"Ο ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ" ΚΕΦΑΛΑΙΑ 22-28
22
Τους πήρε σχεδόν μια εβδομάδα , μέχρι
το Ουάντι χαλφα με την παρέα να μην συναντά ιδιαίτερα προβλήματα , πέραν του
κρύου κατά την διάρκεια της νύχτας και την απώλεια μιας καμήλας , που έσπασε το
πόδι της αναγκάζοντας τον Χακίμ να την σκοτώσει.
Μοίρασαν το φορτίο της στις υπόλοιπες
και συνέχισαν τον δρομο τους. Ο Αχμέτ έδειχνε
να μην τον κουράζει η πολύωρη καθημερινή τους πορεία , πάνω στη πολυθρόνα - αμαξίδιο
, ησυχάζοντας έτσι τους φόβους για το αντίθετο , του κόκκινου.
Άλλωστε η Μαρία ήταν συνέχεια στο
πλευρό , του εκτός από τις στιγμές που ετοίμαζε το γεύμα ή το τσάι τους.
Το μονοπάτι τις δυο τελευταίες
μέρες ακλουθούσε τον ποταμό , με αποτέλεσμα το φτωχικό τους μέχρι τότε γεύμα να
εμπλουτιστεί με κυνήγι πουλερικών άλλα και μικρών ζώων . η Μαρία τα μαγείρευε η
τα έψηνε υπέροχα , κερδίζοντας τα συγχαρητήρια όλων.
Η άφιξη τους στο Ουάντι Χαλφα ήταν
ευκαιρία να ανεφοδιαστούν με φρέσκες προμήθειες και νερό , όπως και να
αγοράσουν μια καινούργια καμήλα. Επιδιόρθωσαν τους τροχούς των οχημάτων και
άλλαξαν όσα λουριά από τα ζώα και τα υποζύγια , έδειχναν αρκετά ταλαιπωρημένα.
Τις επόμενες δυο εβδομάδες θα διέσχιζαν μια έρημο , με ελάχιστες οάσεις και
πηγάδια νερού , που ταυτόχρονα έβριθε από ληστές . όλα έπρεπε να δουλεύουν
ρολόι. Ο Ελάχραμ με τον Χακίμ , φρόντισαν για όλα , αφήνοντας το Γιουσουφ και
τους άλλους να ασχοληθούν με τους εαυτούς τους. Ο γιουσουφ τους πήρε μέχρι το
παζάρι της πόλης , όπου ο Αχμέτ αγόρασε στην Μαρία , μια υπέροχη μαντήλα , βαμμένη
στο κόκκινο της χέννας.
Πήρανε επίσης μερικά ζευγάρια
δερμάτινα σανδάλια για όλους.
Μόλις ένοιωσαν έτοιμοι και
ξεκούραστοι πέρασαν με το πορθμείο στην ανατολική όχθη του ποταμού . Μετά τα αραιά δένδρα της όχθης και μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι , απλωνόταν
η έρημος . Για να μην βουλιάζουν οι τροχοί στην άμμο , είχαν διπλώσει , γύρω
από το στεφάνι κάθε τροχού , μια κουβέρτα. Έτσι
η επιφάνεια πρόσφυσης μεγάλωνε κάνοντας πιο εύκολο το πέρασμα πάνω από
τα αμμώδη σημεία του μονοπατιού.
Η πορεία τους πια δεν ήταν τόσο
γρήγορη σαν τις προηγούμενες μέρες. Το κάρο και το αμαξίδιο του Αχμέτ , πολλές
φόρες έπρεπε να τα βοηθούν να περάσουν από μαλακά σημεία ή βαθιές αυλακιές του
δρόμου. Σύμφωνα με τον παλιό γαλλικό χάρτη , η επομένη όαση απείχε
4 μέρες . μέχρι τότε το νερό ήταν υπεραρκετό όπως και η τροφή . το μόνο που
ανησυχούσε τον κόκκινο ήταν οι ληστές , γι’αυτό και έκανε μακριές περιπολίες
μπροστά από την ομάδα του , ψάχνοντας για τα ίχνη των κακοποιών . Δυο φορές
βρήκε τσακισμένα κάρα και μερικούς νεκρούς ,αλλά δεν άφησε τους άλλους να δουν
τίποτα και μόνο ενημέρωσε τον Χακίμ. Όποτε έβρισκε την ευκαιρία ανέβαινε στους
αμμόλοφους και με το μικρό του τηλεσκόπιο , δώρο του σολε΄ι΄μάν πασά , έλεγχε
για σύννεφα σκόνης η άλλα σημάδια ανθρώπινης παρουσίας τον γύρω χώρο.
Το μεσημέρι της τρίτης μέρας ο Χακίμ
γύρισε αλαφιασμένος , λέγοντας του ότι ιππείς τους ακλουθούσαν, από το σύννεφο
σκόνης, που σήκωναν ,έδειχναν ότι ήταν αρκετές δεκάδες άλογα η καμήλες .
Ο Ελάχμαρ τον διέταξε να τους
πλησιάσει , χωρίς να τον αντιληφτούν και να γυρίσει γρήγορα με πληροφορίες για
τον αριθμό και τον οπλισμό τους.
23
Μέχρι την επιστροφή του , ο κόκκινος
ενημέρωσε τους άλλους για την επικίνδυνη κατάσταση. Δυστυχώς η όαση και η φρουρά
, που στρατωνίζονταν εκεί απείχαν σχεδόν μιας μέρας δρομο. Έπρεπε λοιπόν να τους αντιμετωπίσουν εδώ και τώρα
, αλλά με τους δικούς τους ορούς. Αφού έδωσε εντολή λοιπόν , να βγουν τα
μουσκέτα και οι κουμπούρες από το ξύλινο οπλοκιβώτιο και να γεμιστούν, ανέβηκε στην κορυφή του κοντινότερου
αμμολόφου , ψάχνοντας γύρω του για κάποια φυσικά οχυρή θέση άμυνας. Ο γρανιτένιος
βράχος σε απόσταση κάνα δυο χιλιόμετρων , του φάνηκε ιδανικός. Αν ταμπουρώνονταν
κοντά στην κορυφή , θα είχαν άνετο πεδίο βολής να εξοντώσουν τους περισσότερους
ληστές , προτού έρθουν αρκετά κοντά για να χρησιμοποιήσουν τα γιαταγάνια τους.
Τράβηξαν λοιπόν γραμμή για τον βράχο.
Μέχρι να φτάσουν , η Μαρία είχε γεμίσει
τις οκτώ πιστόλες και ο γιουσουφ με τον Αχμέτ τα δώδεκα μουσκέτα.
Ο Αχμέτ κουβαλήθηκε με κόπο στην κορυφή
του βράχου με την Μαρία δίπλα του , οπλισμένη με δυο πιστόλες. Λίγο πιο κάτω
στα αριστερά του ο Γιουσούφ με τρία μουσκέτα και δυο πιστόλες. Στο κέντρο ο Ελάχμαρ
και όταν με το κάλο γύρισε ο Χακίμ , ανέλαβε την δεξιά πλευρά. Πριν πάει στην
θέση που τον έστελνε ο αρχηγός του ,ανέφερε: ‘ εφεντι , είναι περίπου δέκα
φόρες τα δάκτυλα του ενός χεριού , με καμήλες και οπλισμένοι με ότι όπλο
μπορείς να φανταστείς, μέχρι και λόγχες του ιππικού έχουν μερικοί.’
‘ Εντάξει φίλε μου, πήγαινε στην θέση σου τώρα και ζήτησε από τον Αλλάχ να
μας βοηθήσει.’
Καθένας τους είχε ένα μικρό ασκό γεμάτο
μπαρούτι , έναν άλλον με νερό και αρκετά βόλια στο ταμπούρι του. Τα ζώα και τα οχήματα
, ήταν πίσω από τον βράχο , κρυμμένα στον ίσκιο.
Δεν χρειάστηκε να περιμένουν πολύ. Το ασκέρι των ληστών φάνηκε στον ορίζοντα
να πλησιάζει , με τον μπροστάρη τους να ψάχνει για τα ίχνη του κάρου.
Ο κόκκινος που τους παρακολουθούσε
μέσα από το μονοκυαλο , τον είδε να δείχνει καθαρά προς το μέρος τους.
Γύρισε στους δικούς του και τους
ζήτησε να εξακολουθήσουν να είναι καλυμμένοι και να μην ανοίξουν πυρ , πριν από
την εντολή του.
Οι ιππείς γύρισαν προς και κατευθύνθηκαν
προς τον βράχο με τον περίεργο καλπασμό της καμήλων τους.
Ο Ελάχμαρ , κοίταξε δεξιά και
αριστερά τους δικούς του , ψιθυρίζοντας, ‘υπομονή αφήστε τους να πλησιάσουν
αρκετά.’
Οι ληστές πλησίαζαν ανύποπτοι για
τον θάνατο , που τους περίμενε. Ήταν τελείως ακάλυπτοι και σχημάτιζαν ένα
άμορφο μπουλούκι, ιδανικό στόχο για τους έμπειρους παλιούς πολεμιστές της
παρέας του κόκκινου , που ακόμα και στραβοί να ήταν με τόσα σώματα μπροστά τους
στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο , οι σφαίρες τους θα εύρισκαν σάρκα , στα
σίγουρα.
Τα γαλλικά σαρλεβιλ(charleville) , μουσκέτα του αιγυπτιακού στρατού με διαμέτρημα 0,45 της ίντσας , ήταν
φημισμένα για την ανακρίβεια των βολών τους. Γι’αυτό και οι πεζικάριοι τα
χρησιμοποιούσαν , μόνο σε κοντινές κάτω των εκατό μέτρων αποστάσεις. Σε αυτή
την απόσταση το βαρύ βόλι , πραγματικά διέλυε ότι χτυπούσε.
Έτσι κι ο Ελάχμαρ , περίμενε να
μπουν στην ακτίνα των εκατό μέτρων οι πρώτοι ιππείς, πριν σηκώσει το χέρι του
δίνοντας το σήμα για να γαυγίσουν τα
τέσσερα μουσκέτα σωριάζοντας στο έδαφος αντίστοιχους στόχους τους.
Οι ληστές κοκάλωσαν από την έκπληξη
τους , προτού δεχτούν την δεύτερη ομοβροντία των επόμενων βολών , με πάλι το ίδιο
αποτέλεσμα . τα τελευταία γεμισμένα μουσκέτα
, έριξαν πια στις γυρισμένες πλάτες των έντρομων κακοποιών , που έτρεχαν να
σωθούν. Τουλάχιστον 10 , κείτονταν νεκροί στο χώμα .
24
‘ θα ξαναγυρίσουν εφεντι’μ και
οργανωμένα αυτή την φορά’ φώναξε ο Χακίμ. ‘ Το ξέρω καλέ μου φίλε , το ξέρω. Τα
τσακάλια δεν εγκαταλείπουν εύκολα την λεία τους, ξέρουν και από τα ίχνη μας ότι
δεν είμαστε πάνω από 4-5 , όποτε , ναι θα γυρίσουν. Γεμίστε πάλι τα μουσκέτα
σας και ετοιμαστείτε για μάχη σώμα με σώμα. . Αχμέτ , εσύ εκεί πάνω , μην
κάνεις τον ήρωα , απλώς πυροβόλησε όσους μπορείς και συ Μαρία κοίτα να γεμίζεις
τις κουμπούρες και να ρίχνεις στο ψαχνό. Με την βοήθεια του Αλλάχ θα τους
ξεφορτωθούμε γρήγορα.’
Μέσα του ήξερε ότι το πρόβλημα δεν
θα λυνότανε με ευχές ή προσευχές. Αυτή την φορά τα καθάρματα θα έπεφταν πάνω
τους και οι τρεις τους , αν σκεφτείς ότι ο Αχμέτ και η Μαρία δεν μπορούσαν να
παλέψουν , έπρεπε να τα βάλουν με δεκαπλάσιους σχεδόν εχθρούς , ξιφομαχώντας
αυτή την φορά. Όλα έπρεπε να τελειώσουν πριν νυχτώσει και τους περικυκλώσουν οι
φονιάδες ,καλυμμένοι από το σκοτάδι.
Η ώρα περνούσε και οι εχθροί δεν φαίνονταν
πουθενά.
Γρήγορα έπεσε σκοτάδι καθώς ο ηλιος έδυσε
και ένα θολό μισοφέγγαρο φώτισε αδύναμα την έρημο γύρω τους.
Δεν φαινόταν καμιά κίνηση γύρω από
τον βράχο , άλλα ο Ελάχμαρ , ήταν σίγουρος ότι ήταν εκεί και ετοιμαζόντουσαν
για να τους επιτεθούν.
Η ιδέα του ήρθε από μια άσκηση που είχε δει από τους πυροβολητές. ‘Μαρία’,
φώναξε, ‘ριξε μου έναν ασκό με μπαρούτι.’ Ο ασκός περιείχε δόσεις μπαρουτιού σε
χάρτινη θήκη , έτοιμες για την τοποθέτηση τους στο όπλο με την μακριά βέργα
όπλισης και καθαρισμού. Η Μαρία γλίστρησε διπλά του μέσα στο σκοτάδι και με
σταθερό χέρι , του έδωσε το μικρό σάκο.
Ο Ελάχμαρ ,συνειδητοποίησε ξαφνικά ,ποσό άφοβη ήταν . Άλλες στην θέση της θα
μοιρολογούσαν για τον επερχόμενο χαμό τους ή θα είχαν λουφάξει τρεμάμενες σε
ένα βράχο περιμένοντας το κισμέτ τους.
‘Αν πέσουμε εμείς , κοίτα να πάρεις
το άλογο μου και να τρέξεις να σωθείς.’ Ήταν το μονό που μπόρεσε να πει σε αυτό
το ηρωικό κορίτσι. Αυτή τον κοίταξε με ένα χαμόγελο , όπως του φάνηκε ,προτού
του γυρίσει την πλάτη και επιστρέψει γοργά
στην θέση της , δίπλα στον Αχμέτ.
Ο ασκός πετάχτηκε ψηλά στον αέρα και
λίγο πριν ακουμπήσει το έδαφος στην ρίζα του βράχου , μπροστά του , το βόλι από
την κουμπούρα του το έκανε να εκραγεί και κάτω από τις φλόγες να φανούν οι ληστές
ξαπλωμένοι , κάτω ακριβώς από τα ταμπούρια τους και έτοιμοι να πηδήξουν επάνω
τους. Τέσσερα μουσκέτα βρόντηξαν ταυτόχρονα και άλλα τέσσερα και άλλα τέσσερα ,
μέχρι που δεν υπήρχαν άλλα γεμισμένα. Κάτι
λιγότεροι από 30 πλιατσικολόγους έστεκαν όρθιοι και αλαλάζοντας ξεχυθήκαν επάνω
στους τρεις άνδρες. Μερικές βολές από τις κουμπούρες του κόκκινου και της παρέας
του σώριασαν μερικούς ακόμα , αλλά οι υπόλοιποι , έπρεπε να αποκρουστούν με τα σπαθιά.
Ο τεράστιος Χακίμ όρμησε πρώτος εναντίον
τους , κραδαίνοντας το γιαταγάνι του και
μπήγοντας το , σε δυο τρία κορμιά , που δεν πρόλαβαν να τραβηχτούν . Τον ακολούθησε
σε ορμή ο Ελάχμαρ , ενώ ο γιουσουφ ήδη πάλευε με τρεις από δαύτους. Που και που
οι πιστόλες του Αχμέτ και της Μαρίας σώριαζαν και κάποιον στα βράχια από κάτω
τους.
25
Ο Ελάχμαρ , παραμερίζοντας ένα ξίφος , αποκρούοντας το , χτύπησε
τον πρώτο ληστή , που είδε μπροστά του , με όλη του την δύναμη. Η λάμα του χώθηκε , μέχρι την μέση του λαιμού
του αντιπάλου του και το αίμα από την κομμένη αρτηρία , πετάχτηκε σαν πίδακας
και τον έλουσε , στο πρόσωπο και το στήθος.
Το ζεστό υγρό και η μυρουδιά του πάνω
στο δέρμα ,
τον έκανε να βγάλει μια πολεμική κραυγή , πριν σπρώξει το σπαθί του , μέσα
στην κοιλιά του επομένου και αφού το τράβηξε , αφήνοντας το ήδη νεκρό κορμί να κυλίσει
στα βράχια , έπληξε τον επόμενο στον ωμό κόβοντας το χέρι του εχθρού από την βάση.
Μια σύντομη σπαθιά στην καρδιά , έβαλε τέρμα στην αγωνία του τραυματισμένου κακοποιού. Δίπλα του στα αριστερά του ο Χακίμ εκμεταλλευόμενος
το φοβερό του παράστημα , με το ένα χέρι έσφαζε και με το άλλο είχε πιάσει από
τον λαιμό ένα από αυτούς και τον έπνιγε σαν κοτόπουλο , κάνοντας τους υπολοίπους
ληστές γύρω του να κρατιούνται μακριά του , σε απόσταση ασφαλείας.
Στα δεξιά του ο μεσήλικας Γιουσούφ
είχε ήδη δυο πτώματα στα πόδια του και μόλις σώριαζε το τρίτο , ενώ το μούσι
του έσταζε αίμα.
‘Εύχομαι των άλλων’ σκέφτηκε ο
κόκκινος. Ήδη το πλήθος των αντιπάλων είχε μειωθεί αισθητά άλλα και πάλι
υπερτερούσαν ένας προς πέντε τουλάχιστον , απέναντι στους τρεις πολεμιστές.
‘Είμαστε όλοι καλά;;’, φώναξε πάνω
από τους ήχους της μάχης, ενώ έσπρωξε με
μια αμυντική κίνηση , θαρρείς βγαλμένη από το εγχειρίδιο ξιφασκίας της σχολής
των γάλλων αξιωματικών , το γιαταγάνι , που κατευθυνόταν προς το στήθος του .
Από ψηλά πίσω του άκουσε τα ‘ναι’
του Αχμέτ και της Μαρίας. Τόση ώρα είχαν μείνει αμέτοχοι , φοβούμενοι ότι τα
πύρα τους θα χτυπούσαν τους δικούς τους.
‘ναι’ ακούστηκε και από τους δυο άλλους. ‘Γερά παιδιά , κοντεύουμε πάνω
τους’ , φώναξε με όλη του την δύναμη ο Ελάχμαρ , ενώ γκρέμιζε με ένα χτύπημα
έναν ακόμα από τους τρομοκρατημένους πια ληστές.
Ο τρόμος τους μπροστά στις απώλειες
τους και η απόγνωση , τους έδιναν την δύναμη τους να συνεχίζουν να πολεμούν, άγρια τώρα και χωρίς
δισταγμούς. Όμως ήταν φανερό ότι , αργά
ή γρήγορα θα έχαναν την μάχη και θα έπεφταν νεκροί από τα σπαθιά αυτών των διάβολων.
Ξαφνικά ο κόκκινος άκουσε τη φωνή
της Μαρίας, ανάμεσα σε πιστολιές, ‘εφεντι’μ ,βοήθεια, τον σκοτώνουν’. Αμέσως με
δυο δρασκελιές των μακριών ποδιών του βρέθηκε στο ταμπούρι του Αχμέτ και της Μαρίας.
Δυο εχθροί ήταν ήδη νεκροί στα πόδια της
Μαρίας , που απεγνωσμένα , πάλευε να γεμίσει μια κουμπούρα , ενώ ένας ακόμα ήταν
σωριασμένος πάνω στον Αχμέτ, που έσπρωχνε
με όλη του την δύναμη των χεριών του να απελευθερωθεί
και να αποκρούσει έναν τέταρτο που τον τρυπούσε στο πλάι του στήθους , με μια λόγχη
του ιππικού. Ο Ελάχμαρ έβλεπε μέσα στο λιγοστό φως , το αίμα να αναβλύζει από
την πληγή του μαύρο και να λερώνει την φαρδιά του λεύκη πουκαμίσα.
Μια σπαθιά του κόκκινου έκοψε σχεδόν
στην μέση τον λογχοφόρο, προτού σκύψει και ελευθερώσει τον Αχμέτ από το βάρος
του νεκρού σώματος.
26
Όσο ο κόκκινος έσωζε τους άλλους , ο Χακίμ και ο Γιουσούφ ανάγκαζαν τους
τελευταίους 7-8 όρθιους ακόμα ληστές , να πετάξουν τα όπλα τους και να ζητήσουν
έλεος.
Ο Χακίμ στράφηκε προς τον κόκκινο
και διάβασε στο πρόσωπο του την απόφαση του. Τους έβαλε να δέσουν ο ένας τα
χέρια του άλλου και αφού τους ανάγκασε να γονατίσουν τους αποκεφάλισε έναν , έναν και πέταξε τα κορμιά τους κάτω από
τα βράχια. Όσο σκληρό και αν ήταν , άλλο
τόσο ήταν αναγκαίο. Δεν περίσσευε ούτε
νερό ούτε άνθρωπος να τους φρουρεί, μόλις συνέρχονταν από την τρομάρα τους οι
κακούργοι θα έψαχναν τρόπο να τους σφάξουν όλους και να το σκάσουν με τα
πράγματα τους . Άλλωστε και η όαση ήταν μιας μέρας και μιας νύχτας δρόμος
μακριά.
Μετέφεραν προσεκτικά τον Αχμέτ στο
κάρο και ο Γιουσούφ άνοιξε το σακούλι με τα θαυματουργά του βοτάνια. Πρώτα
καθάρισε την πληγή και έβγαλε το γεμάτο αίματα ρούχο του παλληκαριού.
Η πληγή ήταν μεγάλη και το αίμα έτρεχε
άφθονο. Έδεσε το τραύμα με επιδέσμους , γύρω
γύρω από το στήθος του και έβαλε επάνω στην πληγή , διάφορα αιμοστατικά βότανα
και απολυμαντικά επίσης , μιας και η ενασχόληση με τις πληγές τόσα χρόνια ,του είχε
δείξει ότι το μουρχούτ , όπως και άλλα παρεμφερή χορτάρια , διατηρούσαν την πληγή
καθαρή και μακριά από τις γάγγραινες , που οδηγούσαν στον ακρωτηριασμό και σε περιπτώσεις
σαν του Αχμέτ στον θάνατο από μόλυνση.
Ο κόκκινος τον πλησίασε και τον
ρώτησε , ‘ τι βλέπεις μπάμπα , θα την γλυτώσει;;’ . Το βλέμμα του Γιουσούφ ήταν δακρυσμένο όταν
τον κοίταξε και κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. ‘Όχι παιδί μου, οι πληγή είναι
πολύ βαθιά για να γιάνει , ίσως αν είμαστε σε κάποιο νοσοκομείο , αλλά εδώ στην
μέση του πουθενά , το μονό που μπορώ είναι να καθυστερήσω το αναπόφευκτο.’
‘Επίσης’, συνέχισε η μετακίνηση του
,θα χειροτερεύσει τα πράγματα.’
‘Τότε θα μείνετε εδώ και εγώ θα
ψάξω για την ίλη του ιππικού . Ίσως έχουν κάποια φάρμακα μαζί τους και μπορούν
να βοηθήσουν.’
Απάντησε ο Ελάχμαρ. Για να ακούσει τον θεραπευτή να του λέει:
‘Τζάμπα κόπος παλληκάρι μου, τις δυο μέρες που θα κάνεις να πας και να έρθεις
, η μόλυνση θα έχει προχωρήσει πάρα πολύ για να γίνει ένα θαύμα. Δεν μπορείς να πας κόντρα στο θέλημα του Αλλάχ’
Η Μαρία , κάτωχρη έστεκε γονατιστή
στο πλάι του Αχμέτ. Του κρατούσε σφικτά το χέρι και του χάιδευε τα μαλλιά.
Ο κόκκινος έβλεπε μια τούφα μαύρα μαλλιά
να έχει ξεφύγει από την μαντήλα της και θαύμαζε το όμορφο προφίλ του θλιμμένου
προσώπου της , μέχρι το βογγητό του τραυματία να τον φέρει πίσω στην άσχημη
πραγματικότητα.
Αποφάσισε να φύγει για την όαση ,
όταν άκουσε τον Αχμέτ να προφέρει με κόπο το όνομα του.
‘Αμπντούλ , σε παρακαλώ, θέλω να
σου μιλήσω’, είπε , προτού ένας βήχας τον πνίξει και γεμίσει το στόμα του με αίμα.
«Κακό σημάδι» , σκέφτηκε ο κόκκινος.
Έσκυψε πάνω από τον φίλο του , προσπαθώντας να μείνει ψύχραιμος για το
χατίρι του άλλα συνειδητοποιώντας και για την Μαρία.
27
H Mαρία, του σκούπισε τα χείλια και του σήκωσε το κεφάλι, για να μην πνιγεί
από το αίμα του. Ο Ελάχμαρ , γονάτισε δίπλα στον φίλο του με την
ψυχή του μαύρη από την θλίψη και τον πόνο.
‘Αμπντούλ’, τον αποκάλεσε
, δεύτερη φόρα μεσα σε λίγα λεπτά με το σχεδόν ξεχασμένο πια όνομα του , ο Αχμέτ.
‘ Φίλε μου είσαι ότι καλύτερο μου έτυχε
στην ζωή μου’ έβηξε πάλι αίμα και συνέχισε , ‘ πριν από μερικούς μήνες ήμουν νεκρός
και με ξανάφερες στην ζωή. Δεν μπορείς όμως να με ανασταίνεις συνέχεια. Τους τελευταίους , αυτούς μήνες έζησα την πιο ευτυχισμένη
περίοδο της ζωής μου , χάρη σε σένα και την φιλία , που μου έδειξες. Σε ένοιωσα δίπλα μου….’ έβηξε και πνίγηκε στον
βήχα και στο αίμα του αυτή την φόρα . Ανήσυχος
ο κόκκινος του ζήτησε να σταματήσει να μιλά και να ηρεμήσει.
Πέρασαν λίγα
λεπτά με τον Αχμέτ να έχει πέσει σε λήθαργο και τον
Ελάχμαρ , να βηματίζει νευρικός γύρω του. Ο Γιουσούφ τον πλησίασε και τον αγκάλιασε από
τους ώμους.
‘Πήγαινε να φας
κάτι παλληκάρι μου και να ξεκουραστείς , δεν μπορείς να του προσφέρεις τίποτε
αν δεν ησυχάσεις και αποκτήσεις πάλι τις δυνάμεις σου.’
‘Πως να ηρεμήσω μπάμπα , όταν ο καλός μου φίλος
,που ειχε πια τόσο όρεξη για την ζωή, πεθαίνει , γιατί με εμπιστεύτηκε και με ακολούθησε
σε αυτό το μακρύ ταξίδι και εγώ τι έκανα;;; αντί να φανώ άξιος της εμπιστοσύνης
του και να τον προστατεύσω , τον οδήγησα στον χαμό του.’
‘ Όχι παιδί μου ,
μην σκέπτεσαι έτσι, χωρίς εσένα ο Αχμέτ θα ειχε αυτοκτονήσει , αργά ή γρήγορα .
Με σένα έζησε σχεδόν σαν κανονικός άνθρωπος και όχι σαν σακάτης τους
τελευταίους μήνες της ζωής του. Τον έφερες πίσω από τον τάφο , που ειχε μπει ζωντανός
και τον έκανες ευτυχισμένο. Οι πιο πολλοί άνθρωποι δεν έχουν την ευκαιρία να
ζήσουν τόσο ανέμελα και χαρούμενα , ποτέ στην ζωή τους. Ο παντοδύναμος Αλλάχ σε έφερε στον δρομο του
για να ζήσει λίγο περισσότερο , αλλά τώρα ήρθε η ώρα του και δεν μπορείς να τ’
αλλάξεις , όμως δεν είναι στο χέρι σου να πας κόντρα στην μοίρα κανενός . Ο
φίλος σου έζησε παραπάνω , γιατί εσύ του το χάρισες.’
Τα λόγια του αμπ
του , κάπως ηρέμησαν το παλληκάρι και τράβηξε προς την φωτιά που ειχε βάλει ο
Χακίμ , δίπλα στο κάρο με τα εφόδια. Τον βοήθησε να μεταφέρουν προσεκτικά τον αναίσθητο
Αχμέτ δίπλα στις φλόγες και μετά έκατσε να φάει δυο πίτες από αραβικό ζυμάρι και να πιει λίγο νερό.
Ειχε αρχίσει να χαράζει
όταν ένα χέρι , σκουντώντας , τον ξύπνησε από τον ύπνο , που ειχε βυθιστεί ,
νικημένος από την κούραση της μάχης. ‘εφεντι’μ ,ο Αχμέτ..’ είπε η Μαρία. ‘τι ;;
πες μου ;;’ την διέκοψε με αγωνιά.
‘Ακόμα ζει ,
απλώς σε ζήτησε να σου μιλήσει , πριν ….’
ξέσπασε κλαίγοντας η κοπέλα. ‘πεθαίνει κύριε μου’
Ο κόκκινος συγκλονισμένος
από τον πόνο της , έτρεξε γρήγορα στο πλάι του Αχμέτ. Αυτός ίσα που ανάπνεε και
η φωνή του ειχε σχεδόν σβήσει τόσο , που ο Ελάχμαρ με πολύ κόπο τον άκουγε.
‘φιλέ μου , φεύγω με την τιμή να σε έχω φίλο και αρχηγό μου. Σε
ευχαριστώ για όσα μου πρόσφερες , όταν πίστευα ότι δεν είχα πια ζωή. Μια χάρη μόνο
θα σου ζητήσω , προτού ο Αλλάχ με πάρει .’
‘Ότι θες κάλε μου
φιλέ ,μόνο μην κουράζεσαι , θα γίνεις καλά.’ Προσπάθησε να του δώσει κουράγιο ο
κόκκινος.
‘Μη , Αμπντούλ, μη
προσπαθείς να με ξεγελάσεις , ξέρω ότι πεθαίνω σε λίγο και άσε με να σου πω τι θέλω
, από σένα.’ Ακούστηκε ο ψίθυρος του Αχμέτ. ‘ μόνο ένα πράγμα , να φροντίσεις η
Μαρία να πάρει το χαρτί της απελευθέρωσης από το γραφείο του πάτερα μου και να
την βοηθήσεις σαν πραγματική σου αδελφή.’
Ο Ελάχμαρ τον κοίταξε
στα μάτια , λέγοντας ‘έχεις τον λόγο μου αδελφέ μου.’
Προτού ο ηλιος σκαρφαλώσει
στο ένα τρίτο του ουρανού , ο Αχμέτ ξεψύχησε στα χέρια της Μαρίας.
Τον έθαψαν εκεί
στον ίσκιο του βράχου , σκεπάζοντας το νεκρό κορμί , με άφθονες πέτρες.
28
Η παρέα του Ελάχμαρ , αφήνοντας πίσω τους τον τάφο του Αχμέτ και καμιά πενηντάρια πτώματα ληστών , να τα λειώνει ο ηλιος και να τα τρώνε τα
όρνεα , μέχρι να μείνουν μόνο τα άσπρα τους κόκκαλα, ξεκίνησε πάλι την πορεία
της , προς την όαση Ελεγουέλ ,όταν πλέον ειχε φτάσει μεσημέρι .
Το κάρο ήταν ξέχειλο από τα όπλα και τα σπαθιά
των νεκρών, ενώ πίσω του ερχόταν ο Χακίμ τραβώντας μαζι του , όλες δεμένες σε
ένα μακρύ σχοινί , πάνω από 25 καμήλες , τις καλύτερες από τις 50 περίπου , που
είχαν μαζι τους οι ληστές
Πάντα μπροστάρης
ο κόκκινος , ακολουθούμενος από την Μαρία , πάνω στο αμαξίδιο του Αχμέτ. Ο Γιουσούφ
, μόνος του πια στο κάρο με τα πράγματα και τα λάφυρα.
Ο Ελάχμαρ , ήθελε
να φτάσουν στην όαση πριν το μεσημέρι της επόμενης ημέρας. Πήγαινε μέχρι την
ουρά του μικρού τους καραβανιού και τις καμήλες που έσερνε μαζι του ο Χακιμ ,
ελέγχοντας το δέσιμο τους, έλεγχε τους τροχούς του βαρυφορτωμένου κάρου και την
κατάσταση της Μαρίας.
Η κοπέλα ,
οδηγούσε το μικρό αμαξίδιο , προσεκτικά , αποφεύγοντας τα επικίνδυνα σημεία του
μονοπατιού. Ευτυχώς η μαλακή άμμος ειχε δώσει την θέση της σε χωμάτινη και με
κροκάλες επιφάνεια.
Για να αποφεύγει την σκόνη και την ζέστη ,
ειχε καλύψει σχεδόν όλο της το πρόσωπο με την κόκκινη μαντήλα , που της ειχε
αγοράσει ο Αχμέτ , πίσω στο Ουάντι Χάλφα , πριν από 10 χρόνια , όπως της
φαινόταν, μεσα στον πόνο της. Μόνο τα θλιμμένα μάτια της , μπορούσε να δει ο
κόκκινος , όχι χωρίς να νοιώθει ένα σφίξιμο στην καρδιά . Σφίξιμο , που δεν
ήταν μόνο πόνου για την θλίψη της , αλλά και κάτι άλλο, κάτι που ο νέος δεν
ειχε ξανανιώσει , σαν μια φωτιά , που άναβε μεσα του , όταν την κοίταζε , ακόμα
και όταν άκουγε την φωνή της. Μια παρόρμηση να την αγκαλιάσει και να την
προστατέψει από κάθε αναποδιά ή κίνδυνο , που θα αντιμετώπιζε.
Ήθελε να είναι
συνέχεια δίπλα της και να έχει αποκλειστικά
δικά του , όλη της την προσοχή και το ενδιαφέρον. Τόσο
καιρό για όλους ήταν το αστέρι , που οι άλλοι σαν πλανήτες , περιστρέφονταν
γύρω του , ζητώντας το φως και την ζεστασιά του. Τώρα αυτός ήταν ο πλανήτης και
το πανέμορφο άστρο του , το έλεγαν
Μαρία.
Την ώρα της βάρδιας
του , το ίδιο βράδυ , δεν σταμάτησε στιγμή να την προσέχει στον ύπνο της και να
φροντίζει να μένει καλυμμένη , κάτω από
την μάλλινη κουβέρτα της.( Το κρύο της έρημου, την νύχτα , είναι τσουχτερό , πέφτοντας
και κάτω από τους δέκα βαθμούς κελσίου.)
Με την καρδιά του
καρυδότσουφλο , στα κύματα της τρικυμίας , που ειχε σηκώσει ο σίφουνας Μαρία, ταξίδεψαν
τα τελευταία χιλιόμετρα. Μέχρι την όαση Ελεγουέλ.
Από μακριά , είδαν
καπνούς στον ουρανό και κατάλαβαν ότι έφταναν, επιτέλους. Προς το μέρος τους
ήδη , κάλπαζε μια ομάδα του αιγυπτιακού ιππικού .
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου