Δύο κιθάρες και μια φυσαρμόνικα
Ο Γιάννης επέμενε,' Δεν είναι μακριά ρε κακομοίρη
, ούτε δέκα λεπτά δρόμος , αν είναι εκεί που μας λέει.' όλα είχαν ξεκινήσει
όταν η μικρή υπαίθρια συναυλία μας , είχε μαζέψει στην πλατεία , που εκείνη την
εποχή είχαμε για στέκι , αρκετό κόσμο αλλά και αρκετά περίεργα όντα , όπως θα
αποδεικνυότανε λίαν συντόμως. Ο τύπος
με το τρελό, σε στυλ πανκ χτένισμα , μας
πλησίασε μετά το τέλος της συναυλίας και μας συστήθηκε σαν ντράμερ και δη
επαγγελματίας.
Η φράση πού μας έκανε να σκεφτούμε να τον ακολουθήσουμε ήταν 'πάμε μέχρι
το σπίτι μου , δεν είναι μακριά , εδώ παραπάνω στο Ζαβλάνι. Έχω δύο δωμάτια
γεμάτα μουσικά όργανα. Κιθάρες , μπάσο , ντραμς ,σύνθι ενισχυτές και πεταλιέρες
για εφέ. Όλα όσα θέλετε ' . Στα αυτιά μας , αυτιά 18χρονων καυλωμένων για ροκ
παιξίματα και καταστάσεις , που τα όργανα μας ήταν το λιγότερο για κλωτσιές ,
ακούστηκε σαν ο παράδεισος του τελειωμένου ροκά. Ο Γιάννης με τον ενθουσιασμό
του διέλυσε κάθε επιφύλαξη εμένα και του Χριστόφορου. Επιτρέψατε μου να
συστηθώ, Βασίλης Γ. Κιθαρίστας και τραγουδιστής του γκρουπ μας. Ο Χριστόφορος
Σ. Ήταν ο λιντ κιθαρίστας και ο Γιάννης Κ. Φυσαρμόνικα , κρουστά και μπάσο
.
Δεν ήταν μακριά
, με τα πόδια είκοσι λεπτά και φορτωμένοι με τις κιθάρες και τα κρουστά μας , φτάσαμε
στους πρόποδες του λόφου που όριζαν την συνοικία του Ζαβλανιού. Ένα μοναχικό άσχημο
δίπατο σπίτι στεκόταν στην άκρη του δρόμου , με μια σβησμένη λάμπα μπροστά του.
‘εδώ είναι παιδιά , φτάσαμε’ μας ανήγγειλε περιχαρής ο Μάκης , όπως μας
είχε συστηθεί ο περίεργος. άνοιξε την πόρτα με τα κλειδιά του και έκανε στην άκρη
για να μπούμε μέσα . Ένα φτωχικό λίβινγκ
ρουμ. και μέσα από μια ανοικτή πορτα , είδαμε σε ένα διπλό κρεβάτι ένα 45 αρη ,
ξαπλωμένο πάνω στο λευκό σεντόνι , φορώντας ένα ξεχειλωμένο άσπρο σώβρακο με
ένα πιτσιρίκι-αγοράκι- το πολύ πέντε χρονών δίπλα του.
‘τι είναι αυτοί , που μου
κουβάλησες σπιτι μου ρε;;’ ρώτησε τον Μάκη με μια δυνατή ένρινη φωνή . ‘φίλοι
μου είναι ρε πάτερα’ απάντησε ο Μάκης ,
ήρθαν να παίξουμε λίγο , είναι μουσικοί σαν εμάς.’
‘Να πας να γαμηθείς ρε και συ και αυτοί μαζί σου , που μου τους κουβάλησες
εδώ να μου πρήξουν τα αρχίδια’, έβαλε τις φωνές εκείνος.
Παγώσαμε και αντί προς το δωμάτιο με τα όργανα που ο Μακης μας άνοιγε
για να μπουμε, κατευθυνθήκαμε προς την έξοδο. Ο μακης στάθηκε μπροστα μας και
μας έκοψε την φορά .
‘Όπα μάγκες, τον πήρατε στα σοβαρά;; το χασίς μιλάει και όχι αυτός , σε
5 λεπτά δεν θα ξέρει καν , που βρίσκεται.’
Τον κοίταξα μουδιασμένος από τον φόβο , ‘είσαι σίγουρος , ότι δεν , ενοχλούμε Μάκη;;’
‘Καλά ρε,’ μου απάντησε με ένα χαμόγελο ανεμελιάς από το ένα αυτί στο
άλλο, ‘ ήρθατε μέχρι εδώ και δεν θα μπείτε στο δωμάτιο με τα όργανα;; τι στο διάολο
ροκάδες μου το παίζετε , αν φοβάστε τον κωλόγερο μου;;’ αναρωτηθηκε. ‘Αυτος
είναι σαν τα σκυλια , που γαυγιζουν , μην τον φοβαστε.’
Πες πες , δεν θέλαμε και πολύ να μπουμε στο δωμάτιο. Πίσω μας ο Μακης κλείδωσε
την πορτα και άρχισε κατόπιν να βγάζει μια κιθάρα από την θήκη της , μια Fender Stratocaster.και το πάρτι συνεχίστηκε
όταν στην παρέα προστέθηκε μια Gibson less paul
ένα Roland synthie και ένα ζευγάρι
bongos.
Μια μικρή κονσόλα άναψε και μπροστα μας βρέθηκαν 2 γερανοί με τα μικρόφωνα
τους.
Ο Χριστόφορος , ήδη συνέδεε την Gibson στον Marshall ενισχυτή πίσω
του και στην πεταλιέρα με τα σπέσιαλ εφέ.
Ο Γιαννάκης ειχε τρελαθεί με τα κρουστά και εγώ ευλαβικά έβαζα το βύσμα
στην Strato . Tο
κούρδισμα μας πήρε δυο λεπτά και ο Mακης έβγαλε το
κάλυμμα μιας ντραμς και έκατσε να τζαμάρει μαζι μας. Η εισαγωγή του paranoid των Black Sabbath από
τον Χριστόφορο ,σκόρπισε μπόλικο ηλεκτρισμό στην ατμόσφαιρα και ηχορύπανση
αρκετών ντεσιμπέλ.
Η πορτα
του δωματίου παραλίγο να σπάσει από τις κλωτσιές και τις μπουνιές που έπεφταν βροχή
από τον εξαγριωμένο πάτερα του Μάκη. ‘ άνοιξε πούστη να σε γαμισω μαζι με τα άπλυτα
κωλόπαιδα , που μου κουβάλησες .’ ωρυόταν, ‘ κλείσε τους ενισχυτές και τις κονσόλες
μαλακισμένο, είναι δικά μου δεν θέλω να τα ακουμπάς.’
Περιττό να σας πω ότι κλάσαμε μέντες. Ο Γιαννάκης , που ήταν και ο μικρότερος
(15 στα 16 εκείνη την εποχή), κατουρήθηκε επάνω του.
‘Φύγε ρε πάτερα , τραβά στο κρεβάτι σου , μην μας ενοχλείς,’ φώναξε ο
Μακης , άλλα το μόνο που κατάφερε , ήταν να τον εξαγριώσει περισσότερο. Η πορτα
δεν έδειχνε να αντέχει περισσότερο , ήδη σε κάποια σημεία το ξύλο ειχε κάνει μικρές
ρωγμές και η μπογιά σκασίματα. Είχαμε
παγιδευτεί και οι άγριες σαν αγριμιού φωνές του πάτερα του , μας πανικόβαλαν.
Που είχαμε μπλέξει ρε γαμώτο;;;
Η
πόρτα άνοιξε και ο σωβρακοφόρος άγριος μπήκε στο δωμάτιο , με μάτια να
γυαλίζουν και ένα τεράστιο ,ή έτσι μου φάνηκε , πάνω στην τρομάρα μου , κουζινομάχαιρο.
Ο Μάκης , με ένα από τα πιατίνια της ντραμς , μπήκε μπροστα του και προσπάθησε
να τον σταματήσει. Άλλα ήταν αδύνατο να σταματήσει τον μανιακό , που τον πέταξε
κάτω και στράφηκε προς το μέρος μου. Τότε σαν από μηχανής θεός , ο Χριστόφορος εμφανίστηκε
στο πλάι μου και με την κιθάρα τον χτύπησε στο πρόσωπο , με τόση δύναμη , που ο
τύπος έπεσε κάτω σαν δένδρο , που το κόβεις.
Ο Γιαννάκης στο μεταξύ , ειχε ανοίξει το παράθυρο , πίσω του και με τα
πράγματα μας στα χέρια , φώναζε με όλη του την δύναμη να φύγουμε από εκεί.
Πήδηξα πίσω του από το παράθυρο , ενώ ο Χριστόφορος αφού μου έδωσε τις
κιθάρες μας , με ακολούθησε.
Τρέξαμε πίσω στην πλατεία , τρομαγμένοι και σίγουροι ότι ο Χριστόφορος
τον σκότωσε. Πέρασαν δυο ώρες σιωπής , πριν βουβά , συμφωνήσουμε να πάμε σπιτι.
Τον Μάκη τον ξαναείδα μετά από μήνες , στα ΚΤΕΥΛ . όπου γύριζα από Αθήνα.
Δεν με είδε και δεν του μίλησα , έμαθα όμως ότι μέχρι σήμερα μπαινοβγαίνει για ληστείες
στις φυλακές.
Ο πατέρας του έχει πεθάνει και ο μικρός στο κρεβάτι είναι σήμερα επιτυχημένος
μπουζουξής. Έχουμε δουλέψει και δυο σαιζόν μαζί.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου