Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

"Ο ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ" Α' ΜΕΡΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑ 1-7

"Ο ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ"ΚΕΦΑΛΑΙΑ 1-7
Α' ΜΕΡΟΣ
- 1 -
‘Τάκη’ είπε ο εκδότης του περιοδικού, ‘φεύγεις όπως είσαι για ορεινή Κορινθία , πρέπει οπωσδήποτε να βρεις αυτόν τον γέροντα , που θεραπεύει τα πάντα με βότανα και να του πάρεις συνέντευξη , πριν από τους ανταγωνιστές μας’.
Ο γέρο-θεραπευτης ήταν ήδη στα χείλια όλων , μετά το τελευταίο του κατόρθωμα ,την θεραπεία του καρκίνου των όρχεων του νομάρχη Θεσσαλονίκης.

Συνεργεία από τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς , είχαν βγει στους δρόμους , ψάχνοντας τον , αλλά αυτός ήταν άφαντος. Πως στο διάολο ο Παπαϊωάννου ο εκδότης του αγγλόφωνου περιοδικού GREEK WORLD,κατάφερε να τον εντοπίσει;;;; πρέπει να του βγάλω το καπέλο, άλλωστε δεν ήταν η πρώτη φορά που με εξέπληττε θετικά.
‘Έχεις 48 ώρες να τον εντοπίσεις στο μέρος , που μου είπαν ότι έχει το ησυχαστήριο του και να μου φέρεις όλη του την ζωή έτοιμη για να την τυπώσω στο νέο μας τεύχος’. ‘Γαμω το’ σκέφτηκα, ‘πάει το σαββατοκύριακο με την μικρή , που γνώρισα στο θέατρο τις προάλλες’. ‘οκ Μπος’ είπα δυνατά ,‘έφυγα’ . ‘Πάρε από την Ανθή’ , την γραμματέα του , ‘όλα όσα έχω για την τοποθεσία , που βρίσκεται , όπως και τα στοιχεία του ανθρώπου που θα σε πάει εκεί’.
- 2 -
Μου πήρε σχεδόν 1,5 ώρα για να φτάσω στο χωριό Αχλαδιά στους πρόποδες του όρους Κυλλήνη. Στην εμπα του χωριού με περίμενε , όπως είχαμε συνεννοηθεί , στην τελευταία μας επικοινωνία , μέσω των κινητών μας , ο άνθρωπος , που θα με πήγαινε στον γέρο-θεραπευτή. Καθόταν στο τιμόνι του γκρι αγροτικού του και δεν έδειξε ότι με αναγνώρισε , παρά μόνο όταν σταμάτησα το land rover ,διπλά στο toyota του.
‘Εσύ έρχεσαι από το περιοδικό του Παπαϊωάννου;;’, με ρώτησε με μια βραχνή φωνή , θαρρείς γρατζουνισμένη από το τσιγάρο , που έκαιγε ανάμεσα στα κίτρινα , από τον καπνό, δάκτυλα του. ‘Εγώ είμαι’ απάντησα ‘και συ πρέπει να είσαι ο Γιώργος ο Καλλέργης’ κοιτώντας το σκαμμένο και κόκκινο από τον ήλιο , πρόσωπο του. Έδειχνε γερό ποτήρι ο μπάρμπας , σκέφτηκα χαμογελώντας. ‘Θα σε πάω μέχρι το λημέρι του γέρου ,αλλά θα γυρίσεις μονός σου.γι’αυτό ακολουθα με και κοίτα να θυμάσαι τον δρόμο για την επιστροφή ’ είπε και ξεκίνησε .
Για σχεδόν μισή ώρα ακολουθήσαμε ένα φιδωτό δρόμο , ανεβαίνοντας προς την κορυφή ενός βουνού. Όλη η διαδρομή έγινε μέσα από υπέροχα έλατα και έχοντας μια φανταστική θεά του χωριού και του οροπεδίου από κάτω μας.Τελικα σταματήσαμε σε ένα πλάτωμα του δρόμου. Τότε βγήκε από το αυτοκίνητο και μου έκανε νόημα να προχωρήσω μαζί του σε ένα σχεδόν αόρατο μονοπάτι ανάμεσα στα έλατα. ‘Συγγνώμη φιλέ μου , αλλά ο γέρος δεν έχει τόσους επισκέπτες ,για να τους φτιάξει και δρόμο , μέχρι το καλύβι του’ προσπάθησε να αστειευτεί ο μπάρμπας. Δεν είχα και τόσο όρεξη για αστεία , φορτωμένος με κάμερες , τρίποδο και όλον τον εξοπλισμό για την συνέντευξη. ‘Κοντεύουμε , κύριε Καλλέργη;;’ ρώτησα . ‘Στην επομένη στροφή θα δούμε το σπίτι του’ ήταν τα λόγια του.
Πραγματικά στην στροφή είδα , στα 50 μέτρα , ένα ξύλινο καλύβι με πολλά κομμένα ξύλα απέξω και ένα μικρό περιποιημένο λαχανόκηπο .Διέκρινα ντοματιές , πιπεριές και κολοκυθιές ανάμεσα στα αλλά φυτά. Ένας γέρικος σκύλος με σκοροφαγωμένο θαρρείς τρίχωμα , γαύγισε μια φορά και σταμάτησε , μόλις ακούστηκε ένα σφύριγμα από την καλύβα.
‘Γιατρέ!!’ φώναξε ο Καλλέργης μέσα σχεδόν στο αυτί μου, ‘σου έφερα τον μουσαφίρη σου και φεύγω’. Η πόρτα της καλύβας άνοιξε τρίζοντας και μια ψηλή και αδύνατη φιγούρα φάνηκε να βγαίνει στο φως του Ήλιου. Μπροστά μου στεκότανε ένας γέροντας με τριμμένο μπλε πουκάμισο και χακί παντελόνι στρατιωτικής φόρμας με μακρύ μπερδεμένο μούσι. Τα μισά του μαλλιά ήταν γκρίζα αλλά τα υπόλοιπα είχαν ένα κόκκινο , της σκουριάς , χρώμα. Απίθανη φιγούρα , σκέφτηκα ,σχεδόν από άλλο κόσμο. Φαινόταν γύρω στα 70 , αλλά αν εξαιρέσεις τα τριμμένα του ρούχα , έδειχνε υγιής και κοτσονάτος. Με μια μπάσα βαθειά φωνή , απευθύνθηκε σε μένα , ενώ χαιρετούσε τον Καλλέργη, που ήδη βρισκόταν ανάμεσα στα δέντρα , γυρνώντας στο αμάξι του. ‘Αγαπητέ, μην κάθεστε φορτωμένος με τα πράγματα σας εκεί, περάστε μέσα να ξαποστάσετε’. Δρασκέλισα το κατώφλι της καλύβας και βρέθηκα στο εσωτερικό της.
3 -
Μέσα στο καλύβι επικρατούσε ζεστασιά και μισοσκόταδο. Μπόρεσα να διακρίνω απέναντι από την πόρτα , μια παλιά μαντεμένια στόφα με μια μικρή κατσαρόλα να αχνίζει πάνω της. Ένα τραπέζι χειροποίητο στην μέση του χώρου με δυο στενούς πάγκους , δεξιά και αριστερά του, έπαιζε το ρόλο της τραπεζαριας.ενα παλιό ξύλινο βαρελάκι κρασιού με βρυσούλα στο κάτω μέρος , ήταν τοποθετημένο πάνω από έναν υποτυπώδη νεροχύτη στα δεξιά μου. Προφανώς η μόνη πηγή νερού , μέσα στο καλύβι. Στα αριστερά μου υπήρχε ένα κλασσικό σιδερένιο κρεβάτι. Μια παλιά μπαμπού βιβλιοθήκη , που θεός ήξερε , πως βρέθηκε, από την νοτιοανατολική Ασία , στο πουθενά της ορεινής Κορινθίας, γεμάτη με βιβλία . Όλο το ταβάνι και οι τοίχοι ήταν γεμάτοι από αποξηραμένα αλλά και φρέσκα φυτά , που η μεθυστική μυρωδιά τους γέμιζε αποπνικτικά τον μικρό χώρο.
Μου έδειξε με ένα νεύμα τον πάγκο ,για να κάτσω . ‘Προτού ξεκινήσουμε την κουβέντα αγαπητέ κύριε……………;;’ , ‘Τάκης , Παναγιώτης δηλαδή , Ματθαίου’ συστήθηκα και κάθισα στον πάγκο. ‘Χάρηκα κε Ματθαίου’ μου χαμογέλασε ‘Θρασύβουλος Κόκκινος’ συνέχισε απλώνοντας μια τεραστία παλάμη προς το μέρος μου. Σφίξαμε τα χεριά και προτού καθίσει απέναντι, με ρώτησε : ‘να σας φτιάξω κάτι να πιείτε; Έχω όλων των ειδών τα αφεψήματα εκτός από καφέ και ευρωπαϊκό τσάι. Τα μαζεύω μόνος μου από το βουνό.’ ‘ευχαριστώ πολύ’ απάντησα ‘ένα τσάι του βουνού θα ήταν ότι πρέπει.’ Μόλις έκατσε ,αφού μου έβαλε μπροστά μου μια κούπα με αχνιστό και μυρωδάτο τσάι , τοποθέτησα το μικρό δημοσιογραφικό μαγνητόφωνο , έτσι που να πιάνει και τις δυο φωνές μας, τις ερωτήσεις αλλά και τις απαντήσεις. ‘Αύριο το πρωί , θα βγάλω , μερικές φωτογραφίες από εσάς και τον χώρο σας , με την άδεια σας , φυσικά’ ‘Άπαξ και δέχτηκα να δώσω αυτήν την συνέντευξη , θα δεχτώ και τις φωτογραφίες , με μια συμφωνία , πουθενά , να μην μπορεί να μαντέψει κάποιος , που έγινε η λήψη τους.’ Ήταν η παρατήρηση του στα λεγόμενα μου. ‘βλέπετε Κε Ματθαίου , δυστυχώς αναγκαστικά απομονώνομαι , για να έχω την πνευματική ηρεμία μου αλλά και την σωματική μου ακεραιότητα’. ‘Μα τότε,’ απόρησα ‘γιατί δεχτήκατε να την δώσετε;; γιατί δεν συνεχίσατε να μένετε στην αφάνεια , κρυμμένος εδώ , που κανένας δεν μπορεί να σας εντοπίσει;;και τι εννοείται «κινδυνεύει η σωματική σας ακεραιότητα;;»’ Έσκυψε προς το μέρος μου και με κοίταξε καλά , προτού μιλήσει ‘έχω θεραπευσει πολλούς ανθρώπους , πλούσιους και φτωχούς , σπουδαίους και ασήμαντους , αν μπορεί κάποιος άνθρωπος να θεωρηθεί ασήμαντος. Αν και δεν θα έπρεπε , μαζί με φίλους , απέκτησα και εχθρούς, για διάφορους λόγους. Γιατρους ,συγγενείς ,εχθρούς των θεραπευμένων κλπ. Άνθρωποι , που δεν δεχτήκαν ότι ένας παρακατιανός ερημίτης , σαν έμενα , μπορεί και νικά τις αρρώστιες με λίγα μαντζούνια’, στάθηκε να πάρει μια βαθειά ανάσα , προτού συνεχίσει . ‘Θέλω να καταλάβετε , αγαπητέ , κύριε Ματθαίου , ότι έμεινα μακριά από τα μάτια του κόσμου και τις κάμερες των τηλεοπτικών σταθμών, γιατί κάποιοι ευεργεθέντες από την «τέχνη» μου , με προστάτευσαν κα άπλωσαν γύρω μου έναν ιστό , ασφαλείας , θα έλεγα. Το αφεντικό σου , πρέπει να έχει μεγάλη επιρροή σε κάποιον από τους προστάτες μου , για να βρίσκεσαι τώρα εδώ’ μου χαμογέλασε ‘καταλαβαινόμαστε θαρρώ. Ας ξεκινήσουμε τώρα. Θα πρέπει να σας πω όλη την ιστορία της οικογενείας μου , για να σας δώσω να καταλάβετε , πως έφτασα μέχρι εδω’
- 4 -

Τον Φεβρουάριο του 1825 , ο Ιμπραήμ πασάς , Γιος του πασά της Αιγύπτου , Μωχαμετ Αλή ,κατ’ εντολή του ηγεμόνα του , τούρκου σουλτάνου Μαχμούτ του Β’ αποβιβάστηκε στην Μεθώνη της Πελοποννήσου. Το σχέδιο ήταν απλό, όλος ο ελληνικός χριστιανικός πληθυσμός ,να μεταφερθεί στην Αίγυπτο σαν σκλάβοι και στην θέση τους να αποικιστεί το μέρος με αιγύπτιους μουσουλμάνους. Για τον σκοπό αυτό ο Ιμπραήμ αποβίβασε , σε δόσεις , περίπου 35.000 στρατιώτες, αιγύπτιους, αλβανούς και πολλούς αφρικανούς μαύρους , πρώην δούλους . κατά βάση τακτικός στρατός , εκπαιδευμένος από ευρωπαίους , ως επί το πλείστον Γάλλους αξιωματικούς και οπλισμένος με σύγχρονα μουσκέτα και κανόνια , υποστηριζόμενος από ένα τεράστιο στόλο.
Μέσα σε λίγους μήνες και αφού κατατρόπωσε , όποιον βρήκε στο διάβα του , κατέλαβε την Τριπολιτσα. Με αυτήν σαν βάση του στρατού του λεηλατούσε και κατάστρεφε την υπόλοιπη Πελοπόννησο .
Ο λοχαγός Γιουσουφ Αλ Σουρ , μισθοφόρος από την Νουβία , όπως και όλη η ίλη των σπαχήδων του , μπήκε στο μικρό χωριό , αιφνιδιαστικά, νωρίς εκείνο το κυριακάτικο πρωινό. Βρήκε τους κατοίκους στη εκκλησία να παρακολουθούν την λειτουργία. Οι άνδρες του μπήκαν , καβάλα στα άλογα τους , μέσα στην εκκλησία και τους έβγαλαν έξω με το ζόρι.
Οι μυτερές αιχμές των λογχών ήταν αρκετές για να πείσουν και τον πιο γενναίο , ότι οποιαδήποτε αντίσταση , ήταν ανώφελη.
Οι ιππείς οδήγησαν τους κατοίκους κάτω από ένα πλάτανο στην κεντρική πλατεία. Βρέφη και νήπια έως πέντε χρονών απομακρύνθηκαν , δια της βίας από τις αγκαλιές των μητέρων τους και λογχίστηκαν μπροστά στα έντρομα μάτια τους. Δυο γυναίκες σε προχωρημένη εγκυμοσύνη ξεκοιλιάστηκαν , κυριολεκτικά από τα σπαθιά των μαύρων. Όσοι έδειχναν πάνω από πενήντα εκτελεστήκαν με λογχισμούς. Οι κραυγές και οι κατάρες τους γέμισαν την πλατεία. Το γοερό κλάμα και τα ουρλιαχτά φόβου των συγγενών και συγχωριανών τους , που τους έβλεπαν να πέφτουν μέσα στις λίμνες από το αίμα τους , σου σπάραζε την κάρδια , αλλά δεν στάλαζε ούτε μια στάλα οίκτου στους δολοφόνους τους.
Η απόπειρα των προεστών του χωριού με τον παππά πρωτοστατούντα , για επίδειξη οίκτου και τα παρακαλετά τους για να χαριστεί η ζωή σε όσους δεν χρειαζόταν το αραβικό σινάφι , έπεσε στο κενό και οι παρακαλούντες κρεμάστηκαν από τα κλαριά του πλάτανου.
Όσοι επέζησαν , οδηγηθήκαν αλυσοδεμένοι έξω από το χωριό , που είχε παραδοθεί στις φλόγες . Όσα ζωντανά βρέθηκαν, επίσης ακολούθησαν το μακρύ καραβάνι προς την Τριπολιτσά.
Ο παιδικός φίλος του Γιουσούφ και πρωτοπαλίκαρο του, Χασάν ,πλησίασε καλπάζοντας το άλογο του ίλαρχου. ‘Καλημέρα εφεντι’του χαμογέλασε πλατιά , με την σκέψη στα χρυσά γρόσια του Ιμπραήμ πασά, που τους περίμεναν με την πώληση των σκλάβων στην Τριπολιτσα . ‘Aυτό που βρήκα πρέπει να το δεις’ συνέχισε.
Η έξαψη στην φωνή του ,κίνησε το ενδιαφέρον του λοχαγού Αλ Σουρ τόσο που τον ακολούθησε , γεμάτος περιέργεια , μέχρι τα δυο , φορτωμένα λάφυρα , κάρα στο τέλος
του καραβανιού.
Ο Χασάν πήδηξε , πάνω στο κάρο και πήρε στα χέρια του , κάτι , που φάνηκε στον Γιουσούφ σαν μπόγος από ρούχα. Τότε πρόσεξε δυο μικρές πατούσες στο κάτω μέρος του μπόγου. Τι στο καλό ;; αναρωτήθηκε . Τόση φασαρία για ένα άπιστο παιδί;;
Ο Χασάν διακρίνοντας την απορία να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο του αφεντικού του , τον πρόλαβε , λέγοντας ‘ μην βιάζεσαι εφεντι μου , δεν το έχεις ξαναδεί αυτό το άγιο θέαμα’ και με μια απότομη κίνηση , τράβηξε την κουβέρτα , έτσι , που μια φωτιά άναψε θαρρείς κάτω από τον καυτό αυγουστιάτικο ήλιο του μεσημεριού .
‘Αλλάχ παντοδύναμε’ ψέλλισε ο Γιουσούφ , βλέποντας τα κόκκινα κατσαρά μαλλιά , που πλαισίωναν το βρώμικο προσωπάκι.
Τα μαλλιά του προφήτη Μωάμεθ ίδιο σχήμα και χρώμα σύμφωνα με την ισλαμική παράδοση.
5 -
Το τρομαγμένο παιδάκι , γρήγορα βρέθηκε στην αγκαλιά της Φατίμα. Μιας από τις σκλάβες του Γιουσούφ , με την εντολή , να το περιποιηθεί και προσέξει σαν δικό της , αλλιώς ο εφεντι θα της έπαιρνε το κεφάλι.
Η Φατίμα , που είχε στερηθεί τα παιδιά της , όταν σκλαβώθηκε στην ζούγκλα της ανατολικής Αφρικής, έδωσε στον μικρό , όλη την μητρική της αγάπη. Τον έπλυνε και τον έντυσε με τα καλυτέρα ρούχα , που βρήκε και έφερε στα μέτρα του. Στο ταξίδι των 9 ημερών , μέχρι την Τριπολιτσά , ο μικρός ήταν ο μόνος καθαρός και χορτάτος άπιστος στο καραβάνι. Αρκετοί από τους συγχωριανούς του, είχαν πεθάνει από τις κακουχίες , μα όσοι έμεναν , πάνω από εκατό ψυχές , θα άφηναν αρκετό κέρδος στην συμμορία των νούβιων βασιβουζούκων.
Πανέξυπνο το αγόρι ήδη μέσα σε αυτές τις λίγες μέρες , είχε αρχίσει να μαθαίνει αραβικά , τουλάχιστον όσα χρειαζόταν για μια υποτυπώδη συνεννόηση με την μαύρη ‘νταντά’ του.
Όπου και αν πήγαινε , δυο γιγάντιοι στρατιώτες τον συνόδευαν , φροντίζοντας να μην έρθει σε επαφή με τους σκλάβους και φροντίζοντας να τον προστατεύουν από κάθε κίνδυνο.
Ο ίδιος ο Γιουσούφ , καθόταν και έπαιζε μαζί του κάθε πρωί. Τον έπαιρνε στην σέλα της φοράδας του και κάλπαζαν στον αργείτικο κάμπο και αργότερα στην πεδιάδα , που έζωνε την Τριπολιτσά. Ο μικρός δεν φοβήθηκε ποτέ , ούτε τον γρήγορο καλπασμό , ούτε τις αγριοφωνάρες του ίλαρχου. Πολλές φορές του τράβαγε δυνατά το μούσι ,για να σταματήσει τις φωνές .
Πολύ γρήγορα , έγινε η μασκότ της ίλης . Όλοι ήθελαν να αγγίξουν τα μαλλιά του προφήτη , αλλά η άγρια ματιά του Γιουσούφ τους έκοβε την φόρα .
Όμως κανείς δεν ήξερε , αυτό που έβλεπε και άκουγε κάθε βράδυ η Φατίμα. Τον ανήσυχο , γεμάτο εφιάλτες ύπνο του μικρού. Οι φωνές και τα κλάματα ,όταν εζήταγε την μητέρα του. Κάτι που ήξερε από τις σπαστές κουβέντες στα αραβικά με τον μικρό ήταν η λέξη μάνα .
Το απόγευμα της ενάτης μέρας η Τριπολιτσά με τα χαμηλά της τείχη φάνηκε στο βάθος. Το καραβάνι πια βάδιζε σε πλατύ χωματόδρομο , μαζί με άλλες ομάδες και καραβάνια.
Ένας σκούρος καπνός ανέβαινε μέχρι τον ουρανό από μια φωτιά , έξω από τα τείχη. Μια άσχημη μυρωδιά έμπαινε στα ρουθούνια τους . σαν κακοψημένο κρέας , ανακατεμένη με άλλες ‘ευωδιές’, που έφερναν αναγούλα σε όλους , σκλάβους και αφέντες.
Έτσι έφτασαν μπροστά στην πύλη της πόλης.
- 6 -
Ο μικρός ήταν καθισμένος στο κάρο και με τα κόκκινα μαλλιά του καλυμμένα .η Φατίμα και οι δυο φρουροί διπλά του . Η μεγάλη φωτιά στα αριστερά της πύλης του κίνησε το ενδιαφέρον. Ήταν η μεγαλύτερη φωτιά , που είχε δει ποτέ του. Πολλοί άνδρες έριχναν διάφορα πράγματα , ταΐζοντας τις φλόγες . Ο καπνός ανέβαινε στον ουρανό, σαν μαύρο φίδι. Η αποφορά ήταν απίστευτα έντονη , αναγκάζοντας όσους ήταν τριγύρω , να καλύπτουν με υφάσματα τα πρόσωπα τους. Πολύ γρήγορα την προσοχή του τράβηξε η πόλη , που μόλις εισήρθανε , μονό ο Γιουσούφ και το κάρο. Η υπόλοιπη ίλη , οδηγούσε τους σκλάβους στα μαντριά , που υπήρχαν , γύρω από την πόλη. Μαντριά που αντί για ζώα , ήταν γεμάτα ταλαίπωρους και αλυσοδεμένους έλληνες. Κατά διαστήματα έφτιαχναν μεγάλες ουρές και έπαιρναν τον δρόμο για τα λιμάνια της Μεθώνης, της Καλαμάτας και του Γυθείου , με απώτερο προορισμό τα σκλαβοπάζαρα της Αλεξάνδρειας και του Κάιρου .
Η πόλη μετά από τέσσερα χρόνια , στα χέρια των ελλήνων , είχε την μορφή , μιας πόλης φαντάσματος , γεμάτη μισογκρεμισμένα και καμένα κτίρια. Στην ακρόπολη της πόλης σωζόντουσαν μερικά κτίρια της τουρκικής διοίκησης , περιλαμβανόμενων του χαρεμιού και των στάβλων.
Εκεί ο χεδιβης(αντιβασιλέας) Ιμπραήμ Πασά είχε στημένο το πολυτελές αντίσκηνο του. Παρότι αλβανοελληνικης καταγωγής , είχε ενστερνισθεί τους τρόπους των νομάδων αράβων της ερήμου.
Με τον Γιουσούφ μπροστάρη και τους δυο φρουρούς , με την Φατίμα ανάμεσα τους να κρατά στην αγκαλιά τον πιτσιρικά , οδηγήθηκαν από έναν τεράστιο πολεμιστή στο εσωτερικό του αντίσκηνου. Σε μια ξύλινη και με χρυσά σκαλίσματα πολυθρόνα καθόταν ο μεγάλος πασάς , καπνίζοντας από τον ναργιλέ του. Ένας μαύρος σκλάβος του έκανε αέρα με ένα μεγάλο ,γεμάτο φτερά στρουθοκαμήλου ανεμιστήρα. Με τα σημάδια της ευλογιάς στο χλωμό πρόσωπο του και μια ματιά σαν αναμμένα κάρβουνα , αντίκρισε τους υποτελείς του να γονατίζουν μπροστά του ,και άκουσε τον χαιρετισμό του ιλάρχου , διανθισμένο με ατέλειωτες ευχές για την υγεία του πολυχρονεμένου του πασά και των προγόνων του. Στο πλάι του Ιμπραήμ, ο γάλλος επιτελάρχης του , πρώην συν/χης του Ναπολέοντα, Ντε Σεβ , πλέον γνωστός σαν Σουλεϊμάν πασά. Εκπαιδευτής του τακτικού στρατού του χεδίβη , κοίταξε με απαξιωτικό τρόπο το ίλαρχο . Σαν στρατιωτικός , θεωρούσε τους άτακτους του Ιμπραήμ , παρακατιανούς , φονιάδες και βιαστές , που δεν θα είχαν καμία τύχη σε μάχη με τακτικό στρατό.
Η ίδια απαξίωση , ήταν ζωγραφισμένη και στο πρόσωπο του Γιουσούφ , όποτε αντίκριζε τον γάλλο. Τα ντυσίματα και οι επιτηδευμένοι του τρόποι , μαζί με την έμφυτη ευγένεια του έκαναν τους σκληροτράχηλους και άγριους νούβιους να τον θεωρούν αμελητέα ποσότητα . παρότι σαν ξιφομάχος , η τεχνική του ήταν αναμφισβήτητη , τον θεωρούσαν ιδιαίτερα , μαλακό για να σταθεί δίπλα τους , σαν ίσος προς ίσον.
Με μια παιδική, σχεδόν , φωνή ο Ιμπραήμ διέταξε τον Γιουσούφ να φέρει το παιδί μπροστά του. Η Φατίμα περπατώντας στα γόνατα πλησίασε και απόθεσε το παιδί , στα πόδια του πασά.
Ο μικρός δεν έδειξε ούτε φόβο ούτε έσκυψε το κεφάλι , παρά κοιτούσε , όλο περιέργεια το σημαδεμένο από την ευλογιά πρόσωπο του πασά. Αυτός τότε του μίλησε σε σπαστά ελληνικά , ρωτώντας τον το όνομα του. ‘Θρασύβουλος’ απάντησε αμέσως , συνεχίζοντας με χαρά , που βρήκε κάποιον να μιλεί την γλώσσα του, ‘ θα με πας στην μαμά μου;;’