Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

ΔΥΟ ΚΙΘΑΡΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ

Δύο κιθάρες και μια φυσαρμόνικα
  Ο Γιάννης επέμενε,' Δεν είναι μακριά ρε κακομοίρη , ούτε δέκα λεπτά δρόμος , αν είναι εκεί που μας λέει.' όλα είχαν ξεκινήσει όταν η μικρή υπαίθρια συναυλία μας , είχε μαζέψει στην πλατεία , που εκείνη την εποχή είχαμε για στέκι , αρκετό κόσμο αλλά και αρκετά περίεργα όντα , όπως θα αποδεικνυότανε λίαν συντόμως.    Ο τύπος με το τρελό, σε στυλ πανκ χτένισμα , μας πλησίασε μετά το τέλος της συναυλίας και μας συστήθηκε σαν ντράμερ και δη επαγγελματίας.
  Η φράση πού μας έκανε να σκεφτούμε να τον ακολουθήσουμε ήταν 'πάμε μέχρι το σπίτι μου , δεν είναι μακριά , εδώ παραπάνω στο Ζαβλάνι. Έχω δύο δωμάτια γεμάτα μουσικά όργανα. Κιθάρες , μπάσο , ντραμς ,σύνθι ενισχυτές και πεταλιέρες για εφέ. Όλα όσα θέλετε ' . Στα αυτιά μας , αυτιά 18χρονων καυλωμένων για ροκ παιξίματα και καταστάσεις , που τα όργανα μας ήταν το λιγότερο για κλωτσιές , ακούστηκε σαν ο παράδεισος του τελειωμένου ροκά. Ο Γιάννης με τον ενθουσιασμό του διέλυσε κάθε επιφύλαξη εμένα και του Χριστόφορου. Επιτρέψατε μου να συστηθώ, Βασίλης Γ. Κιθαρίστας και τραγουδιστής του γκρουπ μας. Ο Χριστόφορος Σ. Ήταν ο λιντ κιθαρίστας και ο Γιάννης Κ. Φυσαρμόνικα , κρουστά και μπάσο .
  Δεν ήταν μακριά , με τα πόδια είκοσι λεπτά και φορτωμένοι με τις κιθάρες και τα κρουστά μας , φτάσαμε στους πρόποδες του λόφου που όριζαν την συνοικία του Ζαβλανιού. Ένα μοναχικό άσχημο δίπατο σπίτι στεκόταν στην άκρη του δρόμου , με μια σβησμένη λάμπα μπροστά του.
  ‘εδώ είναι παιδιά , φτάσαμε’ μας ανήγγειλε περιχαρής ο Μάκης , όπως μας είχε συστηθεί ο περίεργος. άνοιξε την πόρτα με τα κλειδιά του και έκανε στην άκρη για να μπούμε μέσα .  Ένα φτωχικό λίβινγκ ρουμ. και μέσα από μια ανοικτή πορτα , είδαμε σε ένα διπλό κρεβάτι ένα 45 αρη , ξαπλωμένο πάνω στο λευκό σεντόνι , φορώντας ένα ξεχειλωμένο άσπρο σώβρακο με ένα πιτσιρίκι-αγοράκι- το πολύ πέντε χρονών δίπλα του.
  ‘τι είναι  αυτοί , που μου κουβάλησες σπιτι μου ρε;;’ ρώτησε τον Μάκη με μια δυνατή ένρινη φωνή . ‘φίλοι μου είναι ρε πάτερα’ απάντησε  ο Μάκης , ήρθαν να παίξουμε λίγο , είναι μουσικοί σαν εμάς.’
   ‘Να πας να γαμηθείς ρε και συ και αυτοί μαζί σου , που μου τους κουβάλησες εδώ να μου πρήξουν τα αρχίδια’, έβαλε τις φωνές εκείνος.
  Παγώσαμε και αντί προς το δωμάτιο με τα όργανα που ο Μακης μας άνοιγε για να μπουμε, κατευθυνθήκαμε προς την έξοδο. Ο μακης στάθηκε μπροστα μας και μας έκοψε την φορά .
  ‘Όπα μάγκες, τον πήρατε στα σοβαρά;; το χασίς μιλάει και όχι αυτός , σε 5 λεπτά δεν θα ξέρει καν , που βρίσκεται.’
  Τον κοίταξα μουδιασμένος από τον φόβο , ‘είσαι σίγουρος , ότι δεν ,  ενοχλούμε Μάκη;;’
  ‘Καλά ρε,’ μου απάντησε με ένα χαμόγελο ανεμελιάς από το ένα αυτί στο άλλο, ‘ ήρθατε μέχρι εδώ και δεν θα μπείτε στο δωμάτιο με τα όργανα;; τι στο διάολο ροκάδες μου το παίζετε , αν φοβάστε τον κωλόγερο μου;;’ αναρωτηθηκε. ‘Αυτος είναι σαν τα σκυλια , που γαυγιζουν , μην τον φοβαστε.’
  Πες πες , δεν θέλαμε και πολύ να μπουμε στο δωμάτιο. Πίσω μας ο Μακης κλείδωσε την πορτα και άρχισε κατόπιν να βγάζει μια κιθάρα από την θήκη της , μια Fender Stratocaster.και το πάρτι συνεχίστηκε όταν στην παρέα προστέθηκε μια  Gibson less paul ένα Roland synthie και ένα ζευγάρι bongos. Μια μικρή κονσόλα άναψε και μπροστα μας βρέθηκαν 2 γερανοί με τα μικρόφωνα τους.
  Ο Χριστόφορος , ήδη συνέδεε την Gibson στον Marshall ενισχυτή πίσω του και στην πεταλιέρα με τα σπέσιαλ εφέ.
  Ο Γιαννάκης ειχε τρελαθεί με τα κρουστά και εγώ ευλαβικά έβαζα το βύσμα στην Strato . Tο κούρδισμα μας πήρε δυο λεπτά και ο Mακης έβγαλε το κάλυμμα μιας ντραμς και έκατσε να τζαμάρει μαζι μας. Η εισαγωγή του paranoid των Black Sabbath από τον Χριστόφορο ,σκόρπισε μπόλικο ηλεκτρισμό στην ατμόσφαιρα και ηχορύπανση αρκετών ντεσιμπέλ.
 Η  πορτα του δωματίου παραλίγο να σπάσει από τις κλωτσιές και τις μπουνιές που έπεφταν βροχή από τον εξαγριωμένο πάτερα του Μάκη. ‘ άνοιξε πούστη να σε γαμισω μαζι με τα άπλυτα κωλόπαιδα , που μου κουβάλησες .’ ωρυόταν, ‘ κλείσε τους ενισχυτές και τις κονσόλες μαλακισμένο, είναι δικά μου δεν θέλω να τα ακουμπάς.’
  Περιττό να σας πω ότι κλάσαμε μέντες. Ο Γιαννάκης , που ήταν και ο μικρότερος (15 στα 16 εκείνη την εποχή), κατουρήθηκε επάνω του.
  ‘Φύγε ρε πάτερα , τραβά στο κρεβάτι σου , μην μας ενοχλείς,’ φώναξε ο Μακης , άλλα το μόνο που κατάφερε , ήταν να τον εξαγριώσει περισσότερο. Η πορτα δεν έδειχνε να αντέχει περισσότερο , ήδη σε κάποια σημεία το ξύλο ειχε κάνει μικρές ρωγμές και η μπογιά  σκασίματα. Είχαμε παγιδευτεί και οι άγριες σαν αγριμιού φωνές του πάτερα του , μας πανικόβαλαν. Που είχαμε μπλέξει ρε γαμώτο;;;
   Η πόρτα άνοιξε και ο σωβρακοφόρος άγριος μπήκε στο δωμάτιο , με μάτια να γυαλίζουν και ένα τεράστιο ,ή έτσι μου φάνηκε , πάνω στην τρομάρα μου , κουζινομάχαιρο. Ο Μάκης , με ένα από τα πιατίνια της ντραμς , μπήκε μπροστα του και προσπάθησε να τον σταματήσει. Άλλα ήταν αδύνατο να σταματήσει τον μανιακό , που τον πέταξε κάτω και στράφηκε προς το μέρος μου. Τότε σαν από μηχανής θεός , ο Χριστόφορος εμφανίστηκε στο πλάι μου και με την κιθάρα τον χτύπησε στο πρόσωπο , με τόση δύναμη , που ο τύπος έπεσε κάτω σαν δένδρο , που το κόβεις.
  Ο Γιαννάκης στο μεταξύ , ειχε ανοίξει το παράθυρο , πίσω του και με τα πράγματα μας στα χέρια , φώναζε με όλη του την δύναμη να φύγουμε από εκεί.
  Πήδηξα πίσω του από το παράθυρο , ενώ ο Χριστόφορος αφού μου έδωσε τις κιθάρες μας , με ακολούθησε.
  Τρέξαμε πίσω στην πλατεία , τρομαγμένοι και σίγουροι ότι ο Χριστόφορος τον σκότωσε. Πέρασαν δυο ώρες σιωπής , πριν βουβά , συμφωνήσουμε να πάμε σπιτι.
  Τον Μάκη τον ξαναείδα μετά από μήνες , στα ΚΤΕΥΛ . όπου γύριζα από Αθήνα. Δεν με είδε και δεν του μίλησα , έμαθα όμως ότι μέχρι σήμερα μπαινοβγαίνει για ληστείες στις φυλακές.
  Ο πατέρας του έχει πεθάνει και ο μικρός στο κρεβάτι είναι σήμερα επιτυχημένος μπουζουξής. Έχουμε δουλέψει και δυο σαιζόν μαζί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: