ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΙ
Έμεινα έξω μέχρι αργά , στο δάσος , μαζεύοντας τα ξύλα που θα χρειαζόμασταν για το τζάκι . Είχαμε έρθει με την Ρόζα , για το σαββατοκύριακο , στο βουνό , στην καλύβα του θειου της. Απόλυτη ερημιά και ησυχία , ότι ακριβώς θέλαμε .
Ήμασταν μαζι , μονό 8 μέρες και ήταν ευκαιρία να γνωριστούμε καλυτέρα και να δούμε πως επικοινωνούμε απομονωμένοι από φίλους και γνωστούς . να δούμε ρε αδελφέ ,..
πόσο ταίριαζαν τα χνώτα μας , αν μπορούσαμε να ανεχτούμε ο ένας τον άλλον , ζώντας μαζι σε ένα κλειστό προορισμένο χώρο , για δυόμιση ημερόνυχτα. Εγώ βέβαια στο πονηρό μυαλό μου, έβλεπα και την ευκαιρία για αχαλίνωτο σεξ .
Η υγρασία και το τσουχτερό κρύο ,μόνο με αναμμένο το μεγάλο τζάκι στο σαλόνι, μπορούσαν να καταπολεμηθούν. Ξύλα δεν υπήρχαν αποθηκευμένα , αλλά το δάσος που περιστοίχιζε το ξύλινο καλύβι , ήταν γεμάτο από καύσιμη ύλη. Έτσι άφησα την Ρόζα να ταχτοποιήσει τα πράγματά μας και να ετοιμάσει κάτι να φάμε , όσο εγώ θα μάζευα ξύλα .
Χωρίς καλά καλά να το καταλάβω απομακρύνθηκα αρκετά από το σπίτι , μαζεύοντας σε ένα σακί , που έσερνα πίσω μου , τα κλαριά που έβρισκα στο έδαφος. Συνειδητοποίησα ότι κόντευε να νυχτώσει από τις μακριές σκιές των δένδρων γύρω μου. Το βάρος του σακιού , με δυσκόλευε και δεν μπορούσα να ανοίξω το βήμα μου. Έφτασα στην πορτα της καλύβας όταν ειχε ήδη σκοτεινιάσει. Ευτυχώς από μια μεριά , γιατί το φωτισμένο παράθυρο , με βοήθησε να βρω τον δρομο μου , αλλιώς μπορεί να έμενα μεσα στο παγωμένο δάσος , όλη την νύχτα. Βρήκα την Ρόζα , κουλουριασμένη στον διθέσιο καναπέ του σαλονιού. Τυλιγμένη σε ένα πάπλωμα και ιδιαίτερα ανήσυχη .
«Έλα βρε Κώστα μου και έχω κατουρηθεί από τον φόβο μου. Προσπάθησα να σε πάρω στο κινητό σου , μα δεν έχω σήμα.» , μου γκρίνιαξε.
«Συγγνώμη μωρό μου» την παρηγόρησα, « δεν κατάλαβα πως πέρασε η ώρα. Κάτσε τώρα να ανάψω την φωτιά να ζεσταθείς.»
«Ωραία , βαλε εσύ την φωτιά , να φέρω εγώ το φαγητό και ένα μπουκάλι κρασί ,που βρήκα στο ράφι.» Μου χαμογέλασε, δείχνοντας να έχει ηρεμήσει.
Σε λίγα λεπτά το αναμμένο τζάκι ειχε ζεστάνει αρκετά την ατμοσφαιρα και το κόκκινο γαλλικό κρασί , βοήθησε και αυτό.
Αφού φάγαμε και ήπιαμε , πήγαμε αγκαλιά στην κρεβατοκάμαρα με το διπλό και με ουρανό , παρακαλώ κρεβάτι.
Μετά από ένα παθιασμένο ζευγάρωμα , ένοιωσα τα μάτια μου να κλείνουν. Την πήρα αγκαλιά και αφού έγειρε το κεφάλι της στο στήθος μου , κοιμηθήκαμε .
Περισσότερο από ένστικτο , παρά από κάποιον θόρυβο , άνοιξα τα μάτια μου κοιτώντας στο τζάμι του παραθύρου απέναντι μου. Είδα το χιόνι , που έπεφτε και το κάτασπρο τοπίο στο πρώτο φως της μέρας.
Κάτι κουνήθηκε λίγο έξω από το οπτικό μου πεδίο, ξέρετε σαν εκείνες τις κινήσεις ,που πιάνει η ακρη του ματιού , άλλα όταν γυρίζεις δεν υπάρχει τίποτα;; ακριβώς αυτό , μόνο που τώρα , κάτι υπήρχε , κάτι που θα ευχόμουν να μην υπήρχε.
Έμεινα έξω μέχρι αργά , στο δάσος , μαζεύοντας τα ξύλα που θα χρειαζόμασταν για το τζάκι . Είχαμε έρθει με την Ρόζα , για το σαββατοκύριακο , στο βουνό , στην καλύβα του θειου της. Απόλυτη ερημιά και ησυχία , ότι ακριβώς θέλαμε .
Ήμασταν μαζι , μονό 8 μέρες και ήταν ευκαιρία να γνωριστούμε καλυτέρα και να δούμε πως επικοινωνούμε απομονωμένοι από φίλους και γνωστούς . να δούμε ρε αδελφέ ,..
πόσο ταίριαζαν τα χνώτα μας , αν μπορούσαμε να ανεχτούμε ο ένας τον άλλον , ζώντας μαζι σε ένα κλειστό προορισμένο χώρο , για δυόμιση ημερόνυχτα. Εγώ βέβαια στο πονηρό μυαλό μου, έβλεπα και την ευκαιρία για αχαλίνωτο σεξ .
Η υγρασία και το τσουχτερό κρύο ,μόνο με αναμμένο το μεγάλο τζάκι στο σαλόνι, μπορούσαν να καταπολεμηθούν. Ξύλα δεν υπήρχαν αποθηκευμένα , αλλά το δάσος που περιστοίχιζε το ξύλινο καλύβι , ήταν γεμάτο από καύσιμη ύλη. Έτσι άφησα την Ρόζα να ταχτοποιήσει τα πράγματά μας και να ετοιμάσει κάτι να φάμε , όσο εγώ θα μάζευα ξύλα .
Χωρίς καλά καλά να το καταλάβω απομακρύνθηκα αρκετά από το σπίτι , μαζεύοντας σε ένα σακί , που έσερνα πίσω μου , τα κλαριά που έβρισκα στο έδαφος. Συνειδητοποίησα ότι κόντευε να νυχτώσει από τις μακριές σκιές των δένδρων γύρω μου. Το βάρος του σακιού , με δυσκόλευε και δεν μπορούσα να ανοίξω το βήμα μου. Έφτασα στην πορτα της καλύβας όταν ειχε ήδη σκοτεινιάσει. Ευτυχώς από μια μεριά , γιατί το φωτισμένο παράθυρο , με βοήθησε να βρω τον δρομο μου , αλλιώς μπορεί να έμενα μεσα στο παγωμένο δάσος , όλη την νύχτα. Βρήκα την Ρόζα , κουλουριασμένη στον διθέσιο καναπέ του σαλονιού. Τυλιγμένη σε ένα πάπλωμα και ιδιαίτερα ανήσυχη .
«Έλα βρε Κώστα μου και έχω κατουρηθεί από τον φόβο μου. Προσπάθησα να σε πάρω στο κινητό σου , μα δεν έχω σήμα.» , μου γκρίνιαξε.
«Συγγνώμη μωρό μου» την παρηγόρησα, « δεν κατάλαβα πως πέρασε η ώρα. Κάτσε τώρα να ανάψω την φωτιά να ζεσταθείς.»
«Ωραία , βαλε εσύ την φωτιά , να φέρω εγώ το φαγητό και ένα μπουκάλι κρασί ,που βρήκα στο ράφι.» Μου χαμογέλασε, δείχνοντας να έχει ηρεμήσει.
Σε λίγα λεπτά το αναμμένο τζάκι ειχε ζεστάνει αρκετά την ατμοσφαιρα και το κόκκινο γαλλικό κρασί , βοήθησε και αυτό.
Αφού φάγαμε και ήπιαμε , πήγαμε αγκαλιά στην κρεβατοκάμαρα με το διπλό και με ουρανό , παρακαλώ κρεβάτι.
Μετά από ένα παθιασμένο ζευγάρωμα , ένοιωσα τα μάτια μου να κλείνουν. Την πήρα αγκαλιά και αφού έγειρε το κεφάλι της στο στήθος μου , κοιμηθήκαμε .
Περισσότερο από ένστικτο , παρά από κάποιον θόρυβο , άνοιξα τα μάτια μου κοιτώντας στο τζάμι του παραθύρου απέναντι μου. Είδα το χιόνι , που έπεφτε και το κάτασπρο τοπίο στο πρώτο φως της μέρας.
Κάτι κουνήθηκε λίγο έξω από το οπτικό μου πεδίο, ξέρετε σαν εκείνες τις κινήσεις ,που πιάνει η ακρη του ματιού , άλλα όταν γυρίζεις δεν υπάρχει τίποτα;; ακριβώς αυτό , μόνο που τώρα , κάτι υπήρχε , κάτι που θα ευχόμουν να μην υπήρχε.
Φανταστείτε
ένα ανθρώπινο κορμί, σαν να έχει λειώσει , όπως λειώνει το κερί , ή ένα πλαστικό
, από την φωτιά. Σαν να βλέπεις ένα παχύρευστο υγρό να ρέει. Ακόμα και το πρόσωπο
, έλειωνε , παρουσιάζοντας το φρικτό θέαμα , ενός ματιού , που κυλούσε προς το πηγούνι
, όταν το άλλο μόλις ειχε αρχίσει να κατηφορίζει προς το χυμένο μάγουλο. Τόσος τρόμος με κατέκλυσε , που έμεινα άφωνος
στην θέση μου , ξεχνώντας ακόμα και να αναπνεύσω. Το πλάσμα χάθηκε ανάμεσα στα
δέντρα , τόσο γρήγορα , σαν να μην
υπήρξε ποτέ.
Φόρεσα
τα ρούχα μου , προσέχοντας να μην ξυπνήσω την Ρόζα, και ξεκρεμώντας πάνω από το σβηστό πλέον τζάκι , το παλιό δίκαννο
και την παλάσκα με τα φυσίγγια από τον απέναντι τοίχο βγήκα στο κατώφλι της καλύβας.
Άνοιξα τις κάννες και αφού μια πρόχειρη ματιά με έπεισε , ότι το παλιό όπλο
ήταν ακόμα λειτουργικό, έβαλα δυο φυσίγγια στην θέση τους και όπλισα.
Για
να φτάσω στο παράθυρο της κρεβατοκάμαρας
, έπρεπε να πάω στο πίσω μέρος της καλύβας . Με τα πόδια μου να τρέμουν και την
καρδιά μου να κτυπά , τόσο δυνατά , που πίστευα ότι θα την άκουγε , μέχρι και η Ρόζα στον ύπνο της..
Με
τις αισθήσεις μου σε συναγερμό , έβγαλα το κεφάλι μου στην γωνία του εξωτερικού
τοίχου της καλύβας ενώ το χιόνι που έπεφτε απαλά , ειχε μετατρέψει το τοπίο γύρω
από την καλύβα σε ένα λευκό σκηνικό. Σχεδόν τα πάντα είχαν χάσει το σχήμα τους και
την μορφή τους χαμένα κάτω από το απόλυτο λευκό.
Προσεκτικά
κινούμενος , ελέγχοντας συνεχώς πίσω από την πλάτη μου , έφτασα στο σημείο ,
που είχα δει το πλάσμα. Ότι ίχνη , μπορεί να ειχε αφήσει , είχαν σκεπαστεί από
τις φρέσκες νιφάδες . το κτύπημα στο τζάμι πίσω μου με απογείωσε κυριολεκτικά
από τον φόβο, μέχρι να δω ότι η Ρόζα , φανερά απορημένη , μου χτυπούσε το τζάμι
της κρεβατοκάμαρας , τυλιγμένη στο πάπλωμα του κρεβατιού , με την ερώτηση ζωγραφισμένη
στο όμορφο πρόσωπο της «τι στον διάολο έκανα στις 7.30 το πρωί με το δίκαννο , μεσα στο χιόνι.»
«Το
ίδιο , αναρωτιέμαι και εγώ , γλυκιά μου» σκέφτηκα , προτού ολοκληρώσω τον γύρο
της καλύβας και επιστρέψω , μπροστα στο τζάκι. Ήδη η Ρόζα , πάλευε να ανάψει ένα
κούτσουρο φορώντας ένα τζίν και ένα χοντρό πουλόβερ. Με άκουσε , που μπήκα και σηκώθηκε λέγοντας
με φανερή την ταραχή στην φωνή της , « τι συμβαίνει Κώστα;; είσαι κάτασπρος ,
σαν να είδες φάντασμα. Τι έκανες με το όπλο στα χέρια , πρωί πρωί;;»
«Τίποτα
αγάπη μου» προσπάθησα να την καθησυχάσω , «μου φάνηκε ότι είδα ένα ζώο. Άσε με
να ανάψω την φωτιά και φτιάξε δυο καφεδάκια.» Το έπαιξα άνετος , προσπαθώντας
να μην της μεταδώσω τον φόβο μου.
«Έριξε
καμπόσο χιόνι , αγάπη μου», παρατήρησε , όπως πίναμε τον καφέ μας , πλέον
μπροστα στο αναμμένο τζάκι. «λες μέχρι αύριο να χιονίζει και να κολλήσουμε
εδώ;; όχι ότι θα με χάλαγε βέβαια», συμπλήρωσε, ρίχνοντας μου ένα πονηρό και γεμάτο
λαγνεία βλέμμα.
«μην ανησυχείς μωράκι , το CHEROKEE μου
θα μας βγάλει από δω αν χρειαστεί» την διαβεβαίωσα.
Η
κραυγή από το δάσος ,μας έκοψε την συζήτηση και την εκανε να πέσει στην αγκαλιά
μου. Ήταν μια κραυγή απίστευτου πόνου και αγωνίας ,που μετά τον πρωινό τρόμο ,
που είδα , με εκανε ασυνείδητα να συνδέσω τα δυο συμβάντα.
Τότε
μπήκε στο μυαλό μου η ιδέα να φύγουμε αμέσως από εκεί.
Σαν
επιβεβαίωση της απόφασης μου ,ακούστηκε η δεύτερη κραυγή , ανδρική, αυτή την φορά και γεμάτη πόνο. Τόσο
κοντά σαν να ήταν στην πορτα μας.
Όσο η Ρόζα μάζευε τα πράγματα
στις σακ βουαγιάζ μας , με το δίκαννο στα χέρια , βγήκα στο χιόνι και
κατευθύνθηκα στο αυτοκίνητο , που βρισκόταν στην αρχη του δρομου , που οδηγούσε
στην καλύβα, ούτε 30 μέτρα μακριά.
Ένα
αυλάκι ,μισό μέτρο βάθος , απομεινάρι από εργασίες επισκευής της αποχέτευσης ,
με ειχε αναγκάσει να το αφήσω σε τόσο μεγάλη απόσταση. Την ώρα , που άνοιγα την
πορτα του οδηγού , καινούργια , γυναίκεια, φρικτή κραυγή ακούστηκε ούτε δέκα
μέτρα , μακριά μου , ανάμεσα στα δέντρα.
Με το όπλο προτεταμένο προς το σημείο , που
ακούστηκε η κραυγή , προσπάθησα , μέσα από το πυκνό χιόνι , που δεν είχε
σταματήσει στιγμή να πέφτει, να διακρίνω , κάποια κίνηση.
Η τέταρτη κραυγή , από ανδρική χείλη , αυτή
την φορά , ακούστηκε πίσω μου προς την πλευρά της καλύβας. «Θεέ μου , η Ρόζα»
σκέφτηκα με τρόμο.
Παραπατώντας μεσα στο παχύ στρώμα
χιονιού, ‘‘έτρεξα’’, τρόπος του λέγειν,
προς την είσοδο της καλύβας , φωνάζοντας το όνομα της με όλη μου την δύναμη ,
πολλαπλασιασμένη από τον τρόμο μου.
Έβλεπα μεσα από το πέπλο του χιονιού , την
εξώπορτα ανοιχτή και μια φιγούρα να διακρίνεται στο άνοιγμα. «Ευτυχώς»
σκέφτηκα, «είναι καλά».
Δεν δάγκωνα την γλώσσα μου καλύτερα;; αυτή η
φιγούρα όσο πλησίαζα τόσο και λιγότερο έμοιαζε στην Ρόζα. Πολύ ψηλή και
υπερβολικά αδύνατη, δεν έδειξε καμιά αντίδραση στο κάλεσμα μου με το όνομα της.
Απλά έστεκε εκεί με την πλάτη γυρισμένη προς
το μέρος μου . σήκωσα το δίκαννο και χωρίς να το σκεφτώ , πάτησα και τις δυο
σκανδάλες.
Τα σκάγια χτύπησαν την πλάτη του πλάσματος
άλλα δεν φάνηκε να τους δίνει την παραμικρή σημασία. Μονό έστρεψε το πρόσωπο
του προς το μέρος μου. Είχα φτάσει πλέον στα πέντε μέτρα από την πορτα , όταν ο
τρόμος που αντίκρισα , με έκανε να φωνάξω με όλη μου την δύναμη.
Ένα κάτασπρο πρόσωπο με δυο διαβολικά, κατάμαυρα
μάτια και ένα στόμα γεμάτο με άπειρα μικρά,
μυτερά δόντια , ήταν τα μόνα χαρακτηριστικά σε αυτή την εφιαλτική καρικατούρα ανθρώπινου
προσώπου. Έχοντας ξεχάσει ,από τον τρόμο
και την έγνοια μου , για την Ρόζα ,να ξαναγεμίσω το όπλο , σκέφτηκα ότι μονό σαν ρόπαλο , μου
ήταν πλέον χρήσιμο , όταν είδα την Ρόζα με ένα ξύλο , που στην ακρη του ειχε
τυλιγμένη μια φλεγόμενη πετσέτα , να χυμάει με απίστευτο κουράγιο , προς το
τέρας και να το σουβλίζει στο πίσω μέρος του κεφαλιού. , ενώ η φλόγα της
πετσέτας , έλειωνε το διαβολικό πρόσωπο , θυμίζοντας μου την εικόνα , που είχα
αντικρύσει το πρωί , από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας.
Μα βέβαια , το χιόνι μόνο η ζέστη, το λειώνει
.Η αποκάλυψη της τόσο απλής αλήθειας με ξύπνησε σαν να έφαγα ένα δυνατό χαστούκι
και με εκανε να ορμήσω πάνω στο πλάσμα . Με δυνατά χτυπήματα του υποκόπανου ξεχώρισα
το σχεδόν ολοκληρωτικά λειωμένο πρόσωπο από το κάτω μέρος του σώματος του . Ένα
απλό κομμάτι χιονιού, έμεινε να κινείται άβουλα προς το δάσος. Η γενναία μου Ρόζα μου
εκανε χώρο να μπω στο σπιτι , όπου όλα ήταν ανάκατα και μια μεγάλη κηλίδα νερού;; ήταν απλωμένη πάνω στο χαλί και στα
σημεία , όπου το πάτωμα έστεκε γυμνό. Τι σκατά ειχε γίνει εδώ μεσα;;
Βλέποντας την απορία μου η Ρόζα μου εξήγησε ,
« αυτό το νερό στο πάτωμα , είναι ένα ακόμα πλάσμα , που το περιέλουσα με ζεστό νερό από το μπάνιο. Νάναι καλά ο θερμοσίφωνας»
γέλασε. Υπήρχε κάτι σαν υστερία , πίσω από αυτό το γελάκι άλλα κατά τα άλλα έδειχνε
απίστευτα ψύχραιμη. «μπήκε από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας , που είχα ανοίξει,
νωρίτερα , για να αεριστεί το δωμάτιο» , «μαααααα………..πως;; εννοώ , πως το
σκέφτηκες;; να του ρίξεις ζεστό νερό;;»
«κατά τύχη αγάπη μου» απάντησε , χαρίζοντας
μου ένα από τα υπέροχα χαμογελά της. «του έριξα τον ζεστό καφέ , που κρατούσα
στα χέρια μου. Βλέποντας το πρόσωπο του
να λειώνει , δεν χρειάστηκε πολύ για να καταλάβω , τι έπρεπε να κάνω.»
Την έσφιξα στην αγκαλιά μου φιλώντας την και λέγοντας
της, «μπράβο πανέξυπνη αγαπούλα μου, τώρα ας φύγουμε γρήγορα από εδώ , γιατί πρέπει
να υπάρχουν και άλλα . Γέμισα το δίκαννο και η Ρόζα γέμισε με καυτό νερό ένα κουβά.
Φορτώθηκα τα δυο σακ βουαγιάζ και κατευθυνθήκαμε προς το αυτοκίνητο . Έβαλα την Ρόζα μπροστα και κάτω από το πυκνό
χιόνι , που συνέχιζε να περιορίζει την ορατότητα μου, στα 2-3 μέτρα το πολύ,
φτάσαμε στο αυτοκίνητο. Έλεγξα τις δυο πλευρές , προτού ανοίξω την πόρτα του συνοδηγού
, αφήνοντας την Ρόζα με τον κουβά στα χέρια να βολευτεί στο κάθισμα, ενώ έκανα
τον γύρο και άνοιξα την πορτα της μεριάς μου. Πέταξα τα σακ βουαγιάζ στο πίσω κάθισμα
και τοποθέτησα το όπλο ανάμεσα στα δυο καθίσματα , το δικό μου και το δικό της.
Ούτε καν το είχα δει , μόνο την κραυγή της Ρόζας
άκουσα , καθώς μια φοβερά δυνατή λαβή , άρπαξε τα ποδιά μου και με έσυρε κάτω
από το αυτοκίνητο. Αρπάχτηκα με όλη μου την δύναμη και με τα δυο μου χέρια από τον
μαρσπιέ της πόρτας , κλωτσώντας για να απελευθερωθώ από την μέγγενη που παγίδευε
τα πόδια μου. Το πλάσμα ειχε παραφυλάξει
κάτω από το αυτοκίνητο , πράγμα που έδειχνε σημάδια νοημοσύνης, περιμένοντας
την καλύτερη στιγμή για να με αρπάξει.
Ένας δυνατός πόνος σαν κάψιμο , στην αριστερή
μου γάμπα , με εκανε να ουρλιάξω και να συνειδητοποιήσω ότι με ειχε δαγκώσει. Χιλιάδες
πυρωμένες βελόνες καρφώθηκαν βαθειά στην σάρκα μου και ο πόνος έγινε αφόρητος μόλις
τα σαγόνια απέσπασαν ένα μεγάλο κομμάτι από την σάρκα του ποδιού μου. Ανάθεμα
αυτό το πράγμα με τρώει , είμαι ο μεζές του και δεν έχω τρόπο να την γλυτώσω.
Το ζεστό υγρό που μου έβρεξε τα ποδια , έφερε ταυτόχρονα και την λύτρωση μου. Ένοιωσα
τα ποδια μου να ελευθερώνονται και η μέγγενη να εξαφανίζεται. Πάνω από το κεφάλι
μου φάνηκε η Ρόζα με τον κουβά στα χέρια της , άδειο , αφού ειχε βρέξει και λειώσει
τον εφιάλτη που θα με έτρωγε ζωντανό.
Χωρίς να χάσω χρόνο με το πόδι μου να
αιμορραγεί έσπρωξα την Ρόζα μεσα στο κάθισμα και μπαίνοντας δίπλα της, έβαλα
μπροστα , κλειδώνοντας το κιβώτιο σε μόνιμη τετρακίνητη.
Το δάσος γύρω μας φάνηκε να ζωντανεύει καθώς δεκάδες
πλάσματα
από
χιόνι χαζευόντουσαν στον δρομο μπροστα μας. Πάτησα το γκάζι μέχρι το δάπεδο , αφήνοντας
τον συμπλέκτη απότομα και με κίνδυνο να μου σβήσει ο κινητήρας.
Το
βαρύ τετρακίνητο όρμησε μπροστα παρασύροντας ένα αριθμό από αυτά τα τέρατα ενώ πάλευα
να το κρατήσω πάνω στο χιονισμένο και ίσα , που διακρινόταν δρομο . Μερικά από
δαυτα ,είχαν πιαστεί στην πίσω πορτα η στις ράγες της οροφής, ένα στους μπροστινούς
καθαριστήρες με το εφιαλτικό του πρόσωπο σε απόσταση λίγων εκατοστών από το δικό
μου με μόνο το τζάμι του πνευμοθώρακα να μας χωρίζει. Τα σουβλερά του δόντια , μου έφερναν στην θύμηση μου ,τι ειχε γίνει
πριν από λίγο ,οπότε υποδαυλισμένος και από
τον πόνο της πληγής στην γάμπα μου, ζήτησα από την Ρόζα να κρατήσει λίγο το τιμόνι.
Άρπαξα το όπλο και σημαδεύοντας ισα μπροστα μου , άδειασα και τις δυο κάννες
στο στόμα του , μεσα από το τζάμι. Το πρόσωπο φάνηκε να διαλύεται , άλλα μετά
από λίγο ξανασχηματίστηκε. Ξαναγέμισα και πυροβόλησα πάλι ενώ με τα δόντια του
, το τέρας μεγάλωνε την τρύπα στο τζάμι
, έτσι που σε λίγο , θα έμπαινε μεσα στην καμπίνα και όλα θα τελείωναν. Τότε
μου ήρθε σαν αστραπή η ιδέα. Το χτύπησα με την καυτή κάννη στο πρόσωπο πατώντας
ταυτόχρονα τις σκανδάλες. Η ζέστη της κάννης μαζι με την θερμότητα των δίδυμων πυρών
έκαναν το θαύμα τους . το κεφάλι άρχισε να λειώνει και το κράτημα του από τους καθαριστήρες
αδυνάτισε . Γλίστρησε πάνω στο καπό και χάθηκε από τα μάτια μας. Κοίταξα πίσω
και κάνα δυο ακόμα κρεμόντουσαν από το αυτοκίνητο. Μετά από πέντε λεπτά με την ιδία
μέθοδο και χωρίς πλέον πυρομαχικά, απαλλαγμένοι από αυτά τα φρικτά όντα, φτάναμε στον κεντρικό επαρχιακό δρομο και σταματούσαμε
στα πρώτα σπίτια που είδαμε μπροστα μας. Το καφενείο ήταν σε μια πλατειά του χωρίου
, που ο πλάτανος και οι βρύσες από κάτω του ήταν σκεπασμένες με χιόνι , άλλα εκεί
δεν χιόνιζε πλέον. Ο καφετζής ένας γεράκος 70 χρονών μας έφτιαξε καυτό τσάι και
όλο περιέργεια , ρώτησε να μάθει γιατί είμαστε τόσο ταλαιπωρημένοι , και ποιος
ο λόγος , που το αυτοκίνητο μας ήταν γεμάτο τρύπες. Μήπως θέλαμε να φωνάξει την
αστυνομία;;
«Όχι , φίλε μου» , τον καθησύχασα, «είχαμε κάποιες
δύσκολες στιγμές , άλλα τώρα όλα τελείωσαν»
«Από πού έρχεστε, παλληκάρι μου;; δείχνετε σαν να σας κυνηγούν όλοι οι διάολοι
της κόλασης»
«Μπορείς
να το πεις και έτσι» χαμογέλασα , ενώ το πόδι μου με έτσουζε φοβερά. «Υπάρχει
φαρμακείο , η γιατρός εδώ γύρω;;» ρώτησα.
«κάτσε να φωνάξω τον κυρ-Νίκο
συνταξιούχος παιδίατρος , άλλα δεν
έχουμε κάτι καλύτερο , μέχρι το αγροτικό ιατρείο στην κάτω Κώμη καμιά ώρα από
εδώ».
Ο γιατρός , ένας συμπαθέστατος 75αρης , με
φρόντισε , λέγοντας μου ότι μάλλον θα χρειαστώ πλαστική αν δεν θέλω να μου
μείνει μόνιμο σημάδι στο δάγκωμα.
«Τι
σε δάγκωσε νεαρέ μου;; εδώ έχω δει πολλά δαγκώματα , άλλα τέτοιο πρώτη φορά το
βλέπω».
Κάτι το πατρικό τρυφερό του ύφος , κάτι η
ανάγκη να μιλήσω για ότι μας συνέβη και να μην νοιώθω ότι τα φαντάστηκα ,
διηγήθηκα στον παιδίατρο , όλη την ιστορία.
Δεν τον είδα να αντιδρά πουθενά σε όλη την διάρκεια
της διήγησης μου, παρά αφού τελείωσα μου είπε, « υπάρχει ένας θρύλος για το μέρος
που ήσουν φίλε μου. Μια ομάδα ανταρτών , οδηγήθηκε εκεί από τους γερμανούς και
αφού τους έγδυσαν τους έδεσαν στα δένδρα , ενώ χιόνιζε. Πέθαναν από το κρύο ,
πριν από την ασιτία η την δίψα και όταν το χιόνι πέφτει πυκνό τα πνεύματα τους ζητούν εκδίκηση. Μέχρι
τώρα πίστευα ότι ήταν θρύλος , άλλα τελικά η περιπέτεια σου αποδεικνύει ότι
κάτι υπάρχει εκεί.
Η Ρόζα , που τόση ώρα επιβεβαίωνε ή και συμπλήρωνε
την διήγηση μου,
τόνισε
τις αραιές και συνήθως καλοκαιρινές επισκέψεις του υπερήλικα πια θείου της στο καλύβι.
Τολμήσαμε να γυρίσουμε μερικά χρόνια αφού παντρευτήκαμε
με την Ρόζα, στο καλύβι , κατακαλόκαιρο βέβαια ,για να συμμαζέψουμε και να δούμε
σε τι κατάσταση βρισκόταν το παλιό ξύλινο κτίριο. Το βρήκαμε μισογκρεμισμένο
και γεμάτο αναρριχητικά φυτά. Το αφήσαμε όπως ήταν και ξεχάσαμε την ύπαρξη του.
Μόνο που όταν χιονίζει στο σπιτι μας στην πολη ,κρατάμε κοντά μας κατσαρόλες
και άλλα σκεύη με καυτό νερό και πάντα στο αναμμένο τζάκι στέκει ένα τσουκάλι
γεμάτο με νερό , που βράζει . 2.40 πμ 15/06/13
ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΙΝΑ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου