Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

Ο ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ Β' ΜΕΡΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑ 37-43



Ο ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ
(ΕΛΑΧΜΑΡ – Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ)


ΜΕΡΟΣ 2ο

37

  Ξανά  , ο γέρο-θεραπευτής ειχε καταφέρει να με  στείλει σε ένα ακόμα ονειρικό ταξίδι , στον Νείλο και το Σουδάν , αυτή την φορά. Η διακοπή της αφήγησης με επανέφερε στην πραγματικότητα  .
  Κοίταξα το ρόλοι μου , η ώρα κόντευε 6.00 το απόγευμα και ο γέρoς , μου σερβίριζε ένα φλιτζάνι τσάι , που άχνιζε μεσα στον καθαρό αέρα.
 ‘ Θα πρέπει να φύγεις σε λίγο αγαπητέ μου. Θα νυχτώσει σε λίγο και δεν θα βλέπεις τον δρομο για το αυτοκίνητο σου.’ Προτρέποντας με , έτσι να φύγω.
  Ο Παπαϊωάννου , άλλο που δεν μου ειχε πει , 48 ήμερες , δυο ημερόνυχτα για να του πάω την ιστορία του θεραπευτή και είχαν σχεδόν περάσει , χωρίς να έχω ακόμα  φτάσει ούτε στην μέση.
  Ήταν Κυριακή  βράδυ και η διορία που μου ειχε δώσει έληγε αύριο το πρωί. Καληνύχτισα τον γέρο και έτρεξα στο αυτοκίνητο. Σε λίγο ήμουν στο δωμάτιο μου και ανοίγοντας το  κινητό μου . έστειλα ένα μέιλ στον Παπαϊωάννου , ζητώντας του να επικοινωνήσει το ταχύτερο δυνατόν μαζι μου. Το να τον πάρω εγώ στο κινητό του , θα ήταν δώρο άδωρο , μιας και τα σαββατοκύριακα όπως και στις αργίες γενικότερα , το ειχε πάντα απενεργοποιημένο.
  Η κυρία Φρόσω , σύζυγος του ιδιοκτήτη του σπιτιού , με ενημέρωσε, ότι αν θα ήθελα να φάω κάτι, ειχε φαγητό στην κουζίνα σερβιρισμένο για μένα.  Την ευχαρίστησα και κατέβηκα να φάω κάτι , μια και οι βόλτες στο βουνό και στον καθαρό αέρα , πάντα ανοίγουν την όρεξη.
  Τι φανταστική ιστορία και αύτη του γέρο-θεραπευτή  Σαν παραμύθι , αλλά τόσο αληθινό ταυτόχρονα. Έκανα ένα ντους και ξάπλωσα από τις 9.30 στο κρεβάτι. Σύνδεσα το μικρό ψηφιακό μαγνητοφωνάκι μου , στο Λαπ τοπ μου και αντέγραψα τα σημερινά λόγια του γέρου.
   Ούτε κατάλαβα , πότε με πήρε ο ύπνος , αλλά στα όνειρα μου μάχες και σκοτωμοί σαν χολιγουντιανή ταινία , «έπαιζαν» μέχρι το πρωί. Ο πρωταγωνιστής ήταν πάντα ένα ψηλός κοκκινομάλλης άραβας.

  Ξύπνησα από τις 6.00, και αφού ντύθηκα και πλύθηκα, έκλεψα δυο δόσεις ελληνικού καφέ από την κουζίνα της κυρίας Φρόσως και  βρέθηκα στον δρομο για το βουνό.
 Όταν έφτασα στην καλύβα, ο γέρος ήταν σκυμμένος στον κήπο του , δένοντας σε ένα καλαμένιο πάσσαλο ,ένα ασθενικό φυτό.
  Τον καλημέρισα και τον είδα να σηκώνεται με ένα χαμόγελο .
  ‘Σήμερα φίλε μου , δεν θα κάτσουμε εδώ , αλλά θα με πας μέχρι το Ναύπλιο να δώσω κάποια θεραπεία σε μια άρρωστη παλιά μου φίλη. Φυσικά αν δεν έχεις πρόβλημα. Θα με πήγαινε ο αγαπητός μου Καλλέργης , άλλα , τότε δεν θα είχαμε τον χρόνο να συνεχίσω να σου λέω την ιστορία μου’.
  ‘ μην το κάνετε θέμα κύριε Θρασύβουλε ,ακόμα και έτσι να μην ήταν , πάλι με μεγάλη μου χαρά ,να σας «πετάξω» όπου θέλετε.’ Του έδωσα τον καφέ , που είχα τυλίξει σε λίγο χαρτί κουζίνας.
  ‘Δώστε μου πέντε λεπτά αγαπητέ μου να σας φτιάξω έναν καφέ να πάρετε μαζι σας  και αφού αλλάξω και πάρω τα πράγματα μου, φύγαμε.’ Μου απάντησε , πριν χαθεί στο καλύβι του. Σε πέντε λεπτά ακριβώς , ήταν έξω με μια μικρή πάνινη τσάντα στο χέρι και ντυμένος με ένα παλαιομοδίτικο κουστούμι , που πρέπει να ειχε πάνω κάτω την ίδια ηλικία με τον ιδιοκτήτη του .
  Μπαίνοντας στο αμάξι , χωρίς να χάσει καιρό , με προλόγους , συνέχισε την διήγηση του από το σημείο , που ειχε σταματήσει.
  Ίσια , που πρόλαβα να του βάλω στα χέρια το μαγνητοφωνάκι μου.
38

  Στα οροπέδια , που σχηματίζονται σε όλη σχεδόν την επιφάνεια της Αιθιοπίας, το καραβάνι του Ελάχμαρ , μουλάρια , φορτωμένα με σακιά από ορυκτό αλάτι ,πορευόταν σιγά σιγά προς τα σύνορα του Σουδάν.
  Κάθε φορτίο που παρέδιδε στους εμπόρους του Χαρτούμ , τον εκανε πλούσιο κατά πολλές χρυσές τούρκικες λίρες . Η ανάγκη των λαών της ερήμου και της σαβάνας για τεράστιες ποσότητες αλατιού , εκανε το εμπόριο του κερδοφόρο όσο σχεδόν και του χρυσού.
  Οι κίνδυνοι ήταν μηδαμινοί, περισσότερο από τα στοιχεία της φύσης , παρά από τους λίγους θρασείς ληστές , που οι άνδρες του κόκκινου με τον Χακίμ επικεφαλής , εξόντωναν πανεύκολα. Ένα χρόνο τώρα από την εξαφάνιση της Μαρίας , ο κόκκινος , αφού έφαγε τον τόπο να την βρει , ταξιδεύοντας , πάνω και κάτω στον Νείλο , η οργώνοντας τεράστιες εκτάσεις του Σουδάν, για να την βρει, απελπισμένος αποφάσισε να παραιτηθεί από τον αιγυπτιακό στρατό και να ασχοληθεί με το εμπόριο , γύρω από το μέρος που χάθηκε η κοπέλα.
  Μάταια ο Γιουσούφ τον παρακάλεσε να μην πετάξει το μέλλον του ,αλλά να γυρίσει στο Κάιρο και στην αυλή του Μοχάμεντ. Με σπαραγμό καρδιάς έβλεπε να χάνει τον γιο του και η «εξαφάνιση» της άθλιας ελληνίδας , να γίνεται μπούμερανγκ , γυρνώντας τα δόλια σχέδια του , εναντίον του.
  Ο πόνος  στην καρδιά του Ελάχμαρ , παρά τον χρόνο , που ειχε περάσει , δεν μειωνόταν , άλλα αντίθετα αυξανόταν.
  Όσο ασχολιόταν με τα φορτία και τα ταξίδια , κάπως ξεχνιόταν και ζούσε φυσιολογικά. Τον καιρό όμως των βροχών , που για τέσσερις σχεδόν μήνες , οι καταρρακτώδεις βροχές και οι πλημμύρες , έκαναν την μετακίνηση των καραβανιών αδύνατη, ο νέος στο μεγάλο σπιτι , που ειχε χτισθεί στην όχθη του Νείλου , στο Χαρτούμ , έμοιαζε σαν το λιοντάρι στο κλουβί.
  Αυτό το φορτίο , ήταν και το τελευταίο για φέτος . Σε λίγες εβδομάδες θα άρχιζαν οι βροχές και θα κλεινόταν πάλι στο αναθεματισμένο σπιτι ,με το μυαλό συνέχεια στην αγαπημένη του.
   Ο αγγελιοφόρος  τους πρόλαβε σε απόσταση τριών ημερών από το Χαρτούμ. «εφέντι , ο μπάμπας σου πεθαίνει και ζήτησε να σε δει.» ήταν τα λογία του και ο Ελάχμαρ παίρνοντας λίγες προμήθειες μαζι του και δίνοντας τις απαραίτητες για την παράδοση του φορτίου εντολές στον Χακίμ, στράφηκε προς τα βορειοανατολικά , όπου βρισκόταν το Σετράμπ.
  Σπιρούνισε την Χάλιμα και γρήγορα άφησε πίσω τον σύνοδο του . ο φόβος ότι δεν θα  προλάβει ζωντανό τον αμπ του, τον έκανε , να κοιμάται το πολύ τέσσερις ώρες και να οδηγήσει την πιστή του Χάλιμα στα όρια της εξάντλησης. Ευτυχώς η λογική του επανήλθε , όταν συνειδητοποίησε ότι το κακόμοιρο το ζώο , δεν ειχε πλέον άλλες δυνάμεις να συνεχίσει σε αυτόν τον εξοντωτικό ρυθμό. Η φοράδα έκατσε στα μπροστινά της ποδια ,αρνούμενη να σηκωθεί.
  Ο κόκκινος αφού την πότισε και την ταΐσε μια από εκείνες τις πίτες από ζυμάρι που της άρεσαν, την άφησε στον ίσκιο μιας γιγαντιαίας συκιάς , να ξεκουραστεί σχεδόν μίση μέρα και όλη την νύχτα. Με παρόμοιους ρυθμούς ,σε μια εβδομάδα και κάτι έμπαιναν στο Σετράμπ.
  Ένα χωριό φτιαγμένο από αχυροκαλύβες με ένα φράκτη γύρω γύρω από ξύλινους πασσάλους. Αγελάδες γύρω από το χωριό κατά εκατοντάδες έβοσκαν στην παχιά χλόη , στην όχθη του μικρού ποταμού και  μαύρα παιδιά έπαιζαν στα ρηχά νερά του.
 Ο κόκκινος μπήκε στο χωριό και κατευθύνθηκε προς την καλύβα του Γιουσούφ. Σαν πλούσιος και ένας από τους σοφούς γέροντες του χωριού , ειχε μια από τις μεγαλύτερες και ψηλότερες καλύβες . έδεσε το άλογο του σε ένα από τους πάσσαλους της αυλής , ακούγοντας τα μοιρολόγια των γυναικών από το εσωτερικό του σπιτιού. Ο παλιός φίλος του μπάμπα του , ο Χασάν , βασιλιάς τώρα του χωριού , τον υποδέχτηκε στην είσοδο. «Είναι ακόμα ζωντανός παιδί μου , άλλα δεν θα τα καταφέρει. Το λιοντάρι του εκανε μεγάλη ζημιά. Ήθελε βλέπεις ,να πηγαίνει μόνος του και να μαζεύει τα βοτάνια του.  Δοκιμάσαμε ότι γιατρικό μας είπε , άλλα το ξέρει και ο ίδιος , δεν θα ζήσει για πολύ ακόμα. Όλο και όλο , ήθελε να ζήσει , μέχρι να σε δει».
 Ο Ελάχμαρ παραμέρισε την ψάθα που κάλυπτε την είσοδο , παίζοντας τον ρόλο της πόρτας και μπήκε στο σκοτεινό εσωτερικό.
39

  Στο φως μιας φωτιάς , που έκαιγε στο μέσο του χώρου , γύρω από ένα ψηλό κρεβάτι , μια ομάδα γυναικών που είχαν αρχίσει , τα μοιρολόγια , πριν ακόμα πεθάνει ο αμπ του. Κάτω από τις μαύρες μπούργκες , μόνο τα μάτια τους μπορούσε να διακρίνει , να τον κοιτούν γεμάτα περιέργεια.
  Παραμέρισαν για να μπορέσει να σταθεί πάνω από το κεφάλι του Γιουσούφ. Ο νέος , έμεινε άφωνος , βλέποντας , πόσο άσχημα τραυματισμένος ήταν ο μπάμπα του. Το δεξί χέρι του , ήταν ακρωτηριασμένο από τον ώμο σχεδόν . ενώ το στήθος του ήταν δεμένο με ματωμένους βαμβακερούς επιδέσμους.
  Το πρόσωπο του , με την χλομάδα του νεκρού, τονισμένη από το χαμηλό και τρεμάμενο φως , γυάλιζε από τον πυρετό , ενώ η άσχημη μυρωδιά της γάγγραινας , έφερνε στον κόκκινο αναγούλα. Πλησιάζοντας , περισσότερο ζήτησε ένα λυχνάρι από μια από τις γυναίκες .
  Το πλησίασε στο στήθος του Γιουσούφ και διέκρινε τα σημάδια της σηψαιμίας , που επιβεβαίωσαν τους φόβους του , που ειχε σχηματίσει , μυρίζοντας αυτή την απαίσια μυρωδιά , για άλλη μια φορά , μετά το νοσοκομείο της Αλεξάνδρειας. Το πύον από τις μολυσμένες πληγές του στήθους σχημάτιζε μαύρα αυλάκια , διακριτά πάνω στους κόκκινους ,από το αίμα, επιδέσμους.
  Ο Γιουσούφ άνοιξε τα μάτια του , έχοντας ακούσει την φωνή του. ‘ Ελάχμαρ , γιε μου , επιτέλους ήρθες!’ μουρμούρισε με μια σιγανή φωνή και ο κόκκινος ίσια , που κατάφερε να ακούσει. ‘Ναι μπάμπα , είμαι εδώ, ησύχασε σε παρακαλώ. Θα τα πούμε όλα , όταν συνέλθεις. Τώρα είσαι πολύ εξαντλημένος’, είπε ο νέος , συγκινημένος , παίρνοντας το αριστερό «καλό» του χέρι στο δικό του.
  Τα μάτια του αμπ , πλημμύρισαν από τα δάκρυα. ‘Σε ευχαριστώ παιδί μου , άλλα ξέρω ότι το άσσαντ (λιοντάρι) , μου εκανε μεγάλη ζημιά. Η μυρωδιά του θανάτου είναι συνέχεια στα ρουθούνια μου . Θεραπευτής είμαι , ξέρω ότι πεθαίνω από στιγμή σε στιγμή , γι’ αυτό και πρέπει να προλάβω να στα πω , παιδί μου, όλα αυτά, που σου έχω κάνει και βαραίνουν την ψυχή μου. Όλα γιε μου , όλα τα κακά που σου έκανα’.
  ‘ Σε παρακαλώ μπάμπα μην…’ προσπάθησε να τον σταματήσει ο κόκκινος. ‘Εγώ σε παρακαλώ παιδί μου , άσε με να τα βγάλω από μεσα μου και να σου ζητήσω συγχώρεση , για το κακό , που σου έκανα.’ Τον διέκοψε ο τραυματίας και ζήτησε να έρθει μεσα ο Χασάν.
  Ζήτησε τότε από το παλιό του πρωτοπαλίκαρο στην εκστρατεία στον Μοριά , να πει στον κόκκινο πως τον βρήκαν.
  Ο Ελάχμαρ με έκπληξη άκουσε την εξιστόρηση του , για το μικρό αγοράκι με τα κόκκινα κατσαρά μαλλιά, το σημάδι , του προφήτη , που τον γλύτωσε από τα δεινά της σκλαβιάς και τον εκανε αυτό που είναι σήμερα. Έναν τρανό πολεμιστή και ακέραιο χαρακτήρα , που ο θετός του πατέρας , καμαρώνει.
  ‘ εντάξει μπάμπα , καταλαβαίνω , πόλεμος ήταν , έχω πολεμήσει και εγώ και ξέρω. Με γλύτωσες από την δουλεία, με ανέθρεψες και με φρόντισες σαν παιδί σου . με έφτιαξες αυτό που είμαι σήμερα , όπως λέει και ο Χασάν. Που είναι το κακό , που πρέπει να συγχωρέσω;;;’ απόρησε ο νέος.
  ‘Μην βιάζεσαι αγόρι μου’, ίσια που ακούστηκε ο Γιουσούφ να λέει. ‘Άκουσε με μέχρι τέλους και προσπάθησε να με συγχωρέσεις , σε παρακαλώ. Πρόκειται για την Μαρία’.
  Το όνομα της αγαπημένης του , κλόνισε τον Ελάχμαρ και τον εκανε να περιμένει έκπληκτος για την συνέχεια της εξομολόγησης του Γιουσούφ.
 ‘βλέπεις καλό μου παιδί , εγώ φταίω για την εξαφάνιση της , όχι, όχι δεν είναι νεκρή’. πρόλαβε την ερώτηση του κόκκινου. ‘ Δεν την σκότωσα , απλώς την έβγαλα από την ζωή σου, ή έτσι νόμισα’. Γέλασε με πίκρα , προτού πάρει μια βαθειά ανάσα και συνεχίσει.
40

  Μα γιατί;; σε τι μπορεί να σε πείραξε η Μαρία;; αυτή ήταν ένας άγγελος και ήξερες πόσο την αγαπούσα, γιατί να την κάνεις να φύγει;; δεν καταλαβαίνω !!!!!!!’, ξέσπασε ο Ελάχμαρ , νοιώθοντας την οργή να αναδεύεται μεσα του σαν κόμπρα έτοιμη να τιναχτεί και να δαγκώσει.
  ‘Νόμιζα ότι το έκανα για το καλό σου. Τυφλωμένος από αυτή την σκλάβα , σε έβλεπα να καταστρέφεις το μέλλον σου , για χάρη της. Σου μάθαινε ελληνικά και σου φούσκωνε το μυαλό με τις βλακείες για την χώρα της. Το πάθος σου για τα κάλλη της δεν σε άφηνε να δεις το συμφέρον σου. Ο Αλλάχ να με συγχωρέσει , άλλα έτσι τα έβλεπα τότε, χωρίς να σκεφτώ , τις δικές σου ανάγκες’. τελείωσε την μικρή του έκρηξη μεταμέλειας ο Γιουσούφ.
  Mπάμπα , ξέχασες ότι και εγώ , έλληνας είμαι και ότι αγάπησα αυτό το κορίτσι;; πως μπορείς να λες ότι με αγαπάς σαν παιδί σου και είσαι υπερήφανος για μένα , όταν μεταφράζεις τα συναισθήματα και τις επιθυμίες μου ,  βάσει των δικών σου θέλω;; μπορεί στην Ελλάδα να μην με περίμενε κάνεις, αλλά με την Μαρία δίπλα μου , θα είχα μια ευκαιρία να επιστρέψω και να ζήσω στην πατρίδα των «πραγματικών»  προγόνων μου. Εδώ με περίμενε μια λάμπρη στρατιωτική καριέρα , μια ζωή σφαγών , διαταγών, παρελάσεων , μεσα στο αίμα  και στον θάνατο. Μην με παρεξηγείς άλλα δεν είναι αυτό που θέλω από την ζωή μου. Θέλω να γίνω θεραπευτής σαν εσένα , να υπηρετώ την ζωή και όχι τον θάνατο. Δεν είμαι δειλός ούτε ευθυνόφοβος , αλλά αυτό το κορίτσι , μου έδειξε πως η καλοσύνη και η βοήθεια , που δείχνουμε σε όσους μας έχουν ανάγκη , είναι αρκετές να γεμίσουν όχι μια , αλλά πολλές άδειες ζωές. Αυτά αγάπησα στην Μαρία και όχι τα κάλλη της , όπως λες. Τώρα έχεις καταστρέψει δυο ζωές , την δική της και την δική μου . δεν μπορώ να στο συγχωρέσω. Όχι αν δεν την βρω ζωντανή και υγιή. Μέχρι τότε δεν σε αναγνωρίζω πια σαν αμπ μου . Από υποχρέωση θα μείνω κοντά σου όσο με χρειαστείς , άλλα για μένα μέχρι την μέρα , που θα την βρω , θα είσαι ξένος’. Τα λόγια του Ελάχμαρ ήταν σαν μαχαιριά στην καρδιά του Γιουσούφ.
  ‘ Περίμενε παιδί μου , πριν με ξεγράψεις. Πολύ καιρό πριν , κατάλαβα ,πόσο λάθος έκανα . Δεν περίμενα να έρθω φάτσα στον θάνατο , για να μετανιώσω. Έτσι έχω κάνει την ερευνά μου . ο Χασάν έχει όλα τα στοιχεία του δουλεμπόρου , που πούλησα την Μαρία . Ξέρουμε ότι τώρα βρίσκεται στο Κάιρο και ασχολείται με το εμπόριο υφασμάτων. Αν τον βρεις θα μάθεις σε ποιον πούλησε την Μαρία και εύκολα θα την αγοράσεις από τον αφέντη της. Τα λεφτά, άλλωστε, δεν σου είναι πρόβλημα’.
 Ώστε αυτό ήταν , σκέφτηκε ο κόκκινος , την ειχε πουλήσει σαν σκλάβα, σαν καμιά τυχαία. Σκλάβα  ενώ ήξερε τα αισθήματα , που έτρεφε γι’ αυτήν και ότι η οικογένεια του Αχμέτ την ειχε απελευθερώσει . Τώρα που ήξερε θα την εύρισκε και θα την γυρνούσε στην πατρίδα της . Στον Μοριά της .
  Ναι ,τώρα πια αυτός θα ήταν ο σκοπός της ζωής του .
  41

  Δυο ημερόνυχτα, πάλεψε ο Γιουσούφ με τον θάνατο , μέχρι να υποκύψει. Ο Ελάχμαρ παρά την οργή του , για τις πράξεις του, έμεινε στο πλάι του και προσπάθησε να του ανακουφίσει τους φρικτούς πόνους . Στην βασιλική κηδεία , που του επιφύλαξαν οι συγχωριανοί του ,  το πτώμα συνοδευόταν στον τάφο από τους παλιούς του στρατιώτες .
  Ντυμένοι με τις επίσημες στολές κρατώντας λόγχες με  φτερά και φορώντας τις πράσινες μπέρτες , ήταν ένα μεγαλόπρεπες θέαμα , άξιο για την κατευόδωση του παλιού τους ίλαρχου.
  Ο Χασάν και ο κόκκινος με τα μακριά του μαλλιά να ανεμίζουν στον άνεμο , αποσπώντας τα βλέμματα θαυμασμού, όλων, ανδρών και γυναικών, για το κόκκινο χρώμα τους , ηγούντο της πορείας .
  Όταν η τελετή έλαβε τέλος , ο Χασάν τον κάλεσε στο δικό του καλύβι.
  ‘Ελάχμαρ , ο αμπ σου , μου ζήτησε να σου παραδώσω αυτά τα πράγματα’, είπε με επισημότητα και με ένα χτύπημα των χεριών του , ένας άνδρας έφερε ένα σκαλισμένο σεντούκι σεβαστών διαστάσεων. Ακολούθησε και άλλος ένας, φορτωμένος με ένα μπαούλο , με στίχους από το κοράνι σκαλισμένους σε όλη του την στιλπνή επιφάνεια.
  ‘Εδω μεσα βρίσκονται όλες οι γνώσεις , που βρήκε , ή μάζεψε τόσα χρόνια σαν θεραπευτής. Έκτος από δυο καμήλες , που θα σου χρειαστούν για να μεταφέρεις κάποια από τα πράγματα , όπως αυτά, όλα τα υπόλοιπα υπάρχοντα , συμφωνά με τα έθιμα του χωριού μας , βγαίνουν , κινητά και ακίνητα, σε πλειστηριασμό , ανάμεσα στους πλούσιους του τόπου μας. Τα χρήματα, σε χρυσές λίρες , που θα μαζευτούν , είναι δικά σου , συμφωνά με την επιθυμία του πρόγονου σου. Αν θες κάτι να μην πουληθεί , μπορείς να το πεις και να σου δοθεί’. Τελείωσε το επίσημο λογύδριο του ο Χασάν.
  Αφού οι δυο άνδρες κουβάλησαν τα φορτία τους, στο σπιτι του Γιουσούφ , ο κόκκινος άνοιξε το σεντούκι , για να βρει μεσα αρκετά υφασμάτινα σακουλάκια με επιγραφές στα αραβικά. Ήταν βότανα και θεραπευτικά χορτάρια , που ο αμπ του συνήθιζε να καβαλάει πάντα μαζι του.
  Το μεγάλο μπαούλο με τους στίχους από το κοράνι , ήταν γεμάτο από πολύ παλιούς πάπυρους  , άλλα και με σύγχρονα χαρτιά , όπως αυτά που χρησιμοποιούσε ο Ελάχμαρ για να κρατεί τους λογαριασμούς του.
  Οι πάπυροι ήταν γραμμένοι σε μια περίεργη γλώσσα , άλλοι είχαν επάνω αριθμούς γραμμένους με κάρβουνο . Μια μικρή ερευνά , απέδειξε ότι τα χαρτιά , ήταν στην πραγματικότητα οι μεταφράσεις των πάπυρων. Διάβασε περίεργα ονόματα , που πρώτη φορά τα έβλεπε στην ζωή του. Ασκληπιός, Αλκμαίων ,Εμπεδοκλής ,Ιπποκράτης , που παράπεμπαν σε  ιατρικές γνώσεις , από την αρχαία Ελλάδα. Ελλάδα !!! πάλι ο τόπος του, μπροστα του. Άρα οι πραγματικοί θεραπευτές από εκεί είχαν ξεκινήσει.
  Αφού λοιπόν ειχε σκοπό να γίνει και αυτός θεραπευτής , στην Ελλάδα ήταν το μέλλον του , άλλα πρώτα έπρεπε να βρει την Μαρία του.
42

  Η επιστροφή του στο σπιτι του Χαρτούμ , συνοδεύτηκε με τις προετοιμασίες του για την αναζήτηση του δουλεμπόρου. Ο Χακίμ που ειχε πουλήσει το αλάτι , τον βοήθησε να πουλήσει και το σπίτι μαζί με ότι δεν χρειαζόταν από τα πράγματα του. Κράτησε μόνο τέσσερις πιστόλες, το γιαταγάνι και την σπάθα του γαλλικού ιππικού , όπως και δυο στρατιωτικά μουσκέτα και δυο δίκαννα κυνηγητικά , εγγλέζικα, αγορασμένα στο παζάρι του Χαρτούμ από δυο χρεωκοπημένους άγγλους εμπόρους ελεφαντόδοντου.  Μαζι  και τα πράγματα του θεραπευτή, την κληρονομιά του αμπ του.
  Τα λεφτά που ειχε συγκεντρώσει τόσο καιρό από την πώληση του αλατιού , συν όσα κρατούσε για την Μαρία , από την πώληση των καμήλων και των οπλών των ληστών, στην όαση Αλφαζύγια , ένα αρκετα μεγάλο ποσό , μπήκε σε ειδική θήκη στην μέση του . Τα λεφτά από τον πλειστηριασμό των υπαρχόντων του Γιουσούφ , τα ειχε χαρίσει στα ορφανά του χωριού.
  Το όνομα του πρώην δουλεμπόρου και η διεύθυνση της καινούργιας  του δουλειάς , σαν υφασματέμπορου , ήταν τυπωμένα με πυρωμένα γράμματα στο μυαλό του , από την στιγμή που του τα έδωσε ο Χασάν.
  Την παραμονή της αναχώρησης του από το Χαρτούμ , ο Χακίμ τον πλησίασε με περίλυπο ύφος. ‘Εφεντι ‘μ’, ψέλλισε , ‘είμαι πια στα μεσα της πέμπτης δεκαετίας της ζωής μου. Χόρτασα , ταξίδια , περιπέτειες , μάχες και συγκινήσεις. Είναι πια ώρα να γυρίσω και εγώ στον τόπο μου και να κάνω οικογένεια.  Να κάθομαι και να απολαμβάνω τα παιγνίδια των παιδιών μου  και τις περιποιήσεις της γυναίκας μου. Γι’ αυτό θα με συγχωρέσεις , που σου ζητώ να μην σε συνοδέψω άλλο. Είμαι δίπλα σου δέκα έξι χρόνια . έχω διαλέξει δυο άνδρες , που σε υπηρετήσαν καλά τον τελευταίο χρόνο στα ταξίδια σου, σαν έμπορος αλατιού. Θα έρθουν μαζι σου και θα σε συντροφευόσουν στην αναζήτηση  της Μαρίας. Αν όμως δεν θέλεις να φύγω ,θα συνεχίσω να σε υπηρετώ , μιας και αυτό θα είναι το θέλημα του Αλλάχ’.
  Ο Ελάχμαρ με το πρόσωπο γυρισμένο , έτσι που ο Χακίμ , να μην δει την συγκίνηση του και τα βουρκωμένα του μάτια , του έδωσε την άδεια να φύγει , όπως και 50 χρυσές λίρες , μια ολόκληρη περιούσια , που αμέσως τον έκανε έναν από τους πιο πλούσιους του τόπου του.
  Με την συγκίνηση να τον διακατέχει ο γιγαντόσωμος Νούβιος τον εξαφάνισε μεσα στην αγκαλιά του και του ευχήθηκε να βρει την μικρή ελληνίδα του.
 ‘ Εύχομαι Ελάχμαρ να σου έρθουν όλα όπως τα επιθυμείς και ο πολυεύσπλαχνος Αλλάχ να σε βοηθήσει στο δύσκολο έργο σου’.
  Κατόπιν του έφερε τους δυο άνδρες , που ειχε ξεχωρίσει σαν συνοδούς του. Ο Ελάχμαρ δεν θα διάλεγε καλύτερους. Από όλους τους άνδρες ήταν οι πιο καλοί . ο Χουρσίτ και ο Φαρούκ.
 Δουλευταράδες και καλοί στο σημάδι , άριστοι ιππείς και ανεκτοί ξιφομάχοι , πρώην αιγύπτιοι στρατιωτικοί , στο πυροβολικό του Ιμπραήμ πασά. Γύρω  στα τριάντα τους , ξερακιανοί άλλα με καλοσχηματισμένους μύες στα άκρα τους.
  Τα πράγματα φορτωθήκαν  σε ένα νεότατο ατμοκίνητο πλοιάριο των 15 μέτρων , που θα τους πήγαινε , μέχρι τους επομένους καταρράκτες. Από κει θα βρίσκαμε άλλο πλοιάριο μέχρι τους άλλους καταρράκτες και με τον ίδιο τρόπο θα έφταναν στο Ασουάν. Από εκεί  ο πόταμος θα τους έφερνε στο Κάιρο και στον σκοπό του , την εύρεση του πρώην δουλεμπόρου. Μόνο την Χάλιμα , πήρε μαζι του ο κόκκινος, μην θέλοντας να την αποχωριστεί, θα αγόραζε ζώα στο Κάιρο , όταν και θα ήξερε ,που να ταξιδέψει για να βρει την Μαρία.
  Έτσι τον Δεκέμβριο του 1841 , ο κόκκινος άφησε για πάντα πίσω του το Σουδάν , γυρίζοντας πάλι στην Αίγυπτο.
  43

  Ούτε δυο εβδομάδες καλά καλά δεν κράτησε το ταξίδι μέχρι το Κάιρο. Μόνο οι μεταφορτώσεις τους καθυστερούσαν σε κάθε καταρράκτη και η επιμονή στην λεπτομέρεια του Ελάχμαρ , για να μην χαθεί κάποια από τις αποσκευές τους η καταστραφεί από την υγρασία.
  Ο κόκκινος με τυλιγμένα τα φλογερά μαλλιά σε ένα τουρμπάνι , αποφεύγοντας έτσι τα βλέμματα των επιβατών, αλλά και των άλλων περίεργων, που συναντούσαν στους καταρράκτες, πέρναγε τις ώρες του, στην πλώρη του κάθε πλοιαρίου , με το μυαλό του να τρέχει στην ανάμνηση του γέλιου της Μαρίας. Φαινόταν σαν να τον έψηνε ο πυρετός . Αλλάχ κάνε να είναι ζωντανή και υγιής , προσευχόταν συνεχώς.
  Στις αποβάθρες του κα΄ί΄ρου , τα πράγματα ξεφορτώθηκαν και τοποθετηθήκαν στις ράχες καμήλων , που αγόρασε ο Ελάχμαρ. Για τους δυο συνοδούς του πήρε δυο πουλάρια . άφησε τον Χουρσίτ να φυλή τα πράγματα και με τον Φάρου , κατευθύνθηκαν προς το παζάρι και το κατάστημα του πρώην δουλεμπόρου.
  Ρωτώντας , ποιος ξέρει που θα βρουν τον Αζίρ Αλή , όπως ήταν το όνομα του , γρήγορα βρέθηκαν σε μια στοά , που στο βάθος της , σύμφωνα με τον χοντρό και ιδρωμένο οδηγό τους ήταν το κατάστημα του Αζίρ.
  Ο κόκκινος μπήκε κοιτώντας γύρω του προσεκτικά τον χώρο , ενώ ο Φαρούκ του κάλυπτε τα νώτα .
  Ένας ψηλός και με μεγάλη κοιλιά άνδρας , ξεπρόβαλλε από το πίσω μέρος του μαγαζιού και με χαμόγελο απευθύνθηκε στον κόκκινο.
‘Καλημέρα σας ευλογημένοι από τον Αλλάχ πελάτες μου. Τι θα μπορούσα να κάνω για σας;;’
‘Θέλω μια πληροφορία’, ‘ Είσαστε ο Αζίρ Αλή ;; σωστά;;’ μπήκε στο θέμα κατευθείαν ο Ελάχμαρ. ‘Θέλω μια πληροφορία’, συνέχισε , βλέποντας την καταφατική κίνηση του άνδρα.
 Τελειώνοντας την  φράση του, άφησε μια χρυσή λίρα στον πάγκο , μπροστα στα άπληστα μάτια του .
  ‘Παρακαλώ εφεντι’μ’, ακούστηκε να λέει , γεμάτος δουλικότητα ο Αζίρ. ‘ τι θέλετε να μάθετε , που ο φτωχός Αζίρ , ξέρει;;’.
  ‘ Αν είσαι ειλικρινής μαζι μου , θα κερδίσεις 20 χρυσά νομίσματα , αν προσπαθήσεις όμως να με κοροϊδέψεις , θα σου πάρω το κεφάλι’, του είπε ο κόκκινος , ενώ παραμέριζε την κελεμπία του , αφήνοντας να φανεί η λαβή του γιαταγανιού του.
  ‘Όχι εφεντι’μ’ , παρακάλεσε με το πρόσωπο του χλωμό, ενώ ιδρώτας μούσκευε το μέτωπο του. ‘Ποιος θα προτιμούσε το κοφτερό σπαθί από τον ήχο των χρημάτων που κουδουνίζουν στο πουγκί του;;’
‘Ωραία λοιπόν’, άρχισε την ανάκριση ο Ελάχμαρ. ‘ που βρισκόσουν πέρυσι τέτοια εποχή περίπου;;’.
  ‘ στο Σουδάν σε μια ασήμαντη πολη στις όχθες του Νείλου , την Ατμπάρα. Είμαι σίγουρος , πως  ένας εφέντι σαν εσάς δεν έχει ποτέ του ακουστά.’
  ‘και τι δουλειά έκανες εκεί;;’ , τον διέκοψε απότομα ο κόκκινος.
  ‘ εμπόριο βασικά’ απάντησε με ελαφριά επιφύλαξη. ‘Γιατί;;’
  ‘ πρόσεξε καλά τι θα πεις τώρα’, τον αγρίεψε ο Ελάχμαρ, τραβώντας το γιαταγάνι και ακουμπώντας το στον πάγκο ακριβώς κάτω από το τρομοκρατημένο βλέμμα του εμπόρου. ‘Όταν  λες εμπόριο εννοείς και σκλάβους;;’
 ‘ δεν χρειάστηκε να ακούσει την απάντηση του , γιατί ο Αζίρ ξεροκάταπιε τόσο δυνατά από το φόβο , που ακούστηκε  μέχρι έξω  στον πολύβουο δρόμο’

Δεν υπάρχουν σχόλια: