν τον δεύτερο καταρράκτη. Εκεί υπήρχε και πορθμείο , που θα τους πέρναγε στην ανατολική όχθη του ποταμού , με επόμενο προορισμό

την Ατμπάρα στις όχθες του Νείλου πάλι βορειοανατολικά του Χαρτούμ και πολύ κοντά στο Σετραμπ πια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: